Γυρνάω στο αγαπημένο μου σπίτι, το σπιτικό της μαμάς και του μπαμπά, και σαν μου περάσει η έξαρση του συνδρόμου της κόρης [περνάει άραγε αυτό;] με πιάνει η γνωστή μου μοναχική ιδιοτροπία [δεν θέλω και πολύ] «σουτ-μη-μου-μιλάτε-μολύβι-και-χαρτί-εδώ-και-τώρα-σκοτώνω-άνθρωπο» [πάντα ενδόμυχα, αλλά όπως και να το κάνουμε έχω Αυτό-Το-Ύφος]. Πρόκειται για καθαρή νεύρωση, τίποτα το σπουδαίο [εκτιμώ την άποψη του πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Αντώνη Γεωργίου σε πρόσφατη συνέντευξη: «Δεν νομίζω πάντως ότι το να γράφεις είναι κάτι μεγάλο και σπουδαίο», συμφωνώ και επαυξάνω]. Αρχίζω λοιπόν να ξηλώνω σαν μανιακή όλα τα ντουλάπια, κάθε φορά από την αρχή -πάσχω από την προσωρινή μνήμη RAM ως υπερκινητικό μηχανάκι, με τη διαφορά ότι διαθέτω και χιούμορ-, για να βρω ένα πρόχειρο σημειωματάριο [ξεχνάω τα σημειωματάριά μου πέρα δώθε, εφόσον το να γράφεις δεν είναι τίποτα σπουδαίο αλλά μια νεύρωση, επίσης προσωρινή σαν τη μνήμη - τελικά το καθετί σε αυτή τη ζωή είναι προσωρινό, στο τέλος όλοι θα επιστρέψουμε στον αιώνιο ύπνο].
Η μαμά μού θυμίζει με ύφος [κάποια πράγματα είναι κληρονομικά] το «άγιο συρτάρι», κάτω από το παμπάλαιο ραδιόφωνο, όπου κρύβουμε τα επίσης παμπάλαια Τετράδια. Κυπριακά τετράδια με το περίφημο σύμβολο του αγρινού [της μασκότ της Κύπρου και είδους υπό εξαφάνιση - να αγαπάμε τα ζώα ως εαυτούς, είμαστε όλοι ζώα με περικεφαλαία, ουδέν μονιμότερον του επίσης προσωρινού] και με το περιλάλητο σύνθημα «Δεν ξεχνώ» [που μας έχει καταστρέψει, λέω να τροποποιήσουμε το σύνθημα γιατί, συν τοις άλλοις, μας έχει φάει η αρτηριοσκλήρωση και η μνησικακία - άντε να βρούμε λύση στο ζήτημα, νισάφι πια και έλεος].
Σε αυτά τα τετράδια λοιπόν βρήκα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, λέω να θυσιαστώ για να εξαντλήσω παλιά και καμένα χαρτιά – τη μνήμη μου.
*
Μιλώντας για τα «Δεν ξεχνώ», πριν μια βδομάδα χάσαμε το θείο. Όταν υπάρχει ο θείος δεν υπάρχει ο θάνατος, λοιπόν, έτσι εφαρμόζεται η φιλοσοφία του εμπειριστή Επίκουρου [είναι και επίκαιρος τώρα με το νέο καθεστώς], σύμφωνα με την «Επιστολή προς Μενοικέα»: «Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί, ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά». Εγώ παρα-αισθάνομαι, είμαι homo sentimentalis, και έχω κουραστεί από αυτή τη σοφιστεία περί όντος και μη-όντος. Υπάρχει και ο βιωμένος θάνατος, ο θάνατος των άλλων, ας μην είμαστε τόσο εγωκεντρικοί πια. Τι να πεις και τι να νιώσεις σε μια κηδεία [τι extreme παράσταση, τω όντι], όπου η άλλη μου θεία φώναζε πάνω στο φέρετρο «Χαιρετισμούς» και κόντεψα να λιποθυμήσω. Δεν μπορούσα να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να φαντάζεται πιθανές συνομιλίες νεκρών [στον παράδεισο ή στην κόλαση; - αδιαφορώ] όπως στην «Αθανασία» του Μίλαν Κούντερα. Αλλά άλλο μυθοπλασία και άλλο πραγματικότητα – εύχομαι να έχει ήδη καταστεί σαφές πως ο στόχος αυτού του σχιζοειδούς blog είναι η υποστήριξη αυτής της ιδέας.
Μιλώντας για τα «Δεν ξεχνώ» λοιπόν, σε ένα άλλο πατριωτικό επίπεδο [πατρίδα είναι η ζωή, όχι η γη], θυμάμαι τι είπαν για το ζήτημα του χρόνου τρεις αγαπημένοι μου άνθρωποι. Πρώτη η μαμά, με την ανακοίνωση του μαντάτου από τον μπαμπά – πόσο σιχαίνομαι τους προβλεπόμενους προλόγους, πρέπει να βρούμε πρόλογο στον πρόλογο κι εγώ πίσω στο κάθισμα άυπνη από το ταξίδι να μισοκοιμάμαι τον ανακοινωθέντα εφιάλτη: «Όταν ένας άνθρωπος χαμογελά, νομίζεις πως θα ζήσει αιώνια». Δεύτερος ο μπαμπάς [πάντα ο καημένος αναλαμβάνει το ρόλο του μάντη κακών]: «Όταν τον θάψουμε, θα επέλθει η γαλήνη, ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα». Το ίδιο είχαμε πει και για τη γιαγιά και για ένα διάστημα πιστεύαμε πως το λευκό γατάκι που εμφανίστηκε στο σπίτι μας [ονόματι Μίλτος, ήταν ωστόσο θηλυκός - θα μιλήσω για το γάτο και το όνομά του μιαν άλλη φορά] αποτελούσε μετεμψύχωση [και μετενσάρκωση] της γιαγιάς Ευτυχίας – εντάξει, μερικές φορές γινόμαστε ολίγον τι παρανοϊκοί. Μόνο ο χρόνος, σωστά, «έχει ο καιρός γυρίσματα», είχα πει στον φίλο μου τον Μπάμπη μια φορά και μου απάντησε καταλλήλως – είναι ο άτιμος λάτρης των λογοπαιγνίων: «Έχει ο καιρός γυρίσματα, εμείς δεν έχουμε καιρό». Δεν έχει καθόλου άδικο. Γι’ αυτό κι εγώ κάθε πρωί σφουγγαρίζω το σπίτι [το έγραψα άλλωστε σε προηγούμενη ανάρτηση - «Πράγματα που κάνουμε... για να ξεπεράσουμε - ουχί να ξεχάσουμε»], για την ακρίβεια, ξεσκονίζω ραφάκια σαν άλλη Πουλχερία.
Συνοψίζοντας τις παραπάνω αντιλήψεις για το χρόνο, αλλάζοντας όμως τη σειρά, καταλήγω στο εξής modus vivendi, τη δική μου απάντηση στο αίνιγμα του χρόνου:
- Να πράττεις με την ιδέα ότι αύριο θα πεθάνεις [«κι έκαναν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου», Ανδρέας Εμπειρίκος].
- Να εμπιστεύεσαι την επούλωση των πληγών στο χρόνο [πανδαμάτωρ χρόνος - δεν ξέρω ποιος το είπε, ας με διαφωτίσει κάποιος].
- Να χαμογελάς. Το χαμόγελο είναι το απόλυτο «ξόρκι στο θάνατο» [διαβάστε τα υπέροχα ποιητικά σφηνάκια στο «Ξόρκι στο θάνατο» του Patrick Dubost, εκδόσεις τυπωθήτω, 2005].
Γεια και χαρά!
Το να γράφει κάποιος αποτελεί περίπτωση νεύρωσης;…
Δεν είναι σχετικό αυτό το “πανδαμάτωρ” όπως και ξεχωριστή για τον καθένα ιστορία;
Κάποιος, μη αντέχοντας μια φρικτή απώλεια αυτοκτονεί, ένας άλλος συνεχίζει
να ζει με καρφίτσες στην καρδιά, τρίτος καταφέρνει να ξεχάσει,
να προσπεράσει, ν’ αγνοήσει (ή νομίζει πως), τέταρτος με τη δουλειά,
ή την τέχνη ξορκίζει την απώλεια και πέμπτος ανάμεσα σε δυο μεθύσια
καθηλώνεται από τον πόνο τού «λες και ήταν χτες”…
Πατρίδα είναι και η γη μου!
Πώς να αφαιρέσεις τις χαρουπιές και τις ελιές από τον τόπο μου, το βασιλικό
και το γιασεμί από τον κήπο μου, το σπίτι και τη γειτονιά μου από τη ζωή μου,
και να μη νιώσω τον κόσμο να γέρνει στο χάος; Και πώς να μη φτιάξω από
ένστικτο κι αγάπη ένα μνημείο;
[Η ίδια αγάπη υπάρχει και για τη γη που "περιέχει τις πατρίδες όλων μας".]
Συ είπας: «Εγώ παρα-αισθάνομαι, είμαι homo sentimentalis» και «υπάρχει και
ο θάνατος των άλλων»…
Μπορεί αύριο να κινδυνεύει το δικό σου σπίτι, ή η ζωή του αγαπημένου
σου. Έτσι θα τ’ αφήσεις, έρμαια του καθενός που τα επιβουλεύεται ας πούμε
για οικόπεδα ή γιατί είναι πιο δυνατός ή καπάτσος ή επειδή το μπορεί; Και θα τ’ αφήσεις έρμαια τού κάθε χρόνου και θα πιστεύεις ότι το να επιμένει κανείς να θυμάται είναι αρτηριοσκληρωτικό και μνησίκακο; Εσύ τότε θα λες «δεν θυμάμαι» ή “ξεχνώ” και “πατρίδα μου είναι η ζωή”;
Ο άνθρωπος βέβαια επιβιώνει έτσι κι αλλιώς.
Μα μη μου στερείς το γλυκασμό και την οδύνη της μνήμης.
Και αν με βρίσκεις λάθος, αγάπε με, Ευτυχία μου.
Ουάου! hliodendron! Το κείμενο έχει πολλά σημεία αυτοσαρκαστικά…
αυτό ως προς τα περί “νεύρωσης”. Είναι σημαντικό το να γράφεις, αν
έτσι καλυτερεύεις τη ζωή σου και τους γύρω σου, αλλά αυτό δεν σε καθιστά
απριόρι εξέχουσα προσωπικότητα – είθισται το χάρισμα της έκφρασης
να μετατίθεται και σε άλλους τομείς της ζωής… Μερικές φορές εις βάρος
σημαντικότερων αξιών – κατά την ταπεινή μου γνώμη.
Υπάρχουν δραστηριότητες-λειτουργίες που σε μεταμορφώνουν εξίσου δημιουργικά,
τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Όπως λες κι εσύ, η γη,
άλλο ένα μωρό που φροντίζει κανείς, αν τα καταφέρνει. Κι εγώ κηπουρός
ήθελα να γίνω, αλλά ήμουν και θα είμαι αδαής στον κλάδο – με το ζόρι συντηρώ
τα κακτάκια μου και την ελιά στο μπαλκόνι. Αντιθέτως μιλώ στα άψυχα.
Η γη για μένα είναι το χώμα, η πατρίδα μας είναι το χώμα, κι εδώ κι εκεί,
είναι το ίδιο ιερό αν έτσι το βιώνω – δυσκολεύομαι πολύ στο να απαντήσω ξεκάθαρα
στο ερώτημα “ποιο είναι σπίτι σου;”, με ρώτησαν πρόσφατα, αλλά σίγουρα δεν νιώθω
το Λονδίνο δική μου πατρίδα, ασχέτως εάν εκεί πέρα έζησα τα πιο συνταρακτικά
πράγματα – εκεί για την ακρίβεια πίστεψα πως δεν θα ζήσω για πολύ, εκεί άρχισα
ουσιαστικά να γράφω απλώς να να επιβιώσω. Για να επιβιώσεις χρειάζεται μάλλον
να ξεχάσεις -κάποια πράγματα-, να λάβεις αποφάσεις, να πεις το μεγάλο “ναι” [δεν
αναφέρομαι στο δημοψήφισμα εδώ]. Έχω υπόψη μου τον Νίτσε.
Το “Δεν ξεχνώ” αναφέρεται στις ακραίες περιπτώσεις [δεν αποκαλώ όποιον
θυμάται μνησίκακο και αρτηριοσκληρωμένο, αλλά όποιον δεν μπορεί να τακτοποιήσει
δημιουργικά τη μνήμη του, έχει κι αυτή η ρημάδα ηλικία.
Το γεγονός ότι έχουμε μεγαλώσει βλέποντας μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
του λιμανιού της Κερύνειας με το σλόγκαν "Δεν ξεχνώ" στο σχολικό μας τετράδιο
μάς καθιστά από τα γεννοφάσκια μας αρκετά "αδιάλλακτους" σε ζητήματα πολιτικής αλλαγής,
μην πω σε ζητήματα αλλαγής γενικά. Είναι σαν να χρωστάς από πάντα κάτι, ένα
αδικαιολόγητο χρέος τού τύπου "να αγαπάς τους γονείς σου επειδή σε γέννησαν". Δεν
είναι υποχρεωτική η αγάπη ούτε η μνήμη - τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό αν δεν το
επέλεξες συνειδητά. Αλλά πώς θα μας αφήσουν να επιλέξουμε συνειδητά εάν από την
πριν-τη-μνήμη-ηλικία μάς βομβαρδίζουν με απαράβατα όχι;
Επιμένω να θυμάμαι τις φωτογραφίες των κατεχόμενων εδαφών από μια εγκυκλοπαίδεια
της Κύπρου: όλες αυτές τις υπέροχες χρωματιστές, με τον Άγιο Ιλαρίωνα, το Μπέλαπαϊς,
το λιμανάκι, τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου, την αμμουδιά της Αμμοχώστου...
με χρώματα, ναι, με χρώματα, κι έτσι η μνήμη μου η παιδική φωτίζεται θετικά,
ως κίνηση προς το μέλλον.
Δεν μπορώ να απολογούμαι μια ζωή που δεν είμαι ακριβώς πρόσφυγας,
ούτε και για το γεγονός πως έφυγα [τι σημαίνει, πως δεν νιώθω και δεν βλέπω;] αλλά
με “λιγότερη” μνήμη ή με υπέρβαση της μνήμης μπορώ καλύτερα να ξεκολλήσω από το τέλμα
ενός ακραίου συναισθηματισμού -του άσπρου και του μαύρου-, από υποσυνείδητους
μηχανισμούς άμυνας.
Μοιάζει λίγο με το να έχεις ζήσει μία μόνο ερωτική σχέση συνολικά
με αποτέλεσμα να μην μπορείς να την ξεπεράσεις γιατί δεν έχεις
ακόμα δώσει την ευκαιρία στον εαυτό σου να ελπίζει σε κάτι διαφορετικό και
καλύτερο. Και το καλύτερο θέλει κότσια, θέλει να χάσεις προτού να κερδίσεις έστω κάτι.
Πατρίδα μου είναι η Ζωή, αλλά η ζωή μου βγήκε από το θάνατο – ιδού
η διαφορά! Και πάντα θα παλεύουμε, αλλιώς η μνήμη μας είναι ένα κύμβαλον αλαλάζον,
μια που μιλάμε για αγάπη – δεν σε βρίσκω λάθος, αντιθέτως, χαίρομαι τόσο που υπάρχεις.
Δεν μπορείς να φανταστείς πώς γύρισα στη Λευκωσία εκείνη την Πέμπτη.
Ως και μέσα στον ύπνο με είχε καταλάβει το αίσθημα της
ανησυχίας: μήπως σε στεναχωρέσω, μήπως σε πήρα από το λαιμό,
μήπως…
Τώρα χαίρομαι που “πάτησες” επάνω στο σχόλιό μου για να απαντήσεις
έτσι που οι νύξεις, οι κοφτές προτάσεις του κειμένου σου να φωτιστούν
παρήγορα, πρόσθεσες βλέπεις και το χώμα…
Μπορεί να επιμένω να διαφωνώ -είναι και ο χαρακτήρας μου τέτοιος :)
όταν ο άλλος μιλάει λογικά εγώ γυρεύω μέσα μου τρόπους ν’ αντισταθώ-
ίσως να είναι και ένα τέχνασμα… προστασίας: για αυτά που έφτασες,
ένα, δύο ή τρία σταθερά σημεία κάτω από τις πατούσες σου.
Ευτυχία μου, κολλημένος άνθρωπος είμαι…
Οπότε ακόμα κι αυτόν που έζησε μία και μόνο ερωτική σχέση και
που δεν δίνει στον εαυτό του την ευκαιρία να ζήσει κάτι καλύτερο,
εγώ τον νιώθω πιο κοντά μου από αυτόν που ολοένα γυρεύει πώς θα
επιβιώσει πιο έξυπνα, πιο ικανά, που ελίσσεται.
Δεν μιλάω για κάποιον που παλεύει. Γιατί όλοι παλεύουμε. Ακόμα
κι αυτοί που γίνονται κύμβαλα αλαλάζοντα από μια μνήμη που δεν έχει
αντίκρισμα στο παρόν.
Ίσως μάλιστα αυτοί να παλεύουνε ακόμα πιο σκληρά. Για σκέψου.
Πίσω από εκφράσεις που υπεραπλουστεύουνε, όπως “άκρατος
συναισθηματισμός”, “αυτοί που βλέπουνε μόνο άσπρο ή μαύρο”
κρύβονται ίσως μηχανισμοί άμυνας αυτού που τις χρησιμοποεί…
Ούτε εγώ είμαι πρόσφυγας. Ήτανε ο αδερφός μου στον πόλεμο.
Μα είναι η Ελευθερία (μια γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών)που
για να επιβιώσει έκανε τη μνήμη της άχρηστη για το παρόν ή το
μέλλον της. Πήγε και χώθηκε μέσα στο παρελθόν της, μόλις της
ανέφεραν το θάνατο του άντρα της. Κλείδωσε την είδηση έξω από την
πόρτα του μυαλού της. Δεν το δέχτηκε ποτέ. Λιποθυμούσε στην εκκλησία,
στην αυλή του σπιτιού νομίζοντας ότι τον είδε. (Ποτέ δεν βρέθηκε το
πτώμα του.)
Θα μπορούσε να είχε μιαν άλλη ζωή η Ελευθερία…
Παρ’ όλα αυτά για μένα είναι …ας το καλύτερα… κλέβω πίσω από
την πλάτη της.
Δεν έχεις ν’ απολογηθείς για τίποτα. Ειδικά εσύ Ευτυχία μου.
Τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό. Δεν μπορείς, δεν είναι σωστό
να υποχρεώσεις κι αυτά τα ίδια τα παιδιά σου να νιώθουν όπως εσύ.
Κι ασχέτως αν δεν καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα, καταλαβαίνω
αυτά που λες. Και τι ωραίος ο διαχωρισμός της ασπρόμαυρης φωτογραφίας
με τις άλλες τις έγχρωμες…
Εκείνη η Πέμπτη ήτανε για μένα ιδιαίτερη.
Κατακρίβειαν όλες οι μέρες που την ακολουθούν.
hliodendron, είχα την ίδια ανησυχία σαν πάτησα το κουμπάκι της
υποβολής, την ίδια ανησυχία είχα για τις τελευταίες αναρτήσεις μου
που γράφτηκαν αργά το βράδυ και γρήγορα, για να μη χαθούν από τη
μνήμη μου, για να μην αλλοιωθούν από άλλες παραστάσεις -η ζωή εδώ
σε προλαβαίνει- και την ίδια ανησυχία θα έχω πάντα αν ό,τι κάνω είναι
σωστό, αντιπροσωπευτικό δηλαδή του εαυτού μου [ή της εικόνας που έχω για μένα],
κι αν οδηγεί κάπου όπου είναι εφικτό να αναπνέουμε.
Μου άρεσαν οι διαχωρισμοί που έκανες στο πρώτο σου σημείωμα: ο καθένας
τραβά το δικό του κουπί, και όλοι έχουμε με τον τρόπο μας δίκαιο -αυτή
η πεποίθηση είναι που προσωπικά μου δημιουργεί σκοπέλους, σαν περίσσιος
σκεπτικισμός που τρέχει από τα μπατζάκια μου- αλλά πέρα από αυτές τις ξεχωριστές
περιπτώσεις επιλέγεις πού θα κλίνει ο δικός σου ζυγός. Σε κάποια φάση, πρέπει
να το κάνεις δηλαδή. Δεν είμαστε πάντα έτοιμοι.
Για τη μόνη κατηγορία [αν μπορούμε να μιλάμε για κατηγορίες] που δεν τρέφω
καμία συμπάθεια,είναι για τους “καπάτσους”, αυτούς που δεν εσωτερικεύουν τίποτα,
που ελίσσονται ανόητα όλη την ώρα για να φτάσουν κάπου [πού θα φτάσουν, άραγε;].
Δεν τους είχα καν στο νου μου μιλώντας για τα “δεν ξεχνώ”.
Με ενδιαφέρουν όσοι παλεύουν με τον εαυτό τους. Και τελικά προχωράνε, έστω σακατεμένοι.
Πόσες φορές δεν κλάψαμε στο μαξιλάρι, πόσες φορές δεν επιμείναμε σε μια κούφια
πραγματικότητα, πόσες φορές δεν αποκλείσαμε φίλους από το προσωπικό μας αγιολόγιο
της μνήμης, πόσα “χάσαμε” ενθυμούμενοι και πόσες φορές ακόμη θα έχουμε “κολλήσει”
σε ένα βίωμα που πρέπει να τελειώσει; Και πόσες φορές δεν κάναμε την ευχή να ξυπνήσουμε
την επομένη δίχως μνήμη…
Εάν χάσω ποτέ πολύ-πολύ στενό και αγαπημένο άνθρωπο [η ζωή μέχρι στιγμής με προστάτευσε], δεν είμαι σίγουρη
αν θα υπάρξω ποτέ η ίδια… Θαυμάζω φίλες που έχουν πολύ σοβαρό λόγο να εγκλειστούν στο απωλεσθέν… και δεν το κάνουν ολικά, θαυμάζω την καρδιά με τα μαχαίρια που παλεύει να χαμογελά [δες το παραμιλητό στον κηπουρό], θαυμάζω τόσους ανθρώπους που ξεκινώντας
από ένα πλην γίνονται πιο άνθρωποι από τους ανθρώπους.
Και μέσα σε αυτές τις σκέψεις και η Κύπρος σε δέκα
χρόνια, αν προχωρήσει με θάρρος, θα βρεθεί κάπου καλύτερα.
Και όταν γράφουμε, κάποιοι υπερβάλλουμε – θυμάσαι τη συζήτηση περί τέχνης που κάναμε.
Δεν καταλήξαμε, βεβαια, το θέμα είναι να μην καταλήγεις σε ορισμούς. Το θέμα είναι
να μιλάμε, να μοιραζόμαστε [και να μαραζώνουμε εν ανάγκη], αλλά να ξέρουμε από την
αρχή πως μας ενδιαφέρει η λύση ενός προβλήματος — εκεί η διαφωνία είναι συμφωνία.
Σ’ ευχαριστώ τόσο [και για τα λινκς που έστειλες].
Έχω Σίλβια Πλαθ σήμερα, και δεν θέλω με τίποτα να γράψω.
Το μέλλον είναι ανοιχτό,
Hliodendron, θυμάσαι την Ελένη στο Iron Lady; Θυμάσαι και την άλλη την έρμη
που ασχολείται με γράμματα; Η μία αυτοκτόνησε, η άλλη υποφέρει μέσα στη
μνήμη της: μνήμη συναισθηματική. Όλα είναι δρόμος…
Sexton μου, προσπάθησα και πριν να σου απαντήσω,
βγήκε κάτι πολύ συναισθηματικό και το έσβησα,
πήγα να ευχηθώ στη μητέρα μου που έχει τα γενέθλιά
της σήμερα και επανήλθα. Σκέφτομαι ότι τελικά κάνω
αυτό που δεν είχα φανταστεί ποτέ για μένα.. Προφυλάσσω
τον εαυτό μου από το να σε αγαπήσω πολύ!
Αυτά που μου λες, η μελαγχολία που βγαίνει με τα λόγια
σου και που ίσως να την προκάλεσα εγώ, με συγκινούν βαθιά.
Περνώντας από το δωμάτιο της ξυλόσομπας για να έρθω
στο γραφειάκι μου, είδα τη συλλογή σου μέσα από
το παράθυρο. Τη διάβασα ξανά χτες το βράδυ.
Είναι τόσο παράξενα όλα. Μαραζώνω που αντί
να σου πω ότι σε αγαπώ, ότι χαίρομαι τόσο πολύ
που σε γνώρισα, πως αισθάνομαι μικρό κορίτσι που σε
θέλει φίλη -για- πάντα, σε ταλαιπωρώ εκφράζοντάς σου
την τόσο μπερδεμένη μέσα μου κατάσταση. Πήρα φόρα,
από το έρμο το “δεν ξεχνώ”.
Συγγνώμη sexton, Ευτυχία μου.
hliodendron, είμαστε τυχεροί που μπορούμε να μιλάμε
για αυτά που πιστεύουμε και που νιώθουμε.
Φτάνει να λέμε τις αλήθειες μας.
Θα είχαμε πρόβλημα αν μιλούσαμε φορώντας μάσκες και
μασκίδια.
Βάζω το χέρι μου στη φωτιά για την καλή σου προαίρεση.
Άλλωστε, δεν έγραψες και κάτι που θα έπρεπε να με θιξει,
γιατί στεναχωριέσαι τόσο; Τι θυμήθηκες;
Θα έγραφα κι άλλα, αλλά έχει ήδη πέσει το κλαματάκι με
το που είδα το μήνυμά σου.
Περί μνήμης σήμερα…
Τι ωραίο το διάφανο κρύσταλλο!
Υγρ.: Φαντάσου τι θα έλεγε ο εμνευστής τού “Δεν ξεχνώ”,
Νίκος Δήμου… Πριν από καμιά πενταετία τού είχα στείλει ίμειλ
ως φαν και τι μου απάντησε; “Η δυστυχία του να είσαι ευτυχία” -κάπως
έτσι- από το βιβλίο του “Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας”, το οποίο είχα
ζητήσει σε ένα βιβλιοπωλείο ως “Η δυστυχία του να είσαι” γιατί δεν θυμόμουν
τον υπόλοιπο τίτλο. Παρά το άγριο δούλεμα που έχω φάει για το θέμα
εξακολουθώ να αναφέρω την γκάφα μου και μάλιστα με υπερηφάνεια:
Αφού είναι δυστυχία να είσαι!
Χρόνια καλά στη μαμά, φιλιά από μένα.
hliodendron, αγκαλίτσα!
“Να πράττεις με την ιδέα ότι αύριο θα πεθάνεις”..
..αχ μακάρι να ζούσαμε σύμφωνα με αυτό..τη καθε μέρα..
Roadartist, έχει και τα αρνητικά του πάντως…
Το ήξερα ότι θα καταλήγαμε στον Δήμου :)
Ξέρεις, υπάρχει και για μένα ένα προηγούμενο μαζί του,
που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε “η δυστυχία του να είσαι
παρορμητικός”…
Είχε να κάνει με το ίδιο περίπου θέμα που συζητήσαμε εδώ.
Άστα να πάνε…
Βέβαια αργότερα ήρθανε και οι “απολαβές”, αλλά τη στιγμή του
…ατυχήματος και για αρκετό καιρό ένιωθα πραγματικά χάλια.
Sexton μου, δρόμος είναι όλα και τι δρόμος…
Χτες το βράδυ συναντήθηκα με τα λόγια ενός Κύπριου ποιητή.(Σύμπτωση;)
Περί μνήμης… :
“[...]Η μνήμη είναι κοφτερό μαχαίρι που πάνω του δοκιμάζεται η
αλήθεια του συναισθήματος. Το αίσθημα δεν πρέπει να στηρίζεται
μονάχα στο ένστικτο, οφείλει να φιλτράρεται μέσα από τη λογική,
για να μπορεί ευδιάκριτα να αναδημιουργεί το παρελθόν του με τη
συναίσθηση του μέλλοντός του.
[...] Αρκεί να γνωρίζουμε πως τίποτα δεν μπορεί να μας δοθεί χωρίς
μιαν αφοσίωση στη γενέθλια γη, μιαν εμμονή στο χώμα που πατάμε.[...]
[...] Η γη ως συστατικό της ζωής, ως υλική θεμελιώδης βάση της
δημιουργίας, στηρίζει επίσης και διαμορφώνει την ψυχή ενός τόπου.
Θέλω να πω η ψυχή ενός τόπου αντικαθρεφτίζεται στους ανθρώπους
που τον κατοικούν και αντιστοιχεί στην ποιότητα του προσώπου τους.”
……..
Σε φιλώ!
hliodendron, καλημέρα! [Θα απαντήσω μετά στο
μέιλ σου - για ευνοήτους λόγους.]
Ποιος έγραψε το παραπάνω απόσπασμα;
Γη-χώμα… Ωραία. Το θέμα είναι να βρεις ποιο είναι.
Σκέφτομαι ως χώμα το μυαλό, το οποίο ακονίζεις όσο ζεις
και παθαίνεις και μαθαίνεις. Το μυαλό μας ορισμένες φορές
ακονίζει κι εμάς τους ίδους – είναι συνταρακτικό.
Ως μη θρησκευόμενη δεν βλέπω άλλα
ερείσματα – τι μοναξιά. Δεν έχω πατρίδα, Ρωξάνη, δεν έχω
πρότυπα, έχω μονάχα αγαπημένους ανθρώπους και ασχολίες
και μια μεγάλη κατανόηση για τα πάντα – κάτι εντελώς αφηρημένο,
μα δεν έχω κάτι άλλο.
Είναι το δικό μου χώμα και ίσως ο δικός μου ουρανός.
Διάβαζα χθες αποσπάσματα από τη “Φιλοσοφία της
Αμφισβήτησης” της Σιμόν ντε Μποβουάρ με αφορμή τις συζητήσεις
με την Artanis και απορούσα αν πιστεύω πρώτα στην ύπαρξη και μετά
στο είναι. Μήπως το Είναι είναι η Ύπαρξη;
Θα το επεξεργαστώ την ώρα που θα κάνω κάτι άλλο.
Τις μεγαλύτερες αποφάσεις της ζωής μου τις λαμβάνω ενώ χτενίζομαι,
απλώνω τα ρούχα, σιδερώνω [σπάνια] – κάνοντας κάτι τέλος πάντων
εντελώς άσχετο.
Δεν ξέρω γιατί οι γυναίκες τα καταφέρνουμε
καλύτερα όταν κάνουμε δύο πράγματα μαζί.
Λέω πως κάνω τα πράγματα καλύτερα όταν “είμαι μαζί”.
Ακούω έναν παλιό δίσκο της Tori Amos γιατί “απαλλάχθηκα” από τη
Σύλβια Πλαθ. Ώρα για πρακτικές εργασίες και σκέψεις.
Μη λυπάσαι, σε παρακαλώ μη λυπάσαι.
Θα επανέλθω σε μέιλ.
Υγρ.: 1. Δεν κατάλαβα τι έγινε με τον Νίκο Δήμου! Κι αυτά στο μέιλ.
Υγρ.: 2. Τελικά το μπλογκ αυτό είναι εντελώς εξομολογητικό… Να κάνουμε
κάτι για το θέμα;
Όπως και να ‘χει, αφού θέλεις να κάνουμε κάτι για το
θέμα, θα σου πω μόνο το όνομα τού αγαπημένου ποιητή
και που είναι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης.
Τα υπόλοιπα, αν θέλεις, σε μέιλ.
xxxx
hliodendron, το φαντάστηκα πως θα ήταν ο Χαραλαμπίδης…
Μου είπαν με παράπονο σε ένα βιβλιοπωλείο της Λευκωσίας
πως δεν προωθεί τα βιβλία του στο νησί. Έμεινα έκπληκτη.
Φταίει η Άγρα; Εδώ λένε το αντίθετο. Τι μπέρδεμα! Και δεν
έχει και τόση σημασία μάλλον! Σε φιλώ, αγκαλιά!
Sexton όντως τελικά όλα έχουνε δυο όψεις… :)