Αρχείο για Μαΐου, 2008

27
Μάι
08

Εντωμεταξι

Rufus Wainwright / Between My Legs

You can go out, dancing
And I’ll write about you, dancing without you
And I’ll shed a tear between my legs

When you were here, I missed you
Now that you’re away, I’m out there without you
And I shed a tear between my legs

Though we live in the same city,
You live in another state far away from me and all of my unfaded charms
But when the rocket ships all fall, and the bridges, they all buckle
And everybody’s packing up their station wagons
There’s a number you can call, like a breast that you can suckle
And we quietly will exit as it all is happening

Again, I’m afraid of one thing,
Will I walk away from love knowing nothing, wearing my heart between my legs?
But when I know you’re naked, lying on the bed while I’m at the piano
All I can say is I can’t fake it

When the rocket ships all fall, and the bridges, they all buckle
And everybody’s packing up their station wagons
There’s a number you can call, like a breast that you can suckle
And we quietly will exit as it all is happening again
‘Cause there’s a river running underground, underneath the town towards the sea,
That only I know all about
On which from this city we can flee
On which from this city we can flee

http://www.youtube.com/watch?v=b83WpEExtUs

24
Μάι
08

joy-joyce

 

«…Ο λόγος της ενδίδει στην ασέλγεια, στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, στη λαγνεία, στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στο μακάβριο, στη διαστροφή, σ’ όλες τις παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού, επιστρατεύοντας και την αναισχυντία, προκειμένου να διασαλπίσει πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος», έγραψε ο Έκτωρ Κακναβάτος γι’ αυτήν. Ο Αντρέ Μπρετόν ονόμασε αυτό το σκανδαλώδες κορίτσι του υπερρεαλισμού και της μαγγανείας «Κονδυλώδες τέκνο του ανατολικού παραμυθιού».

Ήταν η Joyce Mansour. Γεννήθηκε στην Αγγλία, από Αιγύπτιους γονείς [1928-1986], ήταν πρωταθλήτρια της Αιγύπτου στα 100 μέτρα, ικανή ιππεύτρια, και με ρεκόρ στο βάδην και στο άλμα σε ύψος. Όταν εγκατέλειψε τον αθλητισμό στα είκοσί της χρόνια άρχισε να γράφει ποίηση. Οι «Κραυγές» της μάγεψαν τον Αντρέ Μπρετόν που επικοινώνησε μαζί της ενόσω ήταν ακόμα στην Αίγυπτο. Σαν πήγε στο Παρίσι με το σύζυγό της, έγιναν αχώριστοι με τον ακαταμάχητο πατέρα του υπερρεαλισμού.

Ο σύζυγός της Samir Mansour καταθέτει πως ήταν λυτρωμένη από τις υλικές μέριμνες, δεν ήξερε να βράσει ούτε αβγό, ήταν ιδιαιτέρως προσηλωμένη στις δραστηριότητες των φίλων της, δεν διέθετε καμία πειθαρχία στο γράψιμο και δεν έδινε εικόνα συγγραφέα. Ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ του να γράφει, τα χειρόγραφά της τα έδινε στο γιο της, για να της διορθώσει τα ορθογραφικά.

Η «μικρή μάγισσα» κατάφερε «να μαυλίσει τους τελευταίους μεγάλους υπερρεαλιστές», γράφτηκε μετά το θάνατό της, στα πενήντα οχτώ της χρόνια, από καρκίνο του στήθους. Η ποίησή της είναι ακαριαία, αφορά αποκλειστικά όσους αντέχουν το σώμα σε όλες του τις σαρκικές υπερβολές, με όλα του τα πάθη, σε αυτούς που μπορούν να κοιτάξουν τον υπερρεαλισμό ως ένα είδος υλοποιημένου, μερικές φορές τερατόμορφου, ερωτισμού.

—————————————————————————-

Joyce Mansour, Kραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, απόδοση Έκτωρ Κακναβάτος, εκδόσεις Άγρα, 1994

 

Κραυγές 1953

 

Το μπηγμένο καρφί στο ουράνιο μάγουλό μου

τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’ τ’ αυτιά μου

οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές

το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται ευωδιάζει

τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους

όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας 

*

Κάλεσέ με με το τελευταίο μου όνομα

κρέμασε τα ρούχα μου στους πλανήτες στ’ άστρα

που οι κνήμες μου χωρίς διέξοδο βαδίζουνε στη γην επάνω

σπέρνοντας την απελπισία μου μέσα στις καρδιές των ζώων

που οι τελευταίες μου ειδήσεις ηχούν σαν πένθιμες καμπάνες

για να καλέσουν στη μετάνοια τους ανθρώπους 

*

Σ’ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι,

οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σ’ αηδιάζουν,

τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα σεντόνια μας

οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε

όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,

το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει

που οι χθεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου

*

Καθισμένη στο κρεβάτι μ’ ανοιχτές τις γάμπες

μπροστά της ένα κύπελλο

ψάχνοντας να φάει μα μη βλέποντας τίποτα

η γυναίκα με τα φαγωμένα απ’ τις μύγες βλέφαρα

βογγούσε

Απ’ τα παράθυρα μπαίναν οι μύγες

βγαίναν απ’ την πόρτα

μπαίναν στο κύπελλό της

μάτια κόκκινα μύγες μαύρες

φαγωμένες από τη γυναίκα

που δεν έβλεπε τίποτα 

*

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια

θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή

που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου

σε ανόσιες σε σμπρώχνουν πράξεις

που τα ίσια μαλλιά της αφηρημένης κεφαλής μου

μπλέκονται στα νύχια σου

απ’ την παραφορά καμπυλωμένα

που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος

ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος

*

Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου

θέλω τη λύσσα σου

θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν

τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν

θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου

θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια

πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα

οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε

*

Τα βίτσια των αντρών

είναι η επικράτειά μου

οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου

αγαπάω να μασάω τις χαμερπείς τους σκέψεις

γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου

  

Σπαράγματα 1955

 

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα

διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα

πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι

δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου

κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι

μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας

πιο γρήγορα παρά η νύχτα

Εξήγησα στη ριγωτή γάτα

τις αιτίες των εποχών της κουκουβάγιας τις ρίγες

την προδοσία των φίλων τον έρωτα των καμπούρηδων

και τον τοκετό του χταποδιού με τα πλοκάμια να σπαρταρούνε

που σέρνεται στο κρεβάτι μου και δεν αγαπά τα χάδια

Η ριγωτή γάτα άκουγε χωρίς να βλεφαρίζει ούτε ν’ απαντά

κι όταν έφυγα

η ριγωτή ράχη της

γελούσε 

*

Κορμί μικρό κακοκαμωμένο

μες στο υπόγειο του δίχως ημέρες

μικρό κεφάλι καλογυαλισμένο

δίχως μάτια ούτε χαμόγελο

είναι η παιδική ηλικία

μικρά κόκαλα δίχως θέληση

τσακισμένα με σπουδή ανάμεσα σε άγουρα δάχτυλα

ινδικό χοιρίδιο πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο

παιδί διόλου τέκνο μιας μάνας δίχως εραστή

καταδικασμένο στη μοναξιά   καταδικασμένο στην επιστήμη

*

Πόδια σφιχτοδεμένα

η καρδιά σαλάτα

περιμένω θεέ το έμβρυο

για να πεθάνω καρφωμένη στον ουρανό

σαν ένα αστέρι

ευτυχισμένη

*

Θυμήσου την ακανόνιστη πτήση της καρδιάς μου

τη συγκίνησή σου

των τριχών μου το τσαλάκωμα

όταν μαζί γελούσαμε θυμήσου

τον παραγεμισμένον μ’ ευωδίες αγέρα

που απ’ το πυρωμένο μου κορμί προβαίνει

το παχύ γκρίζο καουτσούκ των χαύνων βραδιών του χειμώνα

Όταν ακούγαμε να βαρούν καμπάνες τα ποντίκια

τρώγωντας παπαρούνες

Εσύ κι εγώ θυμήσου

*

Άκουσέ με

Τα χέρια σου μ’ακούνε

Μην κλείνεις τα μάτια

οι κνήμες μου μένουν ανοιγμένες

παρά του μεσημεριού το φως που ουρλιάζει

παρά τις μύγες

Μην αποστρέφεσαι τα λόγια μου

Μη σηκώνεις τους ώμους

άκουσέ με Θεέ μου

πλήρωσα τη δεκάτη

κ’ οι προσευχές μου αξίζουν όσο και της πλαϊνής μου

  

Όρνια 1960

 

Little Rock 

Όπου θα πας

θα πάω

πτυχωμένο με δάκρυα κεφάλι

Όπου θα προσευχηθείς

θα προσευχηθώ

Ω η απελπισία των αποκοιμισμένων τούτων τοίχων

Ο λαός σου θα είναι ο λαός μου

Το κρεβάτι σου η μόνη μου ελπίδα

Ο θεός σου θα είναι ο θεός μου

Κι ο αφαλός σου

η θέση που κουρνιάζω

γιατί μόνο το δέρμα σου είναι μαύρο

 

18
Μάι
08

Δεν είναι στήθος είναι καρδιά…

And It’s Time That You Love

Ξυπνώ από έναν πνιγηρό ύπνο όπου προσπαθώ μάταια να μιλήσω, αλλά δεν έχω φωνή. Αισθάνομαι την αδικία του ανθρώπου εκείνου που έχει όλη τη γνώση στα χέρια του αλλά δεν μπορεί να την εκφράσει. Με πνίγει το δίκαιο στο ασύνειδο ενύπνιο.

Ίσως να μην είναι το ασύνειδο ακριβώς το αίτιο της ασφυξίας που υφίσταμαι, αλλά η ασημένια αλυσίδα στο λαιμό μου με το σταυρό, που καλού κακού φοράω. «Ένας σταυρός ποτέ δεν πάει χαμένος», εμένα όμως με πνίγει τα βράδια ένα σταυρουδάκι, παρά ταύτα επιμένω, επιμένω να μην το βγάζω από πάνω μου. Δεν πνίγομαι, με πνίγει, αυτό σημαίνει πως έχω πλήρη συνείδηση της προσβολής που μου κάνει η ύλη, επίσης σημαίνει πως εις γνώση μου αφήνω την ύλη, τα πράγματα, να επιδρούν επάνω μου. Ναι, ίσως και να πνίγομαι τελικά. Αυτόβουλα. Αρνί σε σφαγή.

Είχα πάντα πολύ καλή σχέση με την αυτοτιμωρία. Το αποδέχτηκα και αυτό, ανάμεσα σε ένα σωρό ματαιωμένες δήθεν αυτο-υπερβάσεις. Περιορίζομαι πια στο να κατανοώ, να καταλαβαίνω τους λόγους που έπλασαν αυτό το μικροσκοπικό, ευάλωτο πλάσμα που κατέληξα να είμαι. Μικρή κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα, ώρες ολόκληρες, καλλιτεχνικές παραλλαγές της αυτομαστίγωσης αγίων, του Αγ. Φραγκίσκου, του Αγ. Δομήνικου, περισσότερο όμως με εντυπωσίαζε η τιμωρία στον τροχό της Αγ. Αικατερίνης. Α, ναι. Η Ιστορία τοποθετεί έναν άγιο σε κάθε εικόνα ονείρου.

Στη μύχια ταύτισή μας με κάποιο όνειρο, σε αυτή την ψυχολογική λειτουργία στηρίζεται η τέχνη, καθετί σε αυτήν είναι ένα σύμβολο που συνδέεται μυστήρια με τη ζωή ενός φιλότεχνου. Πολλές φορές η τέχνη είναι αυτό που θέλουμε να δούμε μέσα σε μια στιγμή και εκείνη η στιγμή γίνεται αιωνιότητα, διογκώνεται μέσα στο χάος της μνήμης. Ο πίνακας της Αρτεμισσία Τζεντιλέσκι, με εκείνη την παθιασμένη δολοφονία του Ολοφέρνη -το αίμα του να εκτινάσσεται σαν συντριβάνι από τον αποκομμένο από το σώμα λαιμό- μπορεί να σε κάνει να σκοτώσεις άνθρωπο. Μια μικρή γεύση από καταπίεση και απιστία αρκεί, αρκεί ίσως να είσαι γυναίκα, να έχεις στήσει απέναντί σου τον άντρα.

Το ‘χεις και δεν το ‘χεις μέσα σου. Αυτά είναι πράγματα που υπερβαίνουν τα όρια του συνειδητού. Υπάρχει πάντως μια αφανής γραμμή που μας συνδέει με την ύλη της τέχνης και από εκεί με κάποιον άνθρωπο, απροσδιόριστος παραμένει ο συνεκτικός ιστός, αδιόρατος και παράλογος, αν δεν πιάσεις το νήμα. Το ανθρώπινο μυαλό διέπεται από απόλυτη ενότητα, είναι ένα σύστημα, δεν φταίει δηλαδή το μυαλό, το πώς εντυπώνονται τα πράγματα μέσα του φταίει, το αν καθετί για παράδειγμα εντός του περιστρέφεται άτακτα και άχρονα δίνοντας την εντύπωση της πολλότητας. Σφάλματα κρίσης, όχι λογικής, το είπε κάποτε ο Καντ. Κρίσεις… Άκρη βρίσκεις, βέβαια, αλλά μόνο σε στιγμές έξαρσης, κατά τις εύνοιες του νου, στιγμές ευτυχισμένες της ύπαρξης που έχεις την εντύπωση πως είσαι ίδιος ο οφθαλμός της αλήθειας. Μα κι αυτές οι εντυπώσεις άλλο δεν είναι από ψήγματα βεβαιότητας, ποτέ η βεβαιότητα η ίδια, εκτός κι αν ξέρεις από την αρχή το τέλος, αν έχεις ζήσει τη ζωή σου ανάποδα.  

Αν δεν ήμουν πεσιμίστρια, θα ήμουν αμετάκλητη αγία. Η πιο πιστή. «Πεσιμιστής σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι το κάθε πράγμα ως τραγικό, συμπεριφορά υπερβολική και άβολη». Ο άγιος όμως ως ο απόλυτος συγκαταθέτης αλήθειας αποβάλλει την τραγικότητα του μαρτυρίου του. Στην αγιότητα δεν υφίσταται κανένα δράμα, επικρατεί η αέναη χαρά γι’ αυτό που αισιοδοξεί κανείς πως στο τέλος θα αντικρίσει. Εμένα δεν το χωράει ο νους μου βέβαια: πώς γίνεται να σηκώνεις στους ώμους σου την απελπισία της γνώσης πως ό,τι κάνεις σε αυτή τη ζωή αφορά μιαν άλλη, πώς γίνεται να κουβαλάς την απελπισία δίχως ν’ απελπίζεσαι; Γιατί να πιστεύεις σ’ ένα όνειρο που θα πεθάνει; 

Γεννιόμαστε αθώοι, υπομένουμε τη σπαρακτική διάλυση των ψευδαισθήσεών μας ώστε να αποκτήσουμε την περιβόητη «γνώση», για να ζήσουμε ύστερα με το φόβο του θανάτου, την απόλυτη βεβαιότητα που μας χαρίζει μονάχα ψήγματα ευτυχίας, ίσα που να αντισταθμίζουν τον πόνο. Η απόλυτη βεβαιότητα στον άνθρωπο βεβηλώνει την ευτυχία, ενώ τα ψήγματα βεβαιότητας τη συντηρούν μέσα στον ασφαλή χώρο των ονείρων. 

Τώρα καταλαβαίνω γιατί στις ορθόδοξες χριστιανικές εικόνες πλαισιώνει το κεφάλι των αγίων το περίφημο φωτοστέφανο. Η βυζαντινή αγιογραφία ήρθε για να παγιώσει ένα όνειρο, την αισιοδοξία μιας πίστης στην ταπείνωση. Να μετατοπίσει το μύθο της ευτυχίας στη μέλλουσα ζωή. Ταπείνωση για να. Όπως και η τέχνη του Μπαρόκ, αυτή ήρθε να ριζώσει το δέος, ένα δέος ενώπιον της ενσάρκωσης μιας μέλλουσας ζωής στην τωρινή, που επιτυγχάνεται μέσω της υπέρβασης των ανθρωπίνων αδυναμιών. Κάπως έτσι σφηνώθηκε στα μυαλά μας η πίστη στον ηρωισμό, το καθήκον του ηρωισμού, ενός τρόπου ζωής-πρότυπο στην πράξη. Γι’ αυτό ένας άγιος θεωρείται ήρωας, ήσαν ήρωες οι άγιοι, δεν μπορούμε παρά να τους ατενίζουμε με θαυμασμό. Σίγουρα ήσαν ήρωες! Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή… μάλλον δεν θα είχαν το περιθώριο μιας εναλλακτικής. Τελικά ο ηρωισμός δεν είναι τίποτα άλλο από μια όψη του αδυνάτου. 

 * 

Σηκώνομαι απρόθυμα, στέκομαι στον καθρέφτη. Κοιτώ το σώμα μου. Το σταυρουδάκι κόλλησε σαν σαλιγκάρι πίσω στην ιδρωμένη μου πλάτη, βλέπω μόνο μια γυμνή αλυσίδα έτοιμη να πιέσει τελεσίδικα το λάρυγγά μου. Κοιτώ νωχελικά ένα δράμα που εκτυλίσσεται μέσα μου, είμαι τόσο ατάραχη όσο ένας τιμωρημένος αμαρτωλός. Σηκώνω τα χέρια στη διάταση, έχω ένα στήθος μοναχά, το άλλο μου το κόψανε ένα πρωί, περάσανε ήδη δύο χρόνια από τότε, ήταν το πρόγευμα κάποιου χειρουργού, το εξιλαστήριο θύμα μιας κακής συγκυρίας, η Ιφιγένειά μου. Υποσχέθηκα να την κοιτώ, να την υπολογίζω (λες και υπάρχει), να την τιμώ ίσως, ακόμη και στα μάτια ανδρών που κάποτε με λυπούνται. «Napoleon is weeping in a carnival saloon / His invisible fiance in the mirror»…

Περάσανε πολλοί άντρες από τη θέα του αόρατού μου στήθους. Όσο πιο αόρατο τόσο περισσότεροι ανδρικοί μοχλοί ν’ αναμοχλεύω. Δεν βρίσκω τίποτα μέσα τους, τα έχουν όλα απέξω ορατά. Λες και το ορατό δεν είναι το αυτονόητο. Λες και το αυτονόητο δεν μοιάζει με το ανόητο. «Μα όλο το παιχνίδι της ύπαρξης στηρίζεται στην ανακάλυψη!» σκέφτομαι. Ο εκσκαφέας έχει βαρίδια στα πόδια του, η μάθηση είναι -αναγκαστικά- ένα ναρκισσιστικό πλήγμα. «His giant wings prevent him from walking».

…Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες

            κι ανατείνομαι όνειρος

αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις

εκείνη την αρτηρία του αόρατου…

Κατεβάζω τα χέρια, παραμένω ατάραχη, τι ένα τι δύο στήθη, παραμένω γυναίκα. Τα μάτια μου είναι βέβαια θλιμμένα, γιατί το πρόσωπο που έζησε μες στον καθρέφτη είναι το πρόσωπο ενός νεκρού. Πενθώ για να μην ξεχάσω πώς είναι αντί να τρως να τρώγεσαι απ’ το νυστέρι. Ραμμένο σώμα, πάνινη κούκλα. Παλιοκούκλα! «So beautiful before, now comic and ugly!» Ένα πουλί που κουτσαίνει μολοντούτο περήφανο! Κανείς δεν πρέπει ν’ ανησυχεί για μάτια που κοιτάνε στον καθρέφτη. 

Τα πάντα είναι απλά τελικά. Η ζωή; Η σκοτεινή όψη της δικαιοσύνης. Και η δικαιοσύνη; Κατασκεύασμα του νου. «Ο καθείς και η ανταμοιβή του», ψιθυρίζω. Καλύτερα το μοίρασμα να γίνεται νωρίς, η αναμονή της επέλασης του κακού είναι χειρότερη από την τιμωρία την ίδια. Και ο αυτοσαρκασμός μου είναι γλυκύς, σαν το αίμα: είναι προικοδότηση, στο όνομα μιας εσωτερικής ισορροπίας. Υπάρχω ακόμα.

 *

Κλείνω το μάτι στον καθρέφτη και μισοχαμογελάω. Δεν μαζεύω άλλα ψυχοχάρτια τώρα πια χαζεύω, χαζεύω την αγριότητα. Κοιτάω την Ιφιγένεια. Είναι αόρατη. Με κοιτάω. Είμαι ορατή. Καταλαμβάνω το χώρο, καταλαμβάνω ολάκερο καθρέφτη, αλλά είμαι μισή. Ίσως να είμαι ο σατανάς, ο σατανάς με ένα στήθος, ένας simul justus and peccator. Αυτός είναι που με κρατά ζωντανή. Αλλά δεν είναι το στήθος! Ποτέ δεν ήταν το στήθος. Ποτέ η δυστυχία μιας γυναίκας δεν συντελείται από ένα στήθος (απόν). Είναι που δεν απάντησες ποτέ στα γράμματά μου (απών). (Μα σε αγαπούσα ολόκληρη…) Αλλά δεν είναι ούτε αυτό. Είναι που οδεύουμε ακαριαία προς τη μετά-το-στήθος εποχή.

«Σήμερα λες· το πολύ αύριο· μεθαύριο σημαίνει μεταφυσική». Ένας σταυρός δεν φτιάχνει αγιότητα. Ένας σταυρός δεν φτιάχνει ήρωες. Αν σπάσεις την αλυσίδα, τότε τι θα ‘χεις;

18
Μάι
08

ραβασάκια που γεφυρώνουν τα χέρια μας

Ωραία τα ραβασάκια, οι σημειώσεις, τα χειρόγραφα… Μπορεί και να είναι η Απόλυτη Ανάμνηση καθώς είναι ιδιόγραφη, αυθόρμητη, πιστή στη φευγαλέα στιγμή που εμπεριέχει το άπειρο…

Κατόπιν παρότρυνσης από τον Δημήτρη Αθηνάκη, γράφω [αντιγράφω], φωτογραφίζω, αναρτώ και καλώ τους: AReadingDiary, Artanis, Ektor, GreekGayLolita, Hliodendron, H Mirodia tis Lithis, Indianmist alla kai osous agapane…  να κάνουν το ίδιο. Δηλαδή:

1. Γράψε (με το χέρι) 2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε) 3. Πόσταρε. 4. Ειδοποίησε! 5. Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com/

6. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους bloggers να συμμετέχουν.

Το δικό μου ραβασάκι:

http://autographcollectors.blogspot.com/

 

18
Μάι
08

Επιστολή ή τα Φτερά του Έρωτα

Έγραψε αυτό το γράμμα σε εκείνην, και μετά από μερικούς μήνες, το Σεπτέμβριο του 2007, αφαίρεσαν μαζί τη ζωή τους.

André Gorz, Γράμμα στη Ντ. [Ιστορία ενός έρωτα], μετάφραση Σάντρα Βρέττα, επίμετρο Μιχάλης Μήτσος, εκδόσεις Ποταμός 2008.

Γίνεσαι ογδόντα δύο χρονών. Έχεις κοντύνει έξι εκατοστά, ζυγίζεις όλο κι όλο σαράντα πέντε κιλά και είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική κι επιθυμητή. Πάνε πια σαράντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σε αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Νιώθω πάλι μέσα στο στήθος ένα σπαρακτικό κενό που μονάχα η ζεστασιά του κορμιού σου πάνω στο δικό μου το γεμίζει.

[...]

Έχω ανάγκη να σου ξαναπώ αυτά τα απλά πράγματα προτού θίξω τα ζητήματα που με βασανίζουν εδώ και λίγο καιρό.

[...]

Ο έρωτάς μας άρχισε μαγικά, σχεδόν κεραυνοβόλα.

[...]

Κατάλαβα μαζί σου πως η ηδονή δεν είναι κάτι που το παίρνουμε ή το δίνουμε. Είναι τρόπος να δίνεσαι και να ζητάς το δόσιμο του άλλου. Δοθήκαμε ο ένας στον άλλο ολοκληρωτικά.

[...]

Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να εξηγήσει τον αόρατο σύνδεσμο που νιώσαμε να μας ενώνει από την αρχή. Παρόλο που είχαμε βαθιές διαφορές, δεν έπαυα να αισθάνομαι ότι είχαμε κάτι θεμελιώδες, κάτι σαν πρωταρχικό τραύμα.

[...]

Φαντάζομαι τη σύγχυση και τη μοναξιά σου. Σκεφτόσουν ότι αν είναι έτσι ο έρωτας, αν είναι έτσι τα ζευγάρια, προτιμούσες να ζήσεις μόνη και να μην ερωτευτείς ποτέ. Κι επειδή οι καβγάδες των γονιών σου είχαν κυρίως σχέση με τα χρήματα, σκεφτόσουν πως ο έρωτας, για να είναι αληθινός, πρέπει να αδιαφορεί για το χρήμα.

[...]

Στους τρεις επόμενους μήνες σκεφτήκαμε την περίπτωση να παντρευτούμε. Είχα μερικές αντιρρήσεις αρχής, ιδεολογικές. Θεωρούσα το γάμο θεσμό της αστικής τάξης. Πίστευα ότι κωδικοποιεί μια σχέση, η οποία, εφόσον είναι ερωτική, συνδέει δυο ανθρώπους σε ό,τι λιγότερο κοινωνικό έχουν. Η νομική σχέση έχει την τάση, ή μάλλον την αποστολή, να αυτονομείται από την εμπειρία και τα συναισθήματα των συντρόφων. Έλεγα ακόμη: «Τι απόδειξη έχουμε ότι σε δέκα ή σε είκοσι χρόνια το διά βίου συμβόλαιό μας θα αντιστοιχεί στις επιθυμίες αυτού που θα έχουμε γίνει;»

Η απάντησή σου ήταν αναπόφευκτη: «Αν ενώνεσαι με κάποιον για όλη σου τη ζωή, βλέπεις με τον άλλο τη ζωή από κοινού και αποφεύγεις να κάνεις κάτι που διασπά ή βλάπτει τη σχέση. Η δημιουργία του ζευγαριού είναι το κοινό σχέδιο των δυο, και χρειάζεται πάντα να το επικυρώνουν, να το προσαρμόζουν, να το επαναπροσανατολίζουν ανάλογα με τις καταστάσεις που μεταβάλλονται. Θα είμαστε αυτό που θα φτιάξουμε μαζί». Ήταν σχεδόν Σάρτρ.

[...]

Είχες ενωθεί, έλεγες, με κάποιον που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς να γράφει και ήξερες πως όποιος θέλει να γίνει συγγραφέας χρειάζεται να μπορεί να απομονώνεται, να κρατάει σημειώσεις οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας. Πως η δουλειά του πάνω στη γλώσσα συνεχίζεται πολύ αφότου αφήσει το μολύβι, και μπορεί να τον κατακυριεύσει ξαφνικά, στη μέση ενός γεύματος ή μιας συζήτησης: «Θα ‘θελα να ήξερα τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου», έλεγες καμιά φορά, όταν βυθιζόμουν στις μακριές μου ονειροπόλες σιωπές. Όμως το ήξερες, αφού το είχες περάσει κι εσύ: μια πλημμύρα από λέξεις που ζητούν την πιο κρυστάλλινη διάταξή τους. Αποσπάσματα από φράσεις που διατυπώνονται ξανά και ξανά. Νεογέννητες ιδέες έτοιμες να εξατμιστούν αν μια λέξη κλειδί ή ένα σύμβολο δεν καταφέρει να τις στερεώσει στη μνήμη, Όταν αγαπάς έναν συγγραφέα, σημαίνει πως αγαπάς το ότι γράφει, έλεγες. «Γράφε, λοιπόν!»

[...]

Μόλις έγινες ογδόντα δύο χρονών. Είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή. Πάνε πια πενήντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ’ αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Τελευταία σε ξαναερωτεύτηκα για άλλη μια φορά και έχω μέσα μου ένα σπαραχτικό κενό που το γεμίζει μόνο το σώμα σου αγκαλιασμένο σφιχτά με το δικό μου.

[...]

Αφουγκράζομαι την αναπνοή σου, το χέρι μου να σε αγγίζει. Και οι δυο θέλαμε να μην χρειαστεί να ζήσουμε μετά από το θάνατο του άλλου. Έχουμε πει πολλές φορές ο ένας στον άλλον πως, στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί.

11
Μάι
08

μέγας κηπουρός – εκδήλωση με φίλους

Που λέτε, έχουμε τσακωθεί με τον μέγα κηπουρό αυτές τις μέρες. Αυτός επιμένει πως το βιβλίο είναι καλό, εγώ αντιδρώ και οδύρομαι, λέγοντας πως το “καρδιογράφημα” είναι ψευδεπίγραφο και ένα σωρό ακαταλαβίστικα, πως έπρεπε να γίνω αληθινός κηπουρός, να χτίσω εκείνο το σπίτι που έλεγα τότε διαβάζοντας τον “Πέτρο” του Μίλτου Σαχτούρη, ένα μικρό σπίτι δίπλα στη θάλασσα, αντί να σαπίζω τώρα μοναχικά μες στα βιβλία, προσπαθώντας να σώσω μερικά λουλούδια.

Προσπαθώ να σώσω μερικά λουλούδια. Γιατί όταν τελικά βγαίνεις στην αγορά, αυτά τα λουλούδια είναι οι άγνωστοι αναγνώστες. Γι’ αυτό σας προσκαλώ στο Σπίτι της Κύπρου, στις 15 Μαΐου, ώρα 8 το βράδυ, να ακούσετε τι έχουν να πούνε εκλεκτοί ομιλητές, να αφουγκραστείτε μια -για να δούμε- μουσική επιμέλεια από έναν αγαπητό ραδιοφωνικό παραγωγό που δηλώνει “Man in Black” και εφόσον τη γλιτώσω με αναγνώσεις 2-3 μόνο ποιημάτων [καθώς "αγοραφοβική"], να σταθείτε εσείς στο βήμα, για να διαβάσετε το ποίημα που αγαπάτε από τον μέγα κηπουρό όπως το αγαπάτε.

Το Σπίτι της Κύπρου ας γίνει ένα Σπίτι Συνωμοσίας και Συμμαχίας.

[Σουτ... ΣΣΣ].

Ένα Τεράστιο Ευχαριστώ για τις αναρτήσεις και τα μηνύματα των ημερών και την αμέριστη υποστήριξη… Ευχαριστώ…

08
Μάι
08

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μιλά…

…στην Ευτυχία Παναγιώτου

@ EKEBI, 2001, Τσουμπλ�κας

Τη συμπάθησα μέσα από μια φωτογραφία, γιατί φόραγε καπέλο, τεράστιο καπέλο με λουλούδια, και ένα χαμόγελο φορούσε πλήρες. Το πρόσωπό της έμοιαζε τότε, και περισσότερο φαντάζει τώρα που τη γνώρισα, ίδιο με της ποίησης την όψη – παράξενο, τους ποιητές τούς φανταζόμουνα μόνο εσωστρεφείς, μα ίσως τελικά όλο αυτό να ‘ναι απλώς μια παρεξήγηση. Η ποίησή της είναι μια σάρκα από λέξεις, διαχέεται παντού, εγγράφοντας τον έμφυτο έρωτά της προς τη ζωή. Δεκαετίες τώρα μάς χαρίζει ηδονή και πόνο, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μάς σκορπίζει ύπαρξη. Κάτι υπάρχει ίσως που φοβάται: μην πέσει ποτέ το βλέμμα της έξω απ’ τον προορισμό που της έχει επιτάξει η φύση. 

«Η ποίηση δεν μπορεί να είναι καταφύγιο, αφού είναι μέρος της ύπαρξης. Δεν την επιλέγεις, όπως δεν επιλέγεις να υπάρχεις».

Πρωτοεμφανιστήκατε στη λογοτεχνία με ποίημα που έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μοναξιά» (Καινούργια Εποχή, 1956) και ήσαστε μόνο 17. Ξεκινήσατε να γράφετε από μοναξιά; Από πού νομίζετε πως πήγαζε αυτό το αίσθημα;

Το ‘χω σκεφτεί κι εγώ τελευταία: Τι μπορούσα να ξέρω από «μοναξιά» σε κείνη την ηλικία; Και μάλιστα δε θυμάμαι να την είχα νιώσει ποτέ. Αντίθετα, θυμάμαι, είχα πολλούς φίλους, πήγαινα σε πάρτι… Ίσως να εννοούσα -προφητικά σχεδόν- τη μοναξιά της σκέψης, τη διανοητική απομόνωση του δημιουργού, το πως για να κάνεις έργο δεν μπορείς και δεν πρέπει να υπολογίζεις σε κανέναν.

Πενήντα χρόνια αργότερα, στην τελευταία σας ποιητική συλλογή, στον Ουρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005), γράφετε για την «Άλλη μοναξιά», που «μεγαλώνει τα χάσματα». Αλλά έχει ο πόνος της μοναξιάς ηλικία; Ωριμάζει ή εξαντλείται ποτέ;

Πενήντα χρόνια αργότερα μιλάω για μια «άλλη μοναξιά»: τη μοναξιά του θνητού. Όταν η ηλικία σε κάνει όλο να πλησιάζεις προς το θάνατο, είτε των αγαπημένων σου, είτε τον δικό σου. Τα χάσματα που μεγαλώνουν είναι όταν συνειδητοποιείς πως αυτή την εμπειρία ποτέ δε θα μπορέσεις να τη μοιραστείς με κανέναν, όση φιλία και κατανόηση και να σου ‘χουν δείξει οι άνθρωποι.

Ο Σαχτούρης έλεγε πως δεν υπάρχει ποίηση χωρίς πόνο, κι έγραφε ποίηση. Εσείς γιατί είστε πιστή, κατ’ αποκλειστικότητα, στην ποίηση; Επιμένετε, δεκαετίες τώρα, να γράφετε και να μεταφράζετε ποίηση, όπως επίσης να γράφετε άρθρα και δοκίμια για την ποίηση χωρίς να έχετε ασχοληθεί με άλλα είδη, όπως η πεζογραφία ή το θέατρο. Γιατί μόνο ποίηση, τη στιγμή που στις μέρες μας ποίηση είναι ο «ενάντιος έρωτας»;

Δεν το ήξερα πως ο Σαχτούρης είχε πει κάτι τέτοιο, γιατί κι εγώ πάντα λέω ότι στη ρίζα κάθε ποιήματος υπάρχει μια πληγή και το ποίημα είναι κάτι σαν ουλή. Αλλά σίγουρα αυτός δεν είναι ο λόγος που ασχολήθηκα σχεδόν αποκλειστικά με την ποίηση. Ίσως γιατί άρχισα να γράφω ποιήματα από πολύ μικρή -στα 14 και πριν- και μου ερχόταν φυσικό, όπως το περπάτημα ή η ανάσα. Δεν υπάρχει γιατί. Θα ‘θελα, όμως, να δοκιμάσω κάποτε να γράψω πεζό ή θέατρο. Ίσως όταν στερέψουν τα ποιήματα.

Πολλές φορές, στα ποιήματά σας καταφεύγετε σε χώρες φανταστικές: στη χώρα τής «Λυπιού», στη χώρα τού «Θυμάσαι;», στη χώρα τού «δεν γεννήθηκα ποτέ». Αναλογικά μ’ αυτές τις ονομασίες χωρών, αποτελεί η ποίηση καταφύγιο λύπης, μνήμης και «ανυπαρξίας-αιωνιότητας»;   

Η Λυπιού και οι φανταστικές χώρες είναι κι αυτές προϊόντα της ποιητικής φαντασίας. Η ποίηση δεν μπορεί να είναι καταφύγιο, αφού είναι μέρος της ύπαρξης. Δεν την επιλέγεις, όπως δεν επιλέγεις να υπάρχεις.

Στη συλλογή Επίλογος αέρας (1990), ρωτάει η Γιαννούσα σ’ ένα ποίημα: «Γιατί γράφουν οι άνθρωποι ποιήματα;». Και απαντάει: «Για να τα ‘χουν όταν το φως τούς σβήσει η φύση». Ποια νομίζετε πως είναι ή που θα θέλατε να είναι η σχέση ποίησης-φύσης;

Πιστεύω πως κάθε ποιητής έχει τον δικό του ποιητικό κώδικα κυκλοφορίας. Για μένα, η ποίηση και η φύση είναι αδιάρρηκτα δεμένες. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ποίημα που να μην ξεκινάει από τη φύση, έστω κι αν θεματικά δε μοιάζει να έχει κάποια σχέση. Η φύση κατέχει την ιδέα και την εκτέλεση της ομορφιάς, και η ποίηση γεννήθηκε να εγγράψει αυτή την ομορφιά.

Πείτε μου τρεις ποιητές, έλληνες ή ξένους, τους οποίους δεν πάψατε ποτέ να θαυμάζετε και για ποιο λόγο.

Είναι πολλοί οι ποιητές, έλληνες και ξένοι, που θαυμάζω. Ένας όμως μου κάνει εντύπωση πως ακόμη με αγγίζει τόσο πολύ: είναι ο Καβάφης, που τον διαβάζω από μικρό παιδί. Τον αγαπούσε πολύ η μάνα μου και τα κλασικά του ποιήματα τα ‘χα μάθει απ’ έξω. Μου κάνει επίσης εντύπωση πως, όταν μεγάλωσα, ποτέ δε θυμάμαι να είπα: «Α! Ώστε αυτό εννοούσε». Σα να ήξερα από τότε όλα τα νοήματά του. Αυτό που ιδιαίτερα θαυμάζω στον Καβάφη είναι ότι είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές του σύγχρονου κόσμου που κατάφερε -για μένα- το αδύνατον: να παντρέψει τη σκέψη, τη φιλοσοφική σκέψη, με την ποίηση, χωρίς να θυσιάσει τη μία για την άλλη.

Θυμάστε οποιοδήποτε γραπτό ή προφορικό σχόλιο, αναγνώστη ή κριτικού, που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση;

Όταν ο νονός μου, ο Καζαντζάκης, μου ‘γραψε: «νεαρό κλωσοπούλι τού Παρνασσού μη με ντροπιάσεις», εδώ και μισό αιώνα.

Η έκδοση ποιητικών βιβλίων, πέρα από την προσωπική «έκθεση» στη γραφή, εμπεριέχει και την κοινωνική «έκθεση» στους λογοτεχνικούς κύκλους. Συμμετέχετε ενεργά σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, συναναστρέφεστε με λογοτέχνες. Τι θετικά και τι αρνητικά βιώματα αποκομίσατε και αποκομίζετε ακόμα από αυτή την τριβή;

Όπως μια έγκυος θεωρεί φυσικό να γεννήσει ένα παιδί έτσι φυσικό είναι να βγει ένα βιβλίο που έχεις γράψει. Παιδί δεν έκανα ποτέ αλλά δεν είχα ποτέ καμιά δυσκολία να βγάλω βιβλίο. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είμαι μπλεγμένη σε «λογοτεχνικούς κύκλους». Έχω φίλους που θαυμάζω κι αγαπώ. Μερικοί φύγανε, όπως ο Ν. Καρούζος. Ύστερ’ από μισό αιώνα ακριβώς «δημοσιευμένης» ζωής, οι φίλοι και οι φίλες συγγραφείς ποιητές – και πολύ νεότεροι από μένα- είναι αρκετοί. Όταν έχουν εκδήλωση και μπορώ, πάω. Αλλά δεν αισθάνομαι καμιά τριβή, τίποτα το αρνητικό, δεν κάνω καμιά κοινωνική προσπάθεια, ούτε έχω απαίτηση καμιά.

Τι άλλο αγαπάτε εκτός από την ποίηση;

Τη ζωή.

Εάν δεν γράφατε ποίηση τι φαντάζεστε πως θα κάνατε;

Θα είχα την ίδια δουλειά που έχω τώρα, τη μετάφραση, γιατί θα είχα πάντα, νομίζω, το ίδιο πάθος με τη γλώσσα. Η γλώσσα, οι γλώσσες, είναι για μένα μια αστείρευτη πηγή γνώσης, χαράς. Να μαθαίνεις, να ζεις ξένες γλώσσες χωρίς ποτέ να ξεχνάς ότι με καμιά δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τη μητρική σου. Η γλώσσα δεν είναι μόνο το α και το ω της ποίησης και κάθε δημιουργίας του λόγου, αλλά και κάθε εμπειρίας. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, κάθε στιγμή της ζωής μας -έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ- πρώτα «λογοκρίνεται» και έπειτα «εισπράττεται». Καμιά φορά, φαντάζομαι ότι χωρίς τη γλώσσα δε θα ξέραμε τι είναι πόνος και χαρά ή και ότι ανάλογα με τον συλλαβικό ήχο της λέξης «πόνος» σε μια γλώσσα βιώνεται διαφορετικά και η αίσθηση του πόνου. Φαντασίες, φαντασίες… Ίσως τελικά να μη μπορώ να φανταστώ να μη γράφω ποιήματα. Ελπίζω μόνο, όταν θα έχουν λιώσει, να έχω επίγνωση ότι τα γράφω μόνο για να επιβιώσω εγώ, η ύπαρξή μου, και να μην τα εκδίδω, να μην τα επιβάλλω στους άλλους εν ονόματι μιας ζωής αφιερωμένης στην ποίηση.

 

Στον Ουρανό του Τίποτα με Ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή

την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω

πώς κερδίζει πάντα αυτή

ενώ χάνουμε όλοι εμείς.

Πώς οι αξίες γεννιούνται

κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λειώνει:

το σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου δίχως ίχνος αρρώστιας

ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά

ανασαίνω κι ας είμαι

σε κοντινή μακρινή απόσταση

απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς

θα εφεύρει η ζωή

ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης

και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.

Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο·

πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις

τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω·

να φεύγουν τα περιττά λέω

να μπω στον ουρανό τού τίποτα

με ελάχιστα.

 

Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο αφιέρωμα για την Ποίηση, Άνοιξη 2007, τεύχος 9.

03
Μάι
08

Diamanda-διαμάντι!

Υπάρχουν λογιών λογιών συναυλίες. Αυτές που πας με φίλους και μπύρες στον Λυκαβηττό, αυτές που γίνονται σε νυχτερινά μαγαζιά και φοράς το κραγιόν και τα μαύρα κολλητά [γιατί είναι πιο κουλ], οι ευκαιριακές, αυτές δηλαδή που πετυχαίνεις στους δρόμους της Αθήνας φορτωμένη με το σάκο της δουλειάς, οι συναυλίες του καλοκαιριού που τις προγραμματίζεις μήνες πριν [και συνήθως είναι απογοητευτικές] και τέλος εκείνες που σπανίζουν, που γίνονται για ένα και μοναδικό βράδυ, και δεν ξέρεις αν θα τις ξαναζήσεις. Γίνονται για ένα βράδυ και δεν είναι για όλους και δεν είναι για όλες τις ώρες. Είναι πραγματικό γεγονός. Στην ουσία, απερίγραπτο.

[Προσπαθώ να γράψω κάτι για τη συναυλία της 2 Μαΐου, τη συναυλία της Diamanda Galás στο Παλλάς. Δεν είμαι σίγουρη αν θα τα καταφέρω].

Ήμασταν όλοι εκεί, εμείς οι «Guilty X 3», αναμετρημένοι με τις αμαρτίες μας, αναμετρημένοι με την γκοθ διάθεσή μας αλλά και με τα μανιάτικά μας μοιρολόγια, και τους αμανέδες της μνήμης μας, τις μαύρες μαύρες μνήμες μας ["μαύρος μαύρος μαύρος ο γαμπρός"], τα αιματηρά ουρλιαχτά και τον άσπιλο τρόμο των τοίχων του δωματίου, τα σπασμένα ποτήρια, τα σημαδεμένα σώματα, τα ξόρκια και τις «λιτανείες του Σατανά», τον κακό καβαλάρη έρωτα, και εκείνο το πολυπρόσωπο δικαστήριο της συνείδησης που ψιθυρίζει υπόκωφα «φταις». Είναι πολύ ανθρώπινο. 

[Καθώς γράφω έχω στη διαπασών το νέο της σιντί Guilty Guilty Guilty, είναι πρωί, και η γειτονιά προβλέπεται να ξυπνήσει βίαια. Ουρλιάζω, θα ουρλιάζω. Ούτως ή άλλως φταίω].

Έξω από το Παλλάς ακούω μια κοπέλα πίσω μου να λέει, «Φοβάμαι, δεν ξέρουμε τι θα κάνει απόψε η τρελή» και μειδιώ. Ανυπομονώ. Αιθάνομαι ήδη ασφαλής ανάμεσα στο συγκεκριμένο πλήθος: άνθρωποι όλων των ηλικιών, με το μαύρο στυλ ή τα κόκκινα μαλλιά, τα τρυπημένα φρύδια, τα βαμμένα νύχια, τα τεράστια σκουριασμένα δαχτυλίδια, τα παπούτσια-κοθόρνους, το σοβαρό βλέμμα, μερικές φορές το απόλυτα λυπημένο βλέμμα [ίσως και να ήμουν εγώ], την ποίηση της αυθεντικότητας [έστω η κοπέλα με το μπούστο, έχει χαρίσματα και άποψη], και κυρίως το δέος της αναμονής του Καλλιτέχνη. Κάποιος τραβά από ψηλά με την κάμερά του και μένω να κοιτώ το φακό. Μια στιγμή ανεπανάληπτη. Μου φαίνεται ελαφρώς ρομαντική αυτή η ήπια λατρεύω-τη-φύση θανατίλα.

Μέσα όλοι χειροκροτούν. Δεν σταματάνε να χειροκροτούν. Και μπαίνει αυτή σεμνή και κάθεται στο πιάνο της. Κι αρχίζει δίχως χρονοτριβές. Και σπαράζει η φωνή τέσσερις οκτάβες και το μοβίζον φως κάνει κύκλους στο πιάνο, και το φως παίρνει σχήματα, και το φως αλλάζει χρώματα. Η Ντίβα του Τρόμου μοιάζει να έχει καθημερινότητα ό,τι εμείς βλέπουμε σχεδόν για πρώτη φορά υποκλινόμενοι με ευγνωμοσύνη και έκσταση. Οι φωνές της πληθαίνουν, δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό τεχνικά [το πλήθος πάντως δεν τραγουδούσε] και ηλεκτρίζουν τα πάντα, το σώμα μου μουδιάζει σάμπως under the influence, σάμπως να έχω πάρει παραισθησιογόνα, και όλα τρεμάμενα τιμούν τον πόνο της απώλειας, τη θρηνωδία της ερωτευμένης νεκρής, και ο ιμάμης από το τέμενος χτυπά αρκετές φορές, μέχρι και πειραγμένη Μαρινέλα, στα ελληνικά. Μια μυστικιστική σύναξη, δεν ήταν φόβος, αλλά η ηδύτητα της θρησκευτικής κατάνυξης. Ακούστηκαν τραγούδια όπως το “Long Black Veil” [Johnny Cash], “You Don’t Know What Love Is” [Chet Baker], “Autumn Leaves” [Ella Fitzgerald], “Heaven Have Mercy” [Edith Piaf], “Υπάρχω” [του Καζαντζίδη, ναι]. 

Το όλο δράμα διήρκεσε λίγο, για κάποιο λόγο ήταν αρκετό. Το πλήθος χειροκροτούσε, δεν σταματούσε το πλήθος, έγινε το θέατρο κράτος εν κράτει, το πλήθος άρχισε να μιμείται τους ήχους της, κι αυτή έβγαινε με τις πιο απλές και μελωδικές κινήσεις να υποκλιθεί σαν μικρή μπαλαρίνα στα μαύρα, και έφευγε καπνός. Και μετά ξανά το χειροκρότημα, το ποδοβόλημα ακόμη, και να σου να έρχεται και πάλι, και τότε μια φωνή ακούστηκε «Gloomy Sunday»! και αποφάσισε να τραγουδήσει το γνωστό λογοκριμένο τραγούδι.

Κλαίμε καμιά φορά στις συναυλίες. Είναι αυτή η τίμια και αυθεντική λατρεία προς τον Καλλιτέχνη. Γιατί η μουσική και η ποίηση δεν είναι μόνο της διάνοιας, ανήκουν και στο χτυπημένο και αναστημένο σώμα μας.

The falling leaves drift by the window
The autumn leaves of red and gold….
I see your lips, the summer kisses
The sunburned hands, I used to hold
Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song.
But I miss you most of all my darling,
When autumn leaves start to fall.

Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song.
But I miss you most of all my darling,
When autumn leaves start to fall.




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Μαΐου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ   Ιουν »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 51,424 hits