Αρχείο για Ιουνίου, 2008

26
Ιουν
08

Sky Blue Wild

Κάτια Γρηγορίου-Θεοχαράκη, Διάστικτο Γαλανό Διάστημα [Sky Blue Wild], τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2007

Το βιβλίο αυτό σε προκαλεί πριν καν αρχίσεις να το διαβάζεις, γιατί, πρώτον, είναι δίγλωσσο -περιλαμβάνει ποιήματα τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά- και, δεύτερον, δεν περιλαμβάνει μόνο ποίηση, με την αυστηρή του όρου έννοια, αλλά και σελίδες ημερολογίου, πεζά κείμενα, σκίτσα με μελάνι, καθώς και μια εισαγωγή γραμμένη από την ίδια τη συγγραφέα. Στο βιβλίο αυτό επίσης δεν υπάρχουν περιεχόμενα. Συνυπολογίζοντας τα παραπάνω, φαίνεται πως η Κάτια Γρηγορίου με το βιβλίο αυτό προτείνει την κατάργηση συμβατικοτήτων όπως είναι οι χρονικές ή οι θεματικές κατηγοριοποιήσεις: αν επιθυμεί κανείς ν’ αναζητήσει το επιμέρους θα πρέπει να μελετήσει το όλον ή μάλλον δεν υπάρχει επιμέρους, γιατί όλα είναι ένα. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα μικρό μανιφέστο υπέρ της ανθρώπινης επιθυμίας για ελευθερία.

Στη χρήση της γλώσσας καταρχήν: η ποίησή της αποτελεί ένα ταξίδι επιστροφής στη χαμένη κοιτίδα της γλώσσας, αρχαιοελληνικής κυρίως, απ’ όπου -φαίνεται να το πιστεύει ακράδαντα- αντλεί και το λόγο της η σύγχρονη. Όχι από εμμονή στην αρχαιοπληξία, αλλά από ανάγκη διαρκούς αναζήτησης της ενότητας του χρόνου ως ενότητας της τέχνης. Ακουμπώντας στη ρίζα, βλέπει κανείς καθαρότερα τα φύλλα, δηλαδή τις απέραντες δυνατότητες της σύγχρονης έκφρασης, με βάση τα «πώς», τα «γιατί» των λέξεων και, κυρίως, τους τρόπους και τις τροπές της ποιητικής εκφοράς των (σχετικό είναι και το δίκην λεξικού δισέλιδο με τον τίτλο: «Τρεις λεξούλες, τέσσερεις, χιλιάδες λέξεις»).

Αν η γλώσσα είναι ελληνική, το τοπίο, ως φόντο της γραφής της, έχει χρώμα γαλάζιο, γιατί η Ελλάδα είναι ουρανός και θάλασσα μαζί, ένα «γαλανό διάστημα», το οποίο έρχεται η ποίηση να στίξει, να δηλώσει δηλαδή γραπτώς τα σημεία στίξεως της αλβαφήτας του τοπίου. Από εκεί θα βγαίνει και ο τίτλος της συλλογής (ουδεμία σχέση με τα στίγματα), η ποίηση σφυγμομετρεί γλωσσικά το απέραντο γαλάζιο και, κατ’ επέκταση, είναι το κατεξοχήν εργαλείο της σκέψης, αυτή είναι που ελέγχει, με τις παύσεις ή τις αντιστίξεις της, την επιθυμία του ανθρώπου να κοιτάξει γύρω του, να αισθανθεί, να μετουσιώσει την πραγματικότητα σε έργο τέχνης λες και πρόκειται για την πρωταρχική θέαση του κόσμου.  

Η Κάτια Γρηγορίου ατενίζει τα πράγματα που μας κατακλύζουν με θαυμασμό, αποφορτίζοντας το τοπίο από τις αρνητικές νοηματοδοτήσεις που μας έχει επιβάλει η ρουτίνα, η ζωή, τα κοινωνικά ταμπού, η νύχτα. Το γαλανό τοπίο, αν και αντλείται, ελυτικά, κυρίως από τα ελληνικά νησιά, είναι περισσότερο ψυχολογικό, γιατί ακόμη και με φόντο τη Νέα Υόρκη ή το Σύνταγμα ή τη Βραζιλία, η ποίησή της ατενίζει το γαλάζιο. Τα δε ποιήματά της στην αγγλική μοιάζουν περισσότερο με μεταφρασμένη ποίηση λόγω του ταμπεραμέντου της.

Η μέθοδος αποφόρτισης είναι το παιχνίδι με τη γλώσσα, με τις σκέψεις, δώρο έμφυτο, αντίδωρο δε είναι ο πλούσιος συναισθηματικός μας κόσμος: η επαφή με τις μνήμες, το παρόν και τις επιθυμίες μας. Οι λέξεις έρχονται καταπάνω μας σαν κύματα καταβύθισης: «Να το, ορθΆνοιχτο ένα / στΌμα / ο Ωκεανός / και χρΆπ». Δέος και έκσταση μαζί. Ο ποιητικός της λόγος σφύζει από παιδικότητα, γιατί αντιλαμβάνεται τη ζωή ως διαρκή έκπληξη και ταυτοχρόνως μάθηση, ως εκτόνωση επιθυμιών, ως εξωστρέφεια, χαρακτηριστικά στοιχεία μιας χαμένης αθωότητας. Η αθωότητα στην ποίησή της είναι θηλυκή: διαγράφεται έντονα μέσα από το στοιχείο της σεξουαλικότητας από τη μια (όχι τόσο του ερωτισμού), και από την εσωτερικευμένη εικόνα της μητέρας της από την άλλη. 

Με το βιβλίο της αυτό, που φαίνεται να αποτελεί μια ενσυνείδητη κατάθεση της ολότητας της ύπαρξης, η Κάτια Γρηγορίου ρισκάρει, γιατί ενδέχεται μέσα από το «όλα» να καταλήξει στο «τίποτα», αν χαθεί από την πλευρά του αναγνώστη ο ποιητικός πυρήνας. Διαφεύγει τον κίνδυνο, ωστόσο, το πώς και το γιατί παραμένει κάπως αδιευκρίνιστο, κατά τον ίδιο τρόπο που τα νεοελληνικά σε πολυτονικό δεν προκαλούν δυσαρέσκεια. Διαφεύγει τον κίνδυνο ίσως γιατί όσο σοφό μοιάζει να είναι το όλο εγχείρημά της άλλο τόσο μοιάζει να είναι παιδικό και ειλικρινές.

(Ποιήματα που αξίζει πραγματικά να διαβάσει κανείς: «Poem for a bitch», «μαζί», «πρόβα καυγά» «άκυρος ο φόβος μιας απώλειας», «ο πονοκέφαλος», «η γυναίκα με τα μάτια / Trorosa», και τα πεζά-ποιήματα αυτόματης γραφής).

 

Η παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιεύτηκε στα (δε)κατα, τεύχος 9.

21
Ιουν
08

Adrienne Rich

Ένας αποχαιρετισμός απαγορευμένου πένθους

Οι περιδινούμενοι πόθοι μου. Τα παγωμένα σου χείλη.

Η γραμματική γύρισε και με χτύπησε.

Θέματα γραμμένα διά της βίας.

Το κενό των συμβόλων.

 

Μου δώσαν ένα φάρμακο που επιβράδυνε τη θεραπεία των πληγών.

 

Θέλω να το δεις αυτό, προτού αναχωρήσω:

η εμπειρία της επανάληψης ως θάνατος

η αποτυχία της κριτικής να εντοπίσει τον πόνο

η αφίσα στο λεωφορείο που έλεγε:

η αιμορραγία μου είναι ελεγχόμενη.

 

Ένα πορφυρό φυτό σ’ ένα νεκροταφείο με πλαστικά στεφάνια.

 

Μια τελευταία απόπειρα: η γλώσσα είναι μια διάλεκτος που λέγεται μεταφορά.

Εκείνες οι εικόνες προχωράνε ακατέργαστες: τρίχες, παγετώνας, ηλεκτρικός φακός.

Όταν σκέφτομαι ένα τοπίο, σκέφτομαι μια εποχή.

Όταν μιλώ για ταξίδι, εννοώ για πάντα.

Μπορώ να πω: εκείνα τα βουνά έχουν λόγο ύπαρξης,

αλλά μέχρι εκεί, τίποτα παραπάνω.

 

Για να κάνω κάτι κοινότοπο, με τον δικό μου τρόπο.

21
Ιουν
08

Όλα ρόδα – ένα τραγούδι

Εφόσον την τελευταία βδομάδα ακούω το τραγούδι Almost Rosey της καταπληκτικής Tori Amos γύρω στις 30 φορές τη μέρα, είπα να κάνω και κάτι χρήσιμο, όπως να το μεταφράσω. Αυτή είναι μια απόδοση, λοιπόν, ενός τραγουδιού που θεωρώ ποίημα…

Σχεδόν ρόδινα

Ένα λεπτό μονάχα απ’ το χρόνο σου / Είναι γνωστό πως τρέφω αυταπάτες / Γι’ αυτό άσε με να βάλω αυτά τα  / Ροζ γυαλιά στον εξεταστικό φακό // Είναι τώρα αυτό για σένα αρκετά αληθινό / Γιατί οι ξανθές εδώ δεν πετάγονται από τούρτες / Αν κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακό // Ανέβα σ’ αυτό το βαγόνι των τρελών // Αλλιώς πώς γίνεται να λένε όλοι / Καλημέρα / Καλά το ξέρουμε κι οι δυο πως δεν θα νοιάζονταν // Αν απλώς κουλουριαζόμουν και πέθαινα / Αλλά τούτο δω ας μην το δοκιμάσουμε / Κουράγιο, φόρα ένα ζευγάρι από εκείνα τα νοσταλγικά ρόδα / Ύψωσε τα τυφλά τα μάτια για να δουν / Κουράγιο, άλλωστε η χαρούμενη μάσκα σου / δεν ήταν ο κατάλληλος ο τρόπος / Κουράγιο, φόρα ένα ζευγάρι από εκείνα τα νοσταλγικά ρόδα / Σε λίγο θα νιώσεις σχεδόν καλά // Σχεδόν ρόδινος // Λοιπόν, μερικά κορίτσια εδώ πέρα θα δοθούν / Όχι, όχι σε ποδοσφαιριστές πλούσιους / Αλλά θα εμπιστευτούν μικρά λευκά «στυλάρια» / Αυτός είναι ο Κύριος Virginian Slim, «πετά» σαν τσιγάρο // Γι’ αυτό προσπάθησα κάποτε να συμμορφωθώ / Με μια εξουσία που / Την άγρια πλευρά μου θα τη βύθιζε / Αλλά κι αυτή η ίδια η θυσία θυσιάστηκε // Ναι, γέλα με μια μοιραία γυναίκα / Που μες στο νυφικό της τώρα / Παντρεύεται την ευκολία των ρηγμάτων / Αυτό που απ’ τα γεγονότα διαφαίνεται // Τώρα, πίσω στον καιρό που πέθανε η Βιολέτα / Η αιτία ακόμα αδιευκρίνιστη / Πίστευε πως η αγάπη αρκεί / Αλλά η θωπεία δεν θωπεύεται // Τα πλοκάμια των ατέλειωτων πόθων της / Έρχονται απ’ τους διαδρόμους και με βρίσκουν / Σαν πειρασμός, τη δύναμή της θέλω να γευθώ / Με μαγγανείες μπορώ και ξεμεθώ // Κι όταν ακούω άλλη μία έκρηξη / Ναι έχουμε όλοι ρημαχτεί από ένα τραγούδι / Και από αηδόνια σε ανάταση / Πότε, πότε κάτι αρκεί;

                                                           Τόρι Έιμος, Σχεδόν ρόδινα

18
Ιουν
08

love can’t seduce seduction

Tori Amos / Almost Rosey (American Doll Posse, 2007)

Just a minute of your time / Yes I’ve been known to delude myself / So let me put those rose-colored glasses to the test // Now is this real enough for you / ‘Cause / blonds here don’t jump out of cakes / If that never impressed you much // Come board this lunatic express // Just why do they say / Have a nice day anyway / We both know they wouldn’t mind / If I just curled up and died / Let’s not give that one a try // Chin up put on a pair of these roseys / Raise those blinds / Chin up a happy mask was never / Your best disguise / Chin up put on a pair of these roseys / In no time you will feel / Almost fine / Almost rosey // Now some girls here will huddle with / No not footballers that are rich / But will confide in small white sticks / He bats as The Virginian Slim // Then I tried once to comply / With an authority that would / Subsidize my wild side / But at this altar was sacrificed // Yes you can laugh a femme fatale / In a bride’s dress now married to / The effortlessness of the cracks / That lie now in between the facts // Just why do they say / Have a nice day anyway / We both know they wouldn’t mind / If I just curled up and died / Let’s not give that one a try // Chin up put on a pair of these roseys / Raise those blinds / Chin up a happy mask was never / Your best disguise / Chin up put on a pair of these roseys / In no time you will feel // Now about when Violet died / The cause still unidentified / She thought her love would be enough / But you can’t seduce seductionHer tentacles of endless want / Reach through my corridors / And tempt me to taste of her power / I sober with the witching hour // And when I hear of one more bomb / Yes we have all been robbed of song / And nightingales who throw their arms up / When is enough enough?

Feeling almost rosey Feeling almost rosey

εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=VDBP3SPPq9c

15
Ιουν
08

Η γενιά του chronic fatigue και η αφή

Είμαι στην ηλικία που μπορώ να νοσταλγώ αυτό που θα μπορούσα να είμαι

Μια γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα, λες από τα γεννοφάσκια της, και θυμωμένη αδικαιολογήτως λες και έχει ζήσει δέκα εμφυλίους. Και η πραγματική αφή ένα δύσκολο τόλμημα, έχουμε εγερτήριο στις 7, υπάρχει και το λεωφορείον ο πόνος και το εργασιακό οχτάωρο και ο συναγελασμός, μες στον οποίο θέλουμε απλώς να κρύψουμε το πρόσωπό μας λέγοντας χαζά αστεία, ο κουρασμένος ύπνος πάνω στο βιβλίο, που μοιάζει με την μεγαλύτερη ήττα, καθώς και το κεφάλαιο «σπίτι», αυτό που θέλουμε άψογο γιατί μας βοηθά να συγκεντρωνόμαστε στα κείμενα [και στους ανθρώπους] ή γιατί έτσι μας έμαθε η μαμά.

Υπάρχει μέσα σε αυτά ένας παράλληλος κόσμος, ο κόσμος των καλωδίων, οι αποστάσεις που θέλουμε να καλύψουμε [και να συγκαλύψουμε] από ανασφάλεια μην τα χάσουμε όλα, αλλά η αφή εξακολουθεί νάναι δύσκολο όπλο, υπάρχουν και τα δυσάρεστα, συνήθως «τρομοκρατικά», τηλεφωνήματα, που μας υπενθυμίζουν κάθε φορά πως ζούμε σε βαθιά άγνοια της πραγματικότητας [και του εαυτού μας, καταπώς μας ενημερώνουν οι «γνώστες»], έπειτα οι ματαιώσεις, το βαθυστόχαστο «χάθηκες, κάθαρμα!» που μας επιφορτίζει με τύψεις. Κι εκεί που έχουμε κολλημένο το αφτί στο ακουστικό, πάλι καίμε το φαγητό – προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε να φάμε σήμερα. Γίνονται τόσα πολλά σε μία μέρα, και κάθε μέρα, τόσα ώστε παίρνουμε την απόφαση άλλο να μην πεινάμε. Και πια δεν πεινάμε. [Αν και οι ίδιοι είμαστε κατά κάποιον τρόπο «αναλώσιμοι»].

Υπάρχουν και χειρότερα ωστόσο, οι μαύρες μέρες της γραφειοκρατίας και των λογαριασμών, του ταχυδρομείου, της αναμονής για μια σφραγίδα, που για να εξασφαλίσουμε χρειάζεται να διανύσουμε πρώτα τη μισή Αθήνα, όμως δεν κοιτάμε την υπέροχη πόλη που λέγεται Αθήνα, ακούμε τον ήχο του ρολογιού, τον σταθερά αγχωτικό, που μας ωθεί να θέλουμε να το γκρεμοτσακίσουμε στον τοίχο. Και μέσα στην τόση κούρασή μας -το τρελό κινητό χτυπά πάντα τις λανθασμένες ώρες και στέλνει τα λάθος μηνύματα-, ξεπηδά η θλιβερή ανάγκη να κόψουμε όλων τα ειδών τα καλώδια: κάποιος κλαίει σπαρακτικά πάλι και δεν αντέχουμε ή σπαράζουμε εμείς μέσα και έξω μας, και δεν μας χωράει κανένα βλέμμα.

Θέλουμε πίσω τη στιγμούλα μας, ή μια νέα, ολότελα δική μας στιγμούλα, λίγα δευτερόλεπτα να νιώσουμε άρχοντες, μες στην ευλογία της φύσης που μας έχει πλάσει. Στιγμή στιγμούλα, κόβεσαι σαν κάθε οργασμός, που η ανάγκη αναγκάζει να ξεψυχήσει πρόωρα, γιατί η πραγματική αφή είναι ανέφικτο όνειρο, γιατί αυτός δεν σε αγαπάει πια ή γιατί υποψιάζεσαι πως δεν σε αγάπησε ποτέ. Όλα θα έχουνε το λόγο τους, η φύση κρύπτεσθαι φιλεί, τη μελαγχολική νύστα σπάει η νομοτέλεια, γινόμαστε ξανά πιστά στρατιωτάκια στη μάχη της ζωής, αθλητές σε έναν ατέρμονο στίβο. Έτσι, έτσι για να μην καλομάθουμε στην ηδονή μιας φευγαλέας χαράς και γίνουμε αλαζόνες.

Νομίζω πως αισθάνομαι τύψεις όταν είμαι χαρούμενη, ή απλώς φοβάμαι, όπως με έμαθαν να φοβάμαι – τρέμω τον κεραυνό εν αιθρία. Εκείνη την απότομη μεταβολή από τη χαρά στη θλίψη με τη μεσολάβηση μιας είδησης που σου αλλάζει τα φώτα ακαριαία. Γιατί ο κόσμος δεν μαθαίνεται, και σίγουρα δεν συνηθίζεται. Δεν είναι τίποτα άλλο ο κόσμος από τρόπος θέασης σε μια δεδομένη στιγμή, τίποτα άλλο δεν είναι ο κόσμος, μια αντανάκλαση, κοιμάμαι πάλι πάνω στο βιβλίο και τι με πονάει ακόμη περισσότερο είναι που δεν μπορώ να γράψω αυτό που ήταν ό,τι μου είχε απομείνει, μια άκακη διέξοδος. Τώρα είμαι ένας κουρασμένος εαυτός, που έχει μπλοκαριστεί σαν το καλώδιο. Με writer’s block αισθάνομαι ο πιο λυπημένος άνθρωπος στον κόσμο, γιατί κλοτσάω η ίδια το πληκτρολόγιο, το αφήνω να σπάσει, το εκδικούμαι, αρνούμενη πεισματικά την πιο ηδονική από όλες και την πιο ελεύθερη αφή. [Μου φτάνει και μου περισσεύει που ακούω τον ήχο των δικών σου δαχτύλων πάνω στα πλήκτρα μέσα απ' το καλώδιο - παριστάνω το πληκτρολόγιο].

Ανήκω στη γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα σάμπως από τα γεννοφάσκια μου, και θυμωμένη όχι πια, δικαιολογημένα. Ψελλίζω παραλλάζοντας στίχο της Κικής Δημουλά, όχι, δεν είμαι θυμωμένη, λέω, είμαι λυπημένη, και ατενίζω τον ορίζοντά μου κάπου ανάμεσα στο ολικό σπα ή τον υπνωτισμό. Είναι επειδή δεν ξέρω να διαχωρίσω αν είμαι κουρασμένη ή λυπημένη, λυπημένη ή κουρασμένη, αν τα δύο είναι αλληλένδετα, αν είμαι της εποχής μου θύμα ή κάποια κακή εξίσωση της γενετικής. Δεν ξέρω, αλήθεια, αν όλοι γύρω μου είναι έτσι ή αν έτσι τους βλέπω εγώ. Ξέρω πως θέλω τα καλώδια κομμένα. Θέλω τα πάντα κομμένα. Η νέα αφή.

Γενιά του chronic fatigue, «Ό,τι δεν λύεται κόπτεται – Μέχρι και τούτο το ασώματο / λαρύγγι» [Αντώνης Φωστιέρης].

07
Ιουν
08

Άντρας με παρελθόν – Stardust

…Η ιστορία έχει ως εξής, λοιπόν, είπε η Μάγια, Πρέπει να καταλάβεις, είπε η Μάγια, πως Εκείνος είχε δει κάποτε όλα τ’ άστρα να πέφτουν και να γίνονται σκόνη, Σκόνη ξέρεις τι σημαίνει; ρώτησε η Μάγια, Πρέπει να αντιληφθείς ότι τα μάτια του ήταν για καιρό προσηλωμένα σε αυτή την κινούμενη σκόνη, Έχεις κοιτάξει ποτέ βαθιά στο βλέμμα; συνέχισε η Μάγια, πώς πετρώνουν τα μάτια μπρος στο φως, είναι απλό, είπε η Μάγια, Η Όραση είναι Μνήμη Τύφλωσης, είναι κάτι σαν κατάρα! φώναξε η Μάγια, είναι κατάρα να φοβάσαι τα παραμύθια, αλλά τι σου λέω τώρα, είπε η Μάγια, Πρέπει να πιστέψεις πως υπάρχει για τον καθένα ένα παραμύθι που δεν γίνεται σαν άστρο σκόνη.

“Δεν βοηθάς τον ακροατή σου, Μάγια”, απάντησα. “Η ιστορία, καταπώς εγώ θυμάμαι ήταν η ακόλουθη”:

Ο Βασιλιάς έζησε πλάι στην Ασιάτισσα Βασίλισσα νομίζοντας πως ήταν ο υπηρέτης της [ενώ εκείνη δούλευε μόνο και μόνο για να δει, να δει το χαμόγελό του να σπάει πέτρα].

[Startrust]

Υγρ. 1.: Η Μάγια διατελεί βασίλισσα σ’ ένα άσημο χωριό.

Υγρ. 2: Η ιστορίες είθισται να στηρίζονται σε παρεξήγηση.

01
Ιουν
08

Γυναίκα δίχως αύριο

Όταν ήταν μικρή [ναι, όταν ήταν μικρή] η μαμά τής διάβαζε ιστορίες. Τώρα δεν θυμάται ούτε μία. Αν και είχε γεννηθεί την ημέρα των παραμυθιών [σήμερα την ονομάζουν «Ημέρα παιδικού βιβλίου»], δεν ξέρει τώρα παραμύθια να διηγηθεί, αόριστα θυμάται ένα, που ίσως και να μη γνωρίζει άλλος κανείς.

Εκείνος της το είχε κάποτε διηγηθεί, πως υπήρχε μια Ασιάτισσα Βασίλισσα [αυτή στην προηγούμενη ζωή της], είχε σπουδάσει νομικά και είχε αφιερώσει όλο της το είναι στη Δικαιοσύνη [όσο της το επέτρεπε το γεγονός πως ήταν Γυναίκα] και, φυσικά, στα παιδιά της, τα οποία υπεραγαπούσε. Πάντα τ’ αγαπούσε τα παιδιά, όσο τα παραμύθια, αν και πολλά παραμύθια δεν είχε να τους πει, έλεγε το ίδιο και το ίδιο, απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά απ’ την αρχή. Έπασχε από ένα είδος «παροντικής μνήμης».

Ανήκε στο είδος των Χρυσόψαρων. Σε έναν μηδενισμένο χρόνο, καθώς τα πάντα συμβαίνουν άχρονα, προείπε τη ρήση της Γκλόρια Στάινεμ «Μια γυναίκα δίχως άντρα είναι σαν ψάρι δίχως ποδήλατο» και έζησε σαν ψάρι δίχως ποδήλατο. Ήξερε μόνο να κολυμπά. Καθώς έκανε μια στροφή στη γυάλα, η μνήμη της ξεψυχούσε, ξαναγεννιόταν όμως μια καινούργια στιγμή, εκείνη που ξημέρωνε το καινούργιο αύριο.

Παραμένει αδιευκρίνιστο σε αυτό το παραμύθι το πώς μπορούσε να παλεύει αυτή η Βασίλισσα για τη Δικαιοσύνη δίχως όπλο τη μνήμη της. Όσο παράδοξο είναι η ιστορία να συντελείται δίχως μνήμες εδαφών. Όσο παράτολμο είναι για την ανθρωπότητα να ζει ένας άνθρωπος δίχως αναμνήσεις. Με κτήσεις χωρίς.

Σαν ξυπνά η Γυναίκα-Χρυσόψαρο ανοίγει πρώτα την καρδιά της, έπειτα ανοίγει το παράθυρο, και στη συνέχεια ανοίγει τα φτερά της και πετά, πετά τρισευτυχισμένη, και πέφτει, και πέφτει τρισευτυχισμένη, γιατί η Γυναίκα λησμονεί πάντα το λόγο που πεθαίνει, το λόγο που ανασταίνεται, το λόγο που γεννήθηκε τη μέρα των παραμυθιών ένα παραμύθι δίχως τέλος.     

[Καλό καλοκαίρι!]




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Ιουνίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι   Ιουλ »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 52,071 hits