Αρχείο για Ιουλίου, 2008

31
Ιουλ
08

αναγνώσεις πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών

1α υποσχόμενα ποιήματα

Βασίλης Τσιρώνης, Cordoba, εκδόσεις Γραβριηλίδης, Αθήνα 2007

 

τι κι αν ήξερε το δρόμο / ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει στην κόρδοβα

Τα πάντα μέσα στο βιβλίο μοιάζουν με αναπαραστάσεις μνήμης σ’ ένα δωμάτιο όπου συντελείται κάποιο δράμα με τραβηγμένες τις κουρτίνες. Μέσα σε αυτή τη σκηνοθεσία η πομπή αναστημένων προσώπων: η μαμά, η αδερφή, κάποια κοπέλα, ένας φίλος που δεν έρχεται ή που έχει χαθεί, και κυρίως ο πατέρας, «συνήθως απών», έπειτα νεκρός, όπως φαίνεται εμμέσως στο πρώτο ποίημα «Αύγουστος», που στη συνέχεια αποκαλύπτεται πιο καθαρά στο ποίημα «Η επιστροφή». 

Ο στόχος είναι η επιστροφή στην παιδική ηλικία, με τη φιγούρα του εαυτού-αγοριού να είναι πάντα παρούσα, ενός μάρτυρα που δεν επιζητεί ούτε την επιστροφή στην αθωότητα ούτε την υπνώττουσα φυγή. Η βαθύτερη ανάγκη είναι η ενώπιος ενωπίω επούλωση των πρώτων τραυμάτων και η ανασύσταση του Εγώ. Η μνήμη βέβαια επιλέγει τα στιγμιότυπα που «θέλει», ατενίζει κάπως βουβά αλλά δημιουργικά ένα συμπόσιο προσωπικών Εσύ, που εμφανίζονται με σκοπό το κλείσιμο παλιών λογαριασμών και την ένταξη του ποιητή στην εποχή της ενηλικίωσης. Το τίμημα είναι δεδομένο: όλα μοιάζουν μ’ ένα είδος νέκυιας, εφόσον ο ποιητής παρουσιάζεται στοιχειωμένος από τα φαντάσματα του παρελθόντος, φορτισμένος με κακούς οιωνούς. Μέτοχος μιας αρχαίας τραγωδίας -ίσως και να είναι ο Οιδίποδας- οραματίζεται την κάθαρση, που είναι μάλλον ο τελικός του προορισμός: «ελεύθερος πια / με την ψυχή μου στα σπάργανα / θα γλιστρήσω το βήμα μου / σε έναν τόπο δίχως μνήμη» [«Ίσως»]

Οι καλύτερες ποιητικές στιγμές του Βασίλη Τσιρώνη συναντώνται στα ποιήματα που έχουν μικρότερη έκταση, όπου επιτυγχάνεται καλύτερος έλεγχος του υλικού της γραφής, καθώς και σ’ εκείνα [από το ποίημα «Σφίγγα» ώς το τέλος της συλλογής - αρκετά ποιήματα για να μιλάμε έτσι για μια πολύ καλή πρώτη εμφάνιση στα ποιητικά δρώμενα] όπου οι εικόνες είναι πιο διαμπερείς και συνάμα πιο αποφασιστικές στην «κίνησή» τους προς την έξοδο κινδύνου, καθώς ο εμπύρετος στοιχειωμένος εαυτός του ποιητή συμφιλιώνεται με το ίδιο του το είδωλο – δεν το εξοντώνει αυτοκαταστροφικά. Υπάρχει άπλετη τρυφερότητα μέσα στο σκοτάδι, εκείνη που πηγάζει μάλλον από την απουσία θυμού: το Εγώ-Ενήλικας χαρίζει το αίμα του στο Εγώ-Παιδί, για ν’ αναπαύσει εκείνο και να αχνοσβήσει, επιτρέποντας στον ίδιο την απελευθερωμένη είσοδο στη ζωή, σ’ ένα χρόνο μηδενισμένο.

Αυτό το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί και μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με ποιητές-περσόνες όπως ο Χαρτ Κρέιν.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο βακχικόν.

25
Ιουλ
08

www@honey-be(e).com

Madrugada / Honey Bee

Honey bee / Come buzzing me / I ain’t seen you for so long / I need to feel you / I mean to reel you / Like the one described to me in song // Out in the woods / Tall pine tree woods / She gave sweet loving to me // Her woodland grace / Her soft embrace / My face in shadow / Honey bee // Won’t you come see me in the morning? / Won’t you come see me late at night? / For it ain’t right, no it just ain’t right / You’re meant to turn away from the light // Night, all my lights are on / I need a little one on one / This useless, helpless feeling // A young man should be blessed with love / There’s just flesh and fire below / This drunken, senseless reeling / Hands on my face / Some silk and lace / Sweet perfume kisses / For me // Wherever you burn / I have returned / You lucky lady / Honey bee // I have to leave you in the morning / You always wanted to be free // Stay with me / Sweet lucky lady / Don’t ever leave me / Honey bee // Awake in cold places / Cool ice and icy faces / Some dead and some living / Most of them doing something in between // My lady in waiting / Must have turned to hating me / Some bitter awakening this has been / The next time she calls I’m gonna let her in / The next time she calls I’m gonna let her in // And if she leaves me in the morning / At least we both have been relieved // Now stay with me / Stay with me / Sweet lucky lady / Don’t you ever leave me / Honey bee

25
Ιουλ
08

Στη φιλία…

Στη Σοφία, γιατί δεν έχω άλλο τρόπο 

Εκεί που είχα υποσχεθεί στη φίλη μου Σοφία πως το επόμενο ποστ θα το γράψω αποκλειστικά γι’ αυτήν και πως μάλιστα θα είναι real, real name, true story, και όχι based on a true story, τα κουκλάκια μου αποφάσισαν να παρέμβουν, να βάλουν σε τάξη τη ζωή μου, από διαίσθηση πως την πήραμε λάθος τη ζωή, και πρέπει να την αλλάξουμε.

«Εσύ δεν λες πως όταν γράφουμε πρέπει να λέμε ψέματα, εσύ δεν λες πως ο στόχος σου είναι, ανάμεσα σε άλλα, η παραποίηση, η παραμόρφωση, η παρωδία, η σάτιρα, η υπερβολή, και ό,τι συνιστά συσκότιση της αλήθειας; Πώς μπορείς λοιπόν να γράφεις την αλήθεια;» ρωτάνε μπερδεμένα.

«Γιατί, αγαπημένα μου κουκλάκια, πρώτον, κανείς δεν ξέρει πως είναι αλήθεια», απαντώ. «Δεύτερον, όταν λες την αλήθεια, κανείς δεν σε πιστεύει ούτως ή άλλως. Τρίτον, θέλω να πάω κόντρα στον Αριστοτέλη, ναι, θα θυσιάσω τις αλήθειες όλες στο βωμό μιας φιλίας φιλτάτης».

Η Σοφία είναι πολύ καλή φίλη, λοιπόν. Τον τελευταίο καιρό (το ποστ ήταν να αναρτηθεί πριν από κάποιους μήνες, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, τι σημασία έχει πια ο χρόνος;) έπεσε ο πέλεκυς. Απαγορεύεται (σε μένα): Να κλαίω για ασήμαντα πράγματα. Για να μη διαφύγω την απαγόρευση με τη δικαιολογία της ασάφειας, ορίστηκαν και κάποια είδη «ασήμαντων πραγμάτων»:

α. ασήμαντα: συγκεκριμένοι άνθρωποι και συγκεκριμένες πράξεις

β. ασήμαντα: η ενδοσκόπηση (αυτό που μοιάζει με εκσκαφή και ανασκαφή)

γ. ασήμαντα: τα καθημερινά επιλύσιμα προβλήματα που μας αναγκάζουν να μη βγαίνουμε από το σπίτι μας και να μη μιλάμε σε κανέναν

δ. ασήμαντα: η ζωή όταν καταντά σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή απλώς εφιάλτης

ε. ασήμαντα: οι άλλοι και οι γνώμες τους.

Εν ολίγοις, το μόνο που μου επιτράπηκε ήταν να σκέφτομαι τον εαυτό μου.

Μετά από αυτό, κόλλησα ένα σλόγκαν στο ντουλάπι του γραφείου, όπως αυτά πάνω-κάτω που έγραφε μια από τις ηρωίδες του βιβλίου Bodyland της Αργυρώς Μαντόγλου (εκδόσεις Κέδρος) στις τουαλέτες, αλλά δικό μου: «Θέλω μια στάλα εγωισμό». Και μετά, αυτό που δεν είναι δικό μου, αλλά το υιοθέτησα: «Remember Who You Wanted To Be». Και μετά, την αφίσα της ταινίας του Tim Burton Corpse Bride πάνω από τον καθρέφτη του μπάνιου, για να θυμάμαι πως και οι «νεκρές» έχουν ψυχή και πως «Some People Are Dying to Come Down Here» (στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή, σύμφωνα με την ταινία).  

Οι φίλοι πάντως πεθαίνουν, που λέει ο λόγος, για την πάρτη σου. Είναι πολύτιμα όντα. Έχουν καλές προθέσεις καταρχήν και τους εμπιστεύεσαι, στη συνέχεια μπορείς να τους μιλάς για πράγματα που οι πιο πολλοί ντρέπονται να παραδεχτούν στον ίδιο τους τον εαυτό, επιπλέον χαίρονται με τις χαρές σου και ξενυχτάνε με τις λύπες σου. Όταν χάνεσαι για λίγες μέρες, γιατί έχεις ως συνήθως 1052 δουλειές (τόσες είναι, τις μετρήσαμε), σου τηλεφωνούν να ελέγξουν αν αυτή τη φορά είναι η δουλειά ή η καρδιά, να μάθουν πού έχεις τέλος πάντων σκαλώσει (αλλιώς δεν γίνεται, θα είχες πάρει τηλέφωνο).

Μερικές φορές τα πράγματα αλλάζουν διάθεση. (Αυτό είναι το σημερινό ποστ).

Η Σοφία μού τηλεφώνησε χθες (έπειτα από ρεκόρ τριών ημερών) την ώρα ακριβώς που πήγα να σηκώσω το ακουστικό για να την πάρω (πάσχουμε συν τοις άλλοις και από τηλεπάθεια) και την περάσαμε γελώντας για δέκα λεπτά (το γέλιο όπως και το χαμόγελα είναι μεταδοτικά) δίχως να προλάβουμε να πούμε το αστείο. Και το αστείο είναι πως ακόμα γελάμε με ένα αστείο που κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα, το θεωρούμε μάλιστα τόσο αστείο που δεν μπορούμε καν να το διηγηθούμε, ένα αστείο τόσο λαμπερό όσο το καλοκαίρι.

 

Υγρ.: οι αστρολογικές προβλέψεις δεν είν’ κακές για φέτος.

23
Ιουλ
08

Κοιτάζοντας από το μπαλκόνι… Αμαλία Τσακνιά

Η Αμαλία Τσακνιά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1932. Μετά την αποφοίτησή της από το Αμερικάνικο Κολέγιο Θηλέων εργάστηκε στη φαρμακευτική εταιρεία ABBOTT. Ήταν παντρεμένη με τον ποιητή και κριτικό Σπύρο Τσακνιά (1929-1999), με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εξέδωσε τη ανθολογία Κινέζικης Ποίησης. Έγραφε ποίηση από παιδί. Το 1977 εξέδωσε με δικά της έξοδα τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της με τίτλο Το δέντρο. Το 1978 εξέδωσε την Αφύλαχτη διάβαση (Κέδρος), το 1982 Το μπαλκόνι (Νεφέλη) και το 1984 το Πριν από την όχθη (Καστανιώτης). Μέχρι το θάνατό της το 1984, έπειτα από επώδυνη ασθένεια, συνέχιζε αδιαλείπτως να γράφει και να μεταφράζει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, αγγλικά και σλοβένικα.

   

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Ήταν να γίνει δέντρο

μα δεν έγινε

κι αντί για δέντρο

έγινε στοιχειό

π’ αργοσαλεύει στα θεμέλια.

Δεν πρόκειται όμως τώρα

για το σπίτι·

αυτό είναι κάστρο

είναι θεριό

και καμαρώνει

με τα παράθυρα ορθάνοιχτα

στο πείσμα των ανέμων

με τα πορτραίτα των χαμένων ηρώων

στους τοίχους

με το κόκκινο γεράνι της αυλής

αμάραντο.

(Το δέντρο)

 

Δεν ήμουνα πια εγώ.

ο άνεμος έσβησε τ’ αχνάρια μου

απ’ τη μνήμη σου

για πάντα.

Τι έφταιξε;

ίσως που δεν άκουσες ποτέ

τον ήχο της φωνής μου

ίσως αυτή χαράζεται βαθύτερα

δεν ξέρω.

Μίλησες

για τον καιρό

το τελευταίο ναυάγιο

και τη γρίπη.

Κι εγώ που ήρθα εδώ

σαν να μην είχα λείψει

ούτε ένα βράδυ.

(Στο καφενείο)

  

Εμείς φτάσαμε μέχρις εδώ

μισοχορτάτοι

μισοδιψασμένοι

λίγο πριν απ’ την ικανοποίηση

λίγο πριν απ’ την επιτυχία

κάποτε παρ’ ολίγον ήρωες

κάποτε λιποτάχτες

πότε στα πρόθυρα της αυταπάρνησης

πότε στα πρόθυρα της προδοσίας

μα πάντα κάπως έτσι

ανολοκλήρωτοι.

(Blue Bell)

  

Τώρα πια

δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Το σκηνικό βέβαια παραμένει

οι φλύαρες βραδιές στο κατώφλι

κι ο κόμπος μουγκός κι αδιάφορος.

Όμως εσύ ξέρεις·

το ποτάμι μια μέρα θα πλημμυρίσει.

(Το ποτάμι)

  

Γι’ αυτό στις μέρες μας τα σχόλια με πληγώνουν.

 

Μιλώ για τους κριτές μας που μας βάζουνε προσεχτικά

–οργανισμούς προς έρευνα- με μια λαβίδα

σε μικροσκόπια υψίστης ακριβείας

και καταλήγουν με σαφέστατους προσδιορισμούς:

δειλία τόση

τόση ανευθυνότης

ροή συγκεχυμένων ιδεών

ελάχιστα κύτταρα ωριμότητος

αγωνιστικότης μάλλον ασήμαντος

ειδικόν βάρος πενιχρόν.

  

Μεταμορφώσεις

Φαίνεται πως κι οι πιο μικροί

έχουνε τις μεγάλες τους ώρες.

Αθόρυβοι, ασήμαντοι και ταπεινοί

έρχεται μια στιγμή που μας ξαφνιάζουνε

γενναίοι, μεγαλόψυχοι κι ωραίοι.

Μόνο να μη γινόταν και τ’ αντίστροφο,

σαν οι μεγάλοι και οι εκλεκτοί

οι στυλοβάτες κι η παρηγοριά μας

έτσι κάποτε ξαφνικά και ανεξήγητα

μεταμορφώνονται σε όντα μικροσκοπικά

και κουρελιάζουν την εμπιστοσύνη μας

με κωμικές κι αβέβαιες χειρονομίες.

(Στον αδερφό μου)

—————————————————– 

ΑΦΥΛΑΧΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ

Στο τσίρκο

Δε θα τα βγάλω πέρα

με τούτο το καινούργιο νούμενο·

τα ειδικά προσόντα

φαγωθήκανε

σε αλλεπάλληλα σχοινιά

ενώ

κάτω προσμένει το κοινό

αχόρταγο

και τα θηρία ξερογλείφονται

μες στα κλουβιά τους.

—————————————————–

ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Παρομοιώσεις

Κάπου θα μοιάζει·

σαν αστροπελέκι

μ’ ανέφελο ουρανό

σαν τύψη σε τραπέζι γιορτινό

σα βακτήριο σε φιάλη αποστειρωμένη

σα χαλασμένη ρίμα

σαν τον αχινό

βαθιά μέσα στο πέλμα

σαν το δηλητήριο

σαν το παράπονο παιδιού αδικημένου

π’ αποκοιμιέται μ’ ένα στεναγμό

σαν τ’ αποκηρυγμένο ποίημα

που εκδικείται.

—————————————————

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΧΘΗ

Η τελευταία ψήφος

Ευτυχώς με την ψήφο της Αθήνας

όλα τακτοποιήθηκαν.

Κι ο Ορέστης είχε εξουθενωθεί

και οι Ερινύες το ‘χαν παρακάνει.

Όσο για το θέμα της δικαιοσύνης

το συζητάμε αργότερα.

Έχουμε πίσω μας τόσους αιώνες.

 

Αμαλία Τσακνιά, Τα Ποιήματα (1969-1984), εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2000

19
Ιουλ
08

Έμιλι Ντίκινσον – Ένα ποίημα

Το μυστήριο του πόνου

Ο πόνος μοιάζει με άγραφο χαρτί.

Αδυνατεί να θυμηθεί

πότε άρχισε να υπάρχει, ή αν υπήρξε

μέρα που να μην υπήρχε.

 

Δεν έχει ορίζοντα άλλο απ’ τον εαυτό του.

Τα βασίλειά του τ’ απέραντα εσωκλείουν

το παρελθόν του, το φωτισμένο ν’ αντιλαμβάνεται

νέες περιόδους πόνου.

Απόδοση: Ε.Π.

 
19
Ιουλ
08

“Καλοκαιρινό”…

Fiona Apple / Fast As You Can

I let the beast in too soon, I don’t know how to live Without my hand on his throat; I fight him always and still Oh darling, it’s so sweet, you think you know how crazy How crazy I am You say you don’t spook easy, you won’t go, but I know And I pray that you will Fast as you can, baby runfree yourself of me Fast as you can I may be soft in your palm but I’ll soon grow Hungry for a fight, and I will not let you win My pretty mouth will frame the phrases that will Disprove your faith in man So if you catch me trying to find my way into your Heart from under your skin Fast as you can, baby scratch me out, free yourself Fast as you can Fast as you can, baby scratch me out, free yourself Fast as you can

Sometimes my mind don’t shake and shift But most of the time, it does And I get to the place where I’m begging for a lift Or I’ll drown in the wonders and the was And I’ll be your girl, if you say it’s a gift And you give me some more of your drugs Yeah, I’ll be your pet, if you just tell me it’s a gift ‘Cause I’m tired of whys, choking on whys, Just need a little because…

because I let the beast in and then; I even tried forgiving him, but it’s too soon So I’ll fight again, again, again, again, again. And for a little while more, I’ll soar the Uneven wind, complain and blame The sterile land But if you’re getting any bright ideas, quiet dear I’m blooming within Fast as you can, baby wait watch me, I’ll be out Fast as I can, maybe late but at least about Fast as you can leave me, let this thing Run its route Fast as you can…

16
Ιουλ
08

Αναγνώσεις πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών

1β. ποιήματα ποιητικής

Πατρίτσια Κολαΐτη, Σελέστεια, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2007

Σε τι κόσμο ήρθα / Που πρέπει να εφευρίσκω διαρκώς / Νέα εχέγγυα γι’ αυτό που είμαι ή μπορώ να γίνω

Στην αρχή διακρίνεις μια φυσική αθωότητα, γιατί αυτό προτίθεται ενδεχομένως σε πρώτο επίπεδο να παρουσιάσει η ποιήτρια. Οι παιδικές φιγούρες, η οικογένεια, το καροτσάκι που σπρώχνει ο παππούς. Οι προτάσεις που διαδέχονται η μία την άλλη σαν να έχουν απλώς συγκολληθεί κατά λάθος. Η εντελώς ελεύθερη δομή και η άνιση έκταση των ποιημάτων – αλλού άτιτλα, αλλού με τίτλους στη λατινική γλώσσα και μάλιστα αρκετά αμφίσημους. Τα σύντομα «επεξηγηματικά» σημειώματα στο τέλος της συλλογής, που μοιάζουν να έχουν προστεθεί αργότερα από κάποιον άλλο. Όλα αυτά παραπέμπουν σ’ ένα εσκεμμένα αθώα παιδικό κολάζ. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δίνει την εντύπωση ότι πηγάζει από πράξη εργοθεραπείας. Μέσα στο σχέδιο ανακαλύπτεις, όσο σου επιτρέπεται, το παιδικό τραύμα αλλά και την παιδική διάνοια. Η Πατρίτσια Κολαΐτη μοιάζει μ’ ένα παιδί που διηγείται με το σχέδιό της το προσωπικό της δράμα. Ποιο είναι άραγε αυτό το δράμα; Ψάξε ψάξε, δεν θα το βρεις.

            Η Σελέστεια [από το λατινικό cealum, που σημαίνει ουρανός] δεν είναι παιδί και ο κόσμος που περιγράφει δεν είναι καθόλου ουράνιος. Η γράφουσα είναι ακρωτηριασμένη και η αγάπη είτε δεν υπάρχει, είτε απλώς δεν τρέφει ευαισθησίες για περιθωριοποιημένους ανθρώπους κάθε είδους: «Γι’ αυτό θα ήθελα ‘‘Μόνο γι’ απόψε αν γίνεται γιατρέ / να πάρω το χέρι μου στο σπίτι” / Μόνο γι’ απόψε αν γίνεται / να στήσω / με αξιοπρέπεια όρθιο ετούτο το σακατεμένο πράμα / που είμαι / Γιατί η αγάπη / θέλει επάρκεια / και σκόντο δεν κάνει». Κι αν ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιήματος στο οποίο ανήκουν οι στίχοι είναι «Φαντασμαγορία», η Πατρίτσια Κολαΐτη ξέρει άλλη μία έννοια για το ψυχολογικό αυτό φαινόμενο: «phantasm limb». Το μέλος-φάντασμα. Ο δρόμος που δεν γίνεται.

Φλερτάρει επικίνδυνα με τα διπλά νοήματα, δημιουργώντας στην ποίησή της ένα αίσθημα ανασφάλειας, ότι όλα όσα διαβάζει κανείς αποτελούν τελικά «φαντασμ-αγορία», δηλαδή όχι πια ένα εντυπωσιακό θεατρικό έργο, αλλά μια παράσταση με ομιλούντα φαντάσματα, «ψευδείς» αντανακλάσεις της αλήθειας. Πράγμα που καθίσταται ακόμη πιο έντονο ως συναίσθημα όταν γνωρίζεις, σαν διαβάσεις τις δύο σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, πως ό,τι γράφεται στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία η καλλιτεχνική φύση αλλοιώνει από πρόθεση να σε ξεγελάσει.

Η Σελέστεια είναι ένα πρωτότυπα δαιμόνιο βιβλίο, παράλληλα μια αισθητική πρόταση. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι διπλός. Είναι αυτός που σκέφτεται κάτι, κι αυτός που σκέφτεται ότι σκέφτεται κάτι. Στη Σελέστεια η ποιητική «περσόνα» μπαίνει και βγαίνει από την ιστορία που διηγείται, κληροδοτώντας στον αναγνώστη ένα αίσθημα μετεωρισμού στο διάβα της ανάγνωσης: «Από ‘δω εξασκώ την τέχνη του σακάτη / που με τα χρόνια / έμαθε πια / να κρύβει το άδειο μανίκι // Και μηχανεύομαι / ποιήματα / δίκην επανορθωτικής / προσθετικής χειρουργικής».[«Γλυκό μου βάσανο, ΙΙΙ»].

Από ό,τι φαίνεται, «Η γλώσσα θα αντιστέκεται να γλείψει το μαχαίρι της», γιατί έχει ακόμα μυστικά να εξιστορήσει, με αποτέλεσμα το «Ποίημα» να μοιάζει, από άποψη λύτρωσης ή κάθαρσης, «Δώρο ά-δωρον», εφόσον δεν ρέπει ακριβώς ούτε προς την αυθεντική αυτό-εξομολόγηση, ούτε βέβαια ανήκει ως μαρτυρία σε κάποιον άλλον [ο μικρός Ιλάι και το τετράχρονο κορίτσι αποτελούν μονάχα αφορμές έμπνευσης]. Το βιβλίο στηρίζεται σε κώδικες επικοινωνίας μισούς ελληνικούς, μισούς αγγλικούς [το ω και το z της αλφαβήτας] και είναι μισό υπαρξιακό, μισό ιατρικό, μισό αγγελικό, μισό δαιμονικό. Τι είναι τελικά;

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές του 2007.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο βακχικόν.

13
Ιουλ
08

black ραβασάκια ναΐφ…

Ένα από τα πρώτα πράγματα που είχα προσέξει στην Αθήνα το 1998 (πέρα από τους κοστουμαρισμένους σε παπάκι) ήταν τα 24ωρα Γραφεία Κηδειών. Το Μάη του 1968 ωστόσο απέργησαν και οι νεκροθάφτες…

 

Υγρ.: Ευχαριστώ τον Άγγελο για την άδεια δημοσίευσης

10
Ιουλ
08

Αναγνώσεις πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών

1α. Ποιήματα ποιητικής

Αργύρης Παλούκας, Το ξέφτι, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2007

 

Η μητέρα μου γεννήθηκε το ‘41 / κι ακόμα σέρνει πίσω της ένα ξέφτι.  

Αν αφαιρέσεις ή προσθέσεις μια λέξη, θ’ αλλοιώσεις σίγουρα το όλο ποίημα-βιβλίο. Είναι όσο πρέπει, ευσύνοπτο και πλήρες, σαν ξέφτι της πραγματικότητας, που υπάρχει δίχως να βοά εκκωφαντικά, αλλά θορυβώντας υπόγεια. Ένα ξέφτι είναι πράγματι ικανό να σου καταστρέψει το φόρεμα αν το τραβήξεις. Εδώ, όσο κι αν το τραβάς, το φόρεμα δεν καταστρέφεται, αλλάζει ωστόσο η αντίληψη του ρούχου. Το ξέφτι επικρεμάται, σχεδόν φυσικά. Το αποδέχεσαι και το αξιοποιείς. 

«Με το ξέφτι» επιβιώνει ο Αργύρης Παλούκας. Θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος το βιβλίο του ως ένα ενιαίο ποίημα ποιητικής. Οι φωνασκούσες υπερβολές δεν είναι πάντα αποδοτικές στις διαμαρτυρίες τους, οι δε λυρικές ψευδαισθήσεις είναι ανεδαφικές και ξένες προς την πραγματικότητα. Μάλλον αδιαφορεί και για τους δύο πόλους. Επιλέγει κατά μία έννοια έναν τρίτο δρόμο. Την ποίηση που έχει ως εφόδιο τη ζωή δίχως να τη θέτει στο στόχαστρο [όπως άλλωστε η ζωή έχει ως εφόδιο την ποίηση] πλην όμως μηχανεύεται, κάπως δόλια, μια νέα πραγματικότητα μέσα στην ίδια την πραγματικότητα κατασκευάζοντας ομόκεντρους κύκλους ή απλώς διαρρηγνύοντας έναν κύκλο για να εισέλθει στο ασφαλές σκοτάδι του λίγο φως. Με μια πινελιά πάντως μπορεί κι αλλάζει την όψη του πίνακα. Εντός κοσμικού συστήματος πάντα, τα ποιήματά του θάναι το ξέφτι.

Ανάλογα λειτουργεί και η γλώσσα. Μέσα στην απλότητα της καθημερινής εκφοράς φωτίζει καλύτερα εκείνο που τον ενδιαφέρει, τη λοξή ματιά, «το άλλο πράγμα» που αποκαλύπτεται όχι σαν συμπλήρωμα γνώσης, αλλά ως νέα γνώση. Το ξέφτι παραπέμπει, ως προς το γενικό αίσθημα [δίχως να υπονοείται εδώ καμία ποιητική συγγένεια] στο ποίημα της Ε. Βακαλό: «Είναι πράγμα το άλλο του πράγματος / Γιατί ενάντιο σε μένα / Και όμορφο / Το πλησίον που χάνεται / Το μετατρέπω σε ρήμα / Εννοείται ο αέρας / Και βόσκει / Ψηλώνοντας απ’ το χόρτο / Το πράσινο ως χρώμα…» [«Το άλλο του πράγματος»].

Δεν είναι μαύρο, ούτε κόκκινο, όπως η ζωή. Το χρώμα του ποιήματος είναι πράσινο. Σαν τη φύση. Ο πόνος μιας απροσδιόριστης απώλειας στα δεκατέσσερα όλα κι όλα ποιήματα της συλλογής είναι γενικευμένος. Τα φαντάσματα του ποιητή είναι τόσα πολλά που είναι σάμπως μέσα του να τα έχει εξημερώσει, ή σάμπως ο ίδιος να μπορεί με αυτά απλώς να συμβιώνει, όχι υπό τη μορφή κάποιας παραίτησης αλλά με μια μειλιχιότητα που του επιτρέπει να ζει απενοχοποιητικά. Παύει να αποτελεί απώλεια ό,τι του κρατά στην τελική συντροφιά, πρόκειται για ένα άλλο είδος τρυφερότητας, σαν το σαχτουρικό «Θηρίο» ή τους «νεκροζώντανους» στην Εκδρομή του Γιώργου Χειμωνά. Το χρώμα είναι πράσινο. Όπως οφείλει ίσως να είναι η ανθρώπινη φύση.

Η ωριμότητα της γραφής μπορεί να καταστήσει το καθετί, εντός του αρνητικού του προσήμου πάντοτε, σχεδόν καλοδεχούμενο. Η σύγχρονη κοινωνία είναι τόσο δεδομένη πια, είτε διαδραματίζεται σ’ ένα κλειστό δωμάτιο, είτε επισυμβαίνει στους δρόμους της Αθήνας, που χρειάζεται τον ποιητή για να προτείνει κάθε φορά νέους τρόπους θέασης: «Για το πού πάτησαν τα πόδια σου / δεν προλαβαίνω να αναρωτηθώ. / Ο δρόμος μόνο ξέρει την αλήθεια. / Κι ο δρόμος δεν μιλάει» [«Λιοσίων»]. Δεν υπάρχει ποτέ μία ακριβής και επαρκής απάντηση σ’ ένα ερώτημα, ο καθένας την αναζητεί, φτάνει να είναι έτοιμος να αποδεχτεί τη φύση των ερωτημάτων να είναι αινιγματικά, καθώς και το θαύμα να γινόμαστε εμείς το θαύμα, οι αφέντες των αποκρίσεών μας. Στο σπίτι μας δεν χρειάζονται από μηχανής θεοί. Όταν τους περιμένουμε αβοήθητοι, τότε το σπίτι μας «Είναι ακριβώς σαν το παλιό / γιατί όποια πόρτα και ν’ ανοίξω / ένα χέρι δεν κατεβαίνει από τον ουρανό / γιατί οι άντρες πίνουν ουίσκι απ’ το πρωί / και οι γυναίκες φέρνουν το σκοτάδι τους σ’ ένα υποτιθέμενο μαγικό κουτί» [«Καινούριο σπίτι»].

Με ποιήματα μικρά σαν αποφθέγματα συντελείται μια μαγική υπέρβαση, μόνο φαινομενική στην αποστασιοποίησή της. Το στοίχημα είναι να θέσεις τον αναγνώστη εντός της αρένας της σκέψης. Το κάθε ποίημα, καταπώς φαίνεται, είναι ριγμένο στα χέρια του αναγνώστη. Ο ίδιος ο ποιητής αποχωρεί, το ποίημα χαρίζεται.

Αν τα σπλάχνα είναι λάγνα, αν το πουκάμισο είναι βρόμικο ή καλοσιδερωμένο είναι κάτι που διαβάζοντας ο αναγνώστης προσπαθεί να λύσει ως αίνιγμα, καθώς η υπαινικτικότητα της «εικαστικής», ανάμεσα σε άλλα, ποίησής του αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της. Βουβή σαν καμβάς μα με συμπαγές χρώμα. 

Θυμάται έτσι κάποιος πως υπάρχει τρόπος να κοιτάξει τη θάλασσα κι αλλιώς, ο Αργύρης Παλούκας σού δίνει το ελεύθερο της διάδρασης δίχως ίχνος ρητορείας και διδακτισμού. Το Εγώ, μέχρι και στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα, διαφεύγει με μια πράξη εναίσθησης που καλεί τον αναγνώστη να τοποθετήσει τους δικούς του ήρωες στον καμβά. Όπου το ποίημα είναι γραμμένο σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο υπάρχει μια υπόκωφη ειρωνεία που εντείνει την πολυσημία: «Τουλάχιστον για τους νεκρούς μας ανθίζει ένα λουλούδι / οι σπόροι του πέφτουν ξανά στα κοιμητήρια / καλλιεργούνται νέα μυστικά χωράφια» [«Εδώ ο κόσμος χάνεται»]. Οι πρωταγωνιστές του ίδιου του ποιητή μοιάζουν άφυλοι και άχρονοι. Μόνο η μητέρα ορίζεται, μα κι αυτή είναι εκ φύσεως μια απόλυτα πανανθρώπινη φιγούρα.

Τυχαίο δεν είναι ούτε και το μότο της συλλογής λοιπόν: «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτω, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή» [Διονύσιος Σολωμός].

Ένα καλό μάθημα είναι Το ξέφτι: Δεν υπάρχει τίποτα το περιοριστικό μέσα σε περιορισμένες λέξεις, ένα ξέφτι-ποίημα μπορεί να γίνει αιτία για ένα νέο ρούχο-δέρμα.  

Η παραπάνω βιβλιοκριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό βακχικόν (τεύχος 2)

08
Ιουλ
08

Goodbye – Archive

 

Goodbye / Archive

I’m thinking of you
In my sleep
They’re not good thoughts
The worst kind of sad
I’ve noticed things
Cannot be repaired
When I wake up
I’ll be in despair

Cause I know I’ve got to say
I know I’ve got to say
Goodbye
Baby goodbye
Goodbye
Baby goodbye
You’re my sweetheart
Goodbye
You’re my sweetest
Goodbye
I know I’m gonna look
So so so so bad
But there’s no easier way
For me to have to walk away
But I don’t wanna hear this no more
And I don’t wanna feel this no more
And I don’t wanna see this no more
And I don’t wanna experience this no more
Cause I know I’ve got to say
I know I’ve got to say
Goodbye
Baby goodbye
Goodbye
Baby goodbye
You’re my sweetheart
Goodbye
You’re my sweetest
Goodbye
Goodbye
Goodbye
Goodbye (you’re my sweetest)

08
Ιουλ
08

Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης

Bonnie and Clyde *

…Some day they’ll go down together;
They’ll bury them side by side;
To few it’ll be grief–
To the law a relief–
But it’s death for Bonnie and
Clyde

The Story of Bonnie and Clyde
by Bonnie Parker (1934)

 

ήμουν η κατάσκοπος σε εκείνο το σενάριο.

η κυρία των κυριών στα μαύρα 

το κορίτσι με τους γαλλικούς τρόπους

η μελαγχολική αυτόχειρας

όπως κοιτάει από ψηλά το παγωμένο νερό.

η σκιώδης σιωπή της σοφίας.

 

εσύ, ντυμένος στα κόκκινα,

μίλαγες για επανάσταση

προφέροντας φράσεις παράφορες όπως

«περιχαρής παράλογη πάγκαλή» μου

είμαι ένας «ευτυχισμένος ελεγκτής ελευθερίας»

«ας ληστέψουμε μαζί μια τράπεζα».

 

ήθελα πράγματι

από την προδοσία

προ των πυλών

να παραιτηθώ

και να γελάσω

λέγοντάς σου

«εντάξει, ποιητή»,

η σειρά μου:

η «λιλιπούτεια λογική λογόρροια»

«μανιώδη μεινεσμένε μάγε» μου

 

είναι ερωτεύσιμη

είναι επικίνδυνη

είναι εκτός ελέγχου

 

είσαι εκτός ελέγχου

είσαι επικίνδυνος

είσαι ερωτεύσιμος

 

ήθελα να φωνάξω

«είμαι ένοχη!»

 

“The Ballad of Bonnie & Clyde” by Georgie Fame, 1967

* αφιέρωση

06
Ιουλ
08

Πάτησα το κουμπί για το κλιματιστικό και άναψε το ραδιόφωνο…

Αν θέλετε καλοκαιριάτικα να πάρετε μια γεύση από σύγχρονη Αμερικανική Ψυχανάλυση, διαβάστε τις παράδοξες Ιστορίες Ψυχοθεραπείας, σε επιλογή κειμένων και μετάφραση Δημήτρη Αθηνάκη, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2008.

Μην περιμένετε ωστόσο συμβατά πράγματα. Πρώτον, δεν θα χρειαστείτε χαρτομάντιλα. Δεύτερον, δεν θα βρείτε πουθενά τον εαυτό σας (όχι γιατί ζείτε στην Ελλάδα, αλλά να, πάντα βρίσκεις και πιο «τρελούς» από σένα). Τρίτον, ενδέχεται να μην είστε βέβαιοι για το τι ακριβώς διαβάσατε (λένε πως αυτό συμβαίνει στην ποίηση, αλλά μπα!) Τέταρτον, το βιβλίο προσφέρεται για συζήτηση κοινωνικού περιεχομένου, γιατί το ευφάνταστο και ενίοτε το νοσηρό ενός κειμένου δημιουργούν νοητές και πραγματικές γραμμές συσχέτισης της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα. 

Ζούμε λοιπόν στον 21ο αιώνα. Όταν θέλει ένας συγγραφέας (στην προκειμένη περίπτωση συγγραφείς ετερόκλιτου [με ι] ύφους) να μπερδέψει τον αναγνώστη, αλλά και την ίδια του την πένα, αυτό πάει να πει πως όλα πάνε πάρα πολύ καλά. Οδεύουμε προς μια εποχή όπου ο σουρεαλισμός μοιάζει πιο πολύ με ρεαλισμό και οι abnormal άνθρωποι με normal. Το θέμα είναι να ξέρουμε βέβαια ποιοι είμαστε.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ P. Collier, M. Mcphee, F. Prose, J. Baumbach, C. Baxter, J. Gorman, B. Lawrence, S. Barthelme / ΤΙΤΛΟΣ Ιστορίες ψυχοθεραπείας (ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ) / ΕΠΙΛΟΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Δημήτρης Αθηνάκης / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ / ΙΟΥΝΙΟΣ 2008 

 

Εισαγωγή του Μεταφραστή 

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άρρωστοι.
Ωστόσο, λίγοι μόνο γνωρίζουν ότι αυτό είναι κάτι
για το οποίο θα έπρεπε να είναι περήφανοι.
Αυτοί είναι οι ψυχαναλυτές.
Karl Kraus (1874-1936)

Πώς μπορεί ο θάνατος ενός χάμστερ, ενός πατέρα ή ενός παιδιού να οδηγήσουν στο “ντιβάνι” ακριβώς με την ίδια ένταση; Πώς γίνεται οι “ασθενείς” να πάρουν τη θέση των γιατρών ή οι γιατροί να ξαπλώσουν στο “ντιβάνι”; Επιτρέπεται ένας “ψυχοθεραπευτής” να κρύβει ένα ρεβόλβερ στο συρτάρι του; Κι αν ναι, πότε θα το χρησιμοποιήσει; Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να γίνει “θεός” στα μάτια τριών μικρών κοριτσιών;

Η ψυχανάλυση πριν από λίγα χρόνια γιόρτασε τα εκατοστά της γενέθλια με έναν ωραιότατο επιστημονικό καυγά μεταξύ αυτών που την υπηρετούν. Το 2006, λοιπόν, εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα, σχεδόν ταυτόχρονα με τη γαλλική έκδοση, η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο “Ζώντας καλύτερα χωρίς τον Φρόιντ” (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφ. Δροσούλα Τσαρμακλή), ένα συλλογικό έργο σαράντα ειδικών διαφόρων εθνικοτήτων, που δημιούργησε πολύ θόρυβο και δίχασε σε όλη την Ευρώπη τους ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους.

Λίγα χρόνια πριν, όμως, κάποιοι Αμερικανοί συγγραφείς είχαν αποφασίσει να ξεκινήσουν δειλά δειλά μία κριτική έναντι της όψιμης μόδας του “καναπέ”. Έτσι, κάθισαν κι έγραψαν,  ξεχωριστά ο ένας απ’ τον άλλο, μικρές ιστορίες που δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε έντυπα ή σε συλλογές. Μερικές από αυτές, λοιπόν, έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια το πρόσωπο του ψυχαναλυτή και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτό διαγράφεται σε διάφορες εκφάνσεις του. Το πρόσωπό αυτό δεν είναι απαραίτητα αυτό που έχουμε όλοι ως εικόνα σχηματίσει στο μυαλό μας. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας.

Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Απ’ την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ’ τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ’ αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι γι’ αυτά που έχουν “πάθει”, αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.

Έτσι, το πρόσωπο του ψυχαναλυτή μπαίνει στο μικροσκόπιο των συγγραφέων των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας. Το είδος αυτού του “μικροσκοπίου” αποτέλεσε και το βασικό κριτήριο επιλογής των διηγημάτων που ακολουθούν, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διάθεση να δούμε και κάποιες σαρκαστικές, χιουμοριστικές, σοβαροφανείς ή σοβαρές εικόνες απ’ τη σχέση των ψυχαναλυόμενων με τους ψυχοθεραπευτές τους αλλά και του καθενός από αυτούς με τον εαυτό του. Όπως, επίσης, ένα ακόμη κριτήριο επιλογής είναι και ότι οι ήρωες όλων αυτών των ιστοριών, αν τελικά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, σίγουρα, τότε, κάποτε θα έχουν συναντηθεί. Μέσα τους ή έξω τους…

Οι ιστορίες δεν αποτελούν κριτική στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Αποτελούν, ίσως, ένα μικρό σχόλιο απέναντι στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής, με οποιονδήποτε τρόπο, έχοντας κυρίως ένα πράγμα στο κέντρο αυτής της αναζήτησης: μπορεί να φτάνουμε στο κατώφλι ενός “ντιβανιού” αλλά μήπως, τελικά, εκτός από την αλήθεια που κρύβεται κάπου εκεί έξω, υπάρχει και η αλήθεια που κρύβεται “εκεί μέσα”; Αυτό είναι οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας: η αναζήτηση αυτού του “μέσα” έστω κι αν το μυστικό του κρύβεται σε ένα άδειο κουτάκι γιαουρτιού με φρούτα ή στη διαρκή εσωτερική και εξωτερική διερεύνηση της μύτης μας που μεγαλώνει ή της αντίληψής μας που μικραίνει. 

Δημήτρης Αθηνάκης

Αθήνα, Ιανουάριος 2008




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Ιουλίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν   Αυγ »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 52,071 hits