Αρχείο για Ιανουαρίου, 2009

27
Ιαν
09

Τρυφερά Κουμπιά…

stein-004ed

26
Ιαν
09

Αντώνης Γεωργίου, Γλυκιά Bloody Life, Το ροδακιό, Αθήνα 2006, σελ. 163

glykia180Ο Αντώνης Γεωργίου, με τη συλλογή δεκαπέντε διηγημάτων του, Γλυκιά Bloody Life, κάνει το ντεπούτο του στον πεζό λόγο επιδεικνύοντας μια έμφυτη μαεστρία, αυτή του συγγραφέα-πρωτάρη. Σαν εκσκαφέας ετερόκλιτων εμπειριών μαζεύει αδιακρίτως, χωρίς ιδεολογικές και αξιολογικές διαβαθμίσεις, πρωτογενείς ύλες από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του τόπου του, ως δόκιμες ύλες αισθητικής μετουσίωσης. Έχοντας ένα «τι» στη διάθεσή του μεταβαίνει απευθείας στο «πώς», στον τρόπο που θα καταστήσει την ιδιομορφία της ζωής των κύπριων ηρώων του προσεγγίσιμη, και μάλιστα ενδιαφέρουσα, στα μάτια ενός ελλαδίτη αναγνώστη.        

Αραδιάζει λοιπόν διάφορα ζητήματα, απηχήσεις της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας στο μάκρος της γλυκόπικρης Ιστορίας της. Στα διηγήματά του παρελαύνουν, σάμπως αβασάνιστα και αβίαστα, όλα μαζί: οι μνήμες της αγγλικής και τουρκικής κατοχής, τα μετα-τραυματικά κληροδοτήματά της, ο νόστος, οι χήρες των προσφύγων και τα ορφανά, η μοναξιά πάσης ηλικίας, οι αποτυχημένοι έρωτες και ο μη εκτονωμένος σεξουαλισμός, τα κοινωνικά ταμπού και ο ρατσισμός, η ενσωμάτωση των μεταναστών -και κυρίως μεταναστριών «καλλιτέχνιδων»- από τη Ρωσία, γενικά, το ψυχολογικό κενό μιας επίπλαστης οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης. Τα θέματα αυτά παρουσιάζονται όμως σαν σπαράγματα εμπειριών, τα μαθαίνουμε μέσα από την πορεία αυτοσυνειδησίας -σε μονόλογο τις πιο πολλές φορές- των ηρώων. Γιατί υπάρχουν πολλές αλήθειες στις ιστορίες αυτές, αλήθειες που συναιρούνται σε μία, στην αλήθεια της «ύπαρξης» έναντι της αλήθειας τού «είναι».

Για το λόγο αυτό, στα διηγήματα αποκτούν ζωή ποικίλοι ήρωες. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, καθώς αναθυμούνται, κάποτε με πλήρη γνώση των γεγονότων της Ιστορίας και κάποτε με μια ημιμάθεια φορτισμένη από κάποιο ασαφές ένστικτο ως προς τις ηθικές αξίες, είναι σύγχρονοι ήρωες με παλιομοδίτικες αντιλήψεις, τόσο σύγχρονοι όσο προσπαθούν να συνταυτίσουν το παρόν με το παρελθόν τους, παρουσιάζοντας τα συμπτώματα μιας εσωτερικής σύγχυσης, ασυνειδητοποίητης μάλλον, από τις απότομες αλλαγές που υφίστανται στον τρόπο ζωής τους. Μονολογούν, ο λόγος τους ρέει ελαφρώς δυσνόητα, σαν σε παραλήρημα, και ο αναγνώστης παρακολουθεί δυο-τρεις ιστορίες να συμπλέκονται, με αφορμή κάποιον τυχαίο συνειρμό. Ο πόνος της Λουθ Μαρία σε λατινοαμερικάνικη τηλεοπτική σειρά, φερ’ ειπείν, αντικατοπτρίζει για την ηρωίδα τού πρώτου διηγήματος τον πόνο της ορφάνιας της τον καιρό της αγγλικής κατοχής. Οι μεγαλύτεροι ήρωες ζουν χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά από τη σύγχρονη κοινωνία, σε ορισμένες περιπτώσεις όμως φέρουν και αντιλήψεις προοδευτικότερες από εκείνες των νεοτέρων.

Οι νεότεροι ήρωες, κάπου στα 30-45, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ένα χωροχρόνο που τους παρέχει τη δυνατότητα μόνο για ψευδαισθήσεις, μια που τα οράματά τους είναι μεγαλύτερα από τις δυνατότητες που τους προσφέρει ο τόπος τους: «είναι και ο τόπος μας μικρός, οι πόλεις μας επαρχιώτικες και τα όνειρα θέλουν πεδιάδες και ατελείωτους δρόμους, ουρανοξύστες [...] είναι και η θάλασσα βέβαια αλλά αυτή τη γεμίσαμε τουρίστες». Πνίγονται μέσα στα θέλω τους, αν ζούσαν στο Χόλιγουντ σίγουρα θα ήσαν μοντέλα ή ηθοποιοί!, ενώ όσοι είχαν την ευκαιρία να ταξιδέψουν, φαίνεται πως ταξίδεψαν σε χώρες που η εποχή, ή το κόμμα, προδιέγραψαν: στην «bloody» Αγγλία, στην οποία η Κύπρος διετέλεσε αποικία, και στη Ρωσία, όπου πολλοί αριστεροί σπούδαζαν με υποτροφία κατά τη δεκαετία του 1990. Τα ταξίδια αυτά μάλλον περιόρισαν το βαθμό ευτυχίας των ηρώων, είτε γιατί μέσα από αυτά μεγάλωσαν απότομα και τραυματικά, καθώς γνώρισαν τις σκοτεινές πτυχές της ζωής, είτε γιατί ο ξενιτεμός τους κατέστη με την επιστροφή τους στοιχειό της μνήμης, ανολοκλήρωτο όνειρο σε μια χούφτα γη.

Άλλοι, οι άνδρες συνήθως, που δε γνώρισαν τίποτα συνταρακτικό άλλο από τη ζωή των άλλων, περνούν την ώρα τους στη φαντασίωση ερωτικών περιπτύξεων, τις οποίες ουσιαστικά είναι ανήμποροι να γευθούν. Ενώ κάποιοι, με ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές κατευθύνσεις, ασφυκτιούν μέσα στην αδυναμία τους να ζήσουν ελεύθερα μιαν αγάπη με συνέχεια. Το θέμα είναι βέβαια η αγάπη -που απουσιάζει-, οι γυναίκες, παρότι πιο τολμηρές στις διεκδικήσεις τους, υποφέρουν από τη μάστιγα των κοινωνικών διακρίσεων. Και φαίνεται πως ο ρατσισμός (ως προς την καταγωγή, τις ηλικιακές διαφορές ή τη σεξουαλική ταυτότητα) αποτελεί ένα από τα ψεγάδια μιας κατ’ επίφαση σύγχρονης κοινωνίας: εκεί όπου η αγάπη παρουσιάζεται εφικτή τεμαχίζεται στο τραπέζι κοινωνικών επικρίσεων και, έτσι, καταργείται. Σε σχέση με τους μεγαλύτερους ήρωες, οι νεότεροι φαίνεται να αντιλαμβάνονται καλύτερα την πραγματικότητα, υποφέρουν τουλάχιστον συνειδητά, απλώς δε βρίσκουν διέξοδο.   

Τα διηγήματα του Αντώνη Γεωργίου, αν και με έντονα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κοινωνικοψυχολογικά. Ιχνηλατούν τις συνέπειες της πολιτικής Ιστορίας της Κύπρου στην κοινωνία και, κατ’ επέκταση, τις πιέσεις μιας κλειστοφοβικής κοινότητας στη ζωή των ηρώων. Η ζωή του καθενός ήρωα είναι διάστικτη από ποικίλα ψυχολογικά συμπλέγματα, τα οποία ο καθένας παλεύει να αντιπαρέλθει με τον τρόπο του, με κοινό παρονομαστή τις δυνατότητες στη χρήση της ομιλίας. Η γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο της σκέψης των ηρώων· χωρίς την ιδιοτυπία της κυπριακής διαλέκτου -η διάλεκτος παραλλάζει ανά ήρωα, οπότε έχουμε πολλές «γλώσσες-διαλέκτους»- οι ήρωές του δε θα μπορέσουν να εκφραστούν ελεύθερα, αυθεντικά. 

Επειδή εκφράζονται όμως αυθεντικά, στον «ισολογισμό» των αληθειών τους, επιτυγχάνεται μια αίσθηση ρεαλισμού, μια ευλογοφάνεια στην παρουσίαση της πραγματικότητας γενικότερα. Ο Αντώνης Γεωργίου προσφέρει μια λογοτεχνική αντικειμενικότητα των υποκειμενικοτήτων, θεματολογικά και μορφολογικά. Ίσως έτσι εξηγείται το γεγονός πως, πού και πού, αν και γράφει στο τρίτο πρόσωπο, μοιάζει να βρίσκει μέσα από τους διαφορετικούς βασανισμένους ήρωές του τον εαυτό του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι εύστοχος: «Γλυκιά» είναι η ζωή, αλλά φέρει τις αμυχές μιας «αιματηρής» χώρας – αγγλικής αποικίας που θέλει διακαώς να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς τής «δοτής» της ζωής ούτως ώστε να βρει τον εαυτό της. Ο τίτλος συναιρεί, βέβαια, τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων.

 

Η παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιέυτηκε στα (δε)κατα, τεύχος 10.

Ο Αντώνης Γεωργίου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (Κύπρου) το 2007.

22
Ιαν
09

Leland Bardwell

Άσκοπη

Συνεχίζεις και συνεχίζεις.

 

Αλλά φαντάσου τον κόσμο δίχως μουσική.

Απλώς φαντάσου – δίχως πέμπτα, δίχως τρίτα,

δίχως αρπισμούς, νότες μη ατονικές.

(Και σίγουρα η οκτάβα είναι εφεύρεση του Θεού.)

 

Μια φορά είδα ένα άλογο να χορεύει στο Φίνιξ Παρκ.

 

Ναι, συνεχίζεις και συνεχίζεις

να λες την τέχνη -όταν δεν είναι πολιτική- άσκοπη.

Μα βατόμουρα δεν λες να μαζέψεις μαζί μου

δεν σε ενδιαφέρει η λάσπη.

 lelandbardwell

H Leland Bardwell γεννήθηκε το 1928 στην Ινδία από Ιρλανδούς γονείς. Σπούδασε Αρχαία Ιστορία στο Λονδίνο και εργάστηκε ως μεταφράστρια στο Παρίσι και τη Βουδαπέστη. Είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας.

21
Ιαν
09

“I sense there’s something in the wind…”

18
Ιαν
09

Σύλβια & Τεντ

sylvia_ted1

Ελληνοαμερικανική Ένωση και οι Εκδόσεις Μελάνι διοργανώνουν ανοιχτή συζήτηση με θέμα την ποίηση του ζευγαριού Σύλβια Πλαθ – Τεντ Χιουζ. Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009 στις 7:00 μ.μ. στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι, 2ος όροφος).

Στη συζήτηση συμμετέχουν οι ομιλητές:

  • Λιάνα Σακελλίου, Ποιήτρια, Καθηγήτρια Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Τατιανή Ραπατζίκου, Επίκουρος Καθηγήτρια Τμήματος Αγγλικής – Τομέας Αμερικανικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
  • Μυρσίνη Γκανά, Μεταφράστρια
  • Βασίλης Μανουσάκης, Μεταφραστής, Διδάσκων του Τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
  • Κατερίνα Διδασκάλου, Ηθοποιός (θα διαβάσει ποιήματα της Σύλβια Πλαθ)
  • Γιάννης Αντιόχου, Ποιητής, Μεταφραστής του Τεντ Χιουζ και της Σύλβια Πλαθ (θα  διαβάσει ποιηματα του Τεντ Χιουζ).

Στόχος της συζήτησης είναι να διαφωτίσει το κοινό σχετικά με τα θέματα και τις τεχνικές της γραφής των δυο ποιητών, καθώς και για τη σχέση που διατηρούσαν στα πρώτα τους βήματα ως ποιητές αλλά και τη βοήθεια που παρείχε ο ένας στον άλλον στη συγγραφή των ποιημάτων που τους έκαναν διάσημους. plat450

Στη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

18
Ιαν
09

Οι εραστές της τέχνης

mikraikaria

Μικρά Ικαρία, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα 2005, σελ. 225

Η Μικρά Ικαρία ανήκει στην κατηγορία των αυτοβιογραφικών βιβλίων με τη διαφορά ότι ο συγγραφέας, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, δεν αναλίσκεται σε περιγραφές γεγονότων που «συνέβησαν» στη ζωή του, όπως κάποιος θα περίμενε από ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Στη Μικρή Ικαρία δεν περιγράφεται το βιώμα αυτό καθαυτό, ως εξωτερικό γεγονός, ούτε το βίωμα ως προσωπική εμπειρία που χρειάζεται να κατατεθεί. Το βιβλίο αφορά τον τρόπο που γράφεται ένα βιβλίο, στον τρόπο που ο συγγραφέας επιτυγχάνει να βιώνει καταστάσεις που δεν του ανήκουν, αλλά και στον τρόπο που τις καθιστά δημιουργικά δικές του. Η Μικρά Ικαρία συντίθεται από εμπειρίες της ανάγνωσης ή της παρατήρησης, που μετουσιώνονται σε εμπειρίες της γραφής και της εμβίωσης κάτω από τεχνικές άλλοτε παιδιάστικες και άλλοτε διανοουμενίστικες.

Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο Γιαννακόπουλος τη συγγραφική εμπειρία εισάγεται μέσα στις πρώτες 50 σελίδες του βιβλίου, όπου ο ήρωας-συγγραφέας, πριν αναχωρήσει για την Ικαρία, κάθεται σε διάφορα παγκάκια του κέντρου της Αθήνας με τα βιβλία του και παρακολουθεί με λεπτομέρεια τον έξω κόσμο. Οι αράδες των βιβλίων που διαβάζει συγχέονται με τις εξωτερικές εικόνες που παρατηρεί καθώς εν είδει παιχνιδιού αυτόματης γραφής καταγράφει στο σημειωματάριό του αυτό που κάνει να καταστεί πια δική του εντύπωση και βίωμα. Ο τρόπος πρόσληψης ξένων στοιχείων, αφενός λογοτεχνικών σπαραγμάτων αφετέρου εξωτερικών εικόνων, προοικονομεί το είδος της εμπειρίας που θα έχουμε και εμείς ως αναγνώστες της Μικράς Ικαρίας, με την άφιξη του συγγραφέα στην Ικαρία.

Τι είναι η Μικρά Ικαρία; Η Ικαρία φαίνεται να αποτελεί για τον Γιαννακόπουλο μια διαδικασία ηθελημένης απομάκρυνσης από τον γνωστό κόσμο, για λίγο, και εμβάθυνσης μέσα στον άγνωστο κόσμο, δηλαδή μια εμπειρία μάθησης. Προς υπεραναπλήρωση της μοναξιάς που αισθάνεται ένας άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, ο συγγραφέας, σχεδόν ιδεοληπτικά, κουβαλά όλα τα βιβλία που αγάπησε μαζί του στο ταξίδι. Το κέντρο βάρους, λοιπόν, του βιβλίου δεν πέφτει ούτε στις εξορμήσεις του στην Ικαρία ή στα άτομα που γνώρισε εκεί, ούτε καν στην αναμνησιακή επαναφορά των ανθρώπων που του λείπουν. Υπάρχουν μονάχα ως νύξεις, σε μικρές δόσεις. Ο Γιαννακόπουλος βλέπει την Ικαρία μέσα από βιβλία και σημειωματάρια. Εμείς διαβάζουμε αράδες από ποιητές, φιλοσόφους, λογοτέχνες, έλληνες και ξένους, μαζί του. Δεν έχουν σημασία οι διαφορές στα είδη, στην εποχή συγγραφής και στους τόπους στους οποίους τα αποσπάσματα αναφέρονται. Ο Γιαννακόπουλος κάνει εσκεμμένες αναμείξεις και προσθαφαιρέσεις. Κριτήριο είναι η αγάπη του προς αυτά τα συγγράμματα.

Η Μικρά Ικαρία λοιπόν είναι ένα βιβλίο που γεννιέται, γεννιέται έπειτα από πειραματισμούς επάνω στην τεχνική της συν-γραφής. Πρόκειται για μια δημιουργική διαδικασία καταβύθισης που φέρνει στο φως ένα «απροσχεδίαστο» και γι’ αυτό πανέμορφο ψηφιδωτό επάνω στο οποίο τοποθετούνται σε αισθητική τάξη οι ψηφίδες, κύτταρα αυτογνωσίας. Είναι ένα κείμενο πάνω σε κείμενα. Εάν ο Γιαννακόπουλος επιτυγχάνει αυτό που δηλώνει ως στόχο της γραφής, δηλαδή την επικοινωνία και την αυτογνωσία, εμείς, ως αναγνώστες, στοχαζόμαστε και παρατηρούμε με ενδιαφέρον πώς ένα τρίτο μάτι ερμηνεύει μέσα του ένα κείμενο που έχουμε κι εμείς στα χέρια μας και ερμηνεύουμε. Έχει ψυχολογικό ενδιαφέρον αυτή η σύγκριση. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο αισθανόμαστε τη δική μας ύπαρξη να παρίσταται εξίσου δημιουργικά. Ενίοτε υπογραμμίζουμε, μαζί με το συγγραφέα. Θέλουμε να θυμόμαστε τη συγκίνηση.  

Πώς τα καταφέρνει ο Γιαννακόπουλος να μας μυήσει σε αυτό το παιχνίδι; Το μυστικό του βρίσκεται στις ισορροπίες που ανακαλύπτει ανάμεσα στο Εγώ και το Εσύ. Ανάμεσα στο γράφοντα και στον αναγνώστη. Το Εγώ του ο Γιαννακόπουλος το αντιμετωπίζει τόσο με σοβαρότητα όσο και με ειρωνεία. Βαφτίζει με αυτοσαρκασμό και χιούμορ τις προσωπικές του σημειώσεις τόσο «MicroDiary» όσο, ελληνιστί, «ΜικροΔιάρροια». Γιατί φαίνεται να γνωρίζει καλά τους κινδύνους που ελλοχεύουν κατά την αυτοβιογραφική διαδικασία. Ο κίνδυνος ενός ναρκισσιστικού παραστρατήματος εις βάρος του αναγνώστη ή ακόμη ο κίνδυνος να χαθεί στο χείμαρρο της εξομολογητικής διαδικασίας η συγκροτημένη δομή -όχι μονάχα του εαυτού αλλά και του κειμένου- αντιμετωπίζεται με τη συνδρομή των φίλων συγγραφέων. Υπονοείται έτσι πως η συγγραφική διαδικασία, για να είναι επιτυχής, δεν πρέπει να διαφέρει από τις ανθρώπινες ανάγκες, τόσο για μοναξιά όσο και για συνύπαρξη: λίγο από το εγώ, λίγο από το έτερον και πίσω στο φόντο ο έρωτας, κάποτε ένα πρόσωπο αγαπημένο, η Αγαπημένη του Γιαννακόπουλου, και κάποτε ο έρωτας ως καθολική στάση ζωής. Στην Ικαρία ο συγγραφέας επαναφέρει το ρόλο του συγγραφέα ως εραστή της τέχνης, «ερασιτέχνη».  

Σε αυτό συμβάλλει και η γλώσσα  του βιβλίου: είναι στη βάση της ποιητική, οι λέξεις συνδέονται μεταξύ τους με έναν αφανή εσωτερικό ρυθμό.   

Η Μικρά Ικαρία του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου αποτελεί ένα διαχρονικό ταξίδι εσωτερικής μέθης. Δεν πρόκειται για την Ικαρία αυτή καθαυτήν, αλλά για ένα από τα πολλά ταξίδια της ζωής, που όποιο προορισμό και να έχει θα καταστεί, ούτως ή άλλως, ευοίωνο από τη στιγμή που θα γίνει βιωματικό.

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 5 του περιοδικού (δε)κατα

15
Ιαν
09

Ανοιχτή επιστολή

05_family_of_letters_5bdetail5d_mixed_media_acrylic_2006_by_lauren_pressler
 Family of Letters [detail], mixed media acrylic, 2006, by Lauren Pressler 

Ανέκαθεν οι ποιητές έστελναν επιστολές. Κάποιες από αυτές ταξιδεύουν σε βιβλία που κυκλοφορούν σε αναθεωρημένες εκδόσεις ανά τον κόσμο και ανά τα χρόνια. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, η Μαρίνα Τσβετάγιαβα, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Έμιλυ Ντίκινσον, η Σύλβια Πλαθ, η Ανν Σέξτον και πολλοί άλλοι που έγραφαν επιστολές από καρδιάς: σε άλλους ποιητές, σε πρόσωπα άξια θαυμασμού, σε φίλους και συγγενείς, σε εκδότες, σε αναγνώστες ή ακόμη και σε νέους, επίδοξους ποιητές που αμφέβαλλαν από πολύ νωρίς για τη ζωή την ίδια.

Σήμερα; Σήμερα σπάνια στέλνουν οι ποιητές επιστολές. Σήμερα δεν στέλνει σχεδόν κανείς επιστολές.

Γιατί δεν στέλνουμε πια επιστολές; Γιατί δεν τις κρίνουμε ως απαραίτητες.

Γιατί δεν τις κρίνουμε ως απαραίτητες; Γιατί μας φαίνονται γελοίες.

Γιατί μας φαίνονται γελοίες; Γιατί είναι ένα είδος πολυτέλειας (δεν υπάρχει χρόνος για την ψυχή).

Γιατί είναι ένα είδος πολυτέλειας; Γιατί δεν θέλουμε λουλούδια (μέγα ψέμα) πια, αλλά ψωμί να φάμε (που δεν έχουμε).

Και γιατί δεν έχουμε να ψωμί να φάμε; Γιατί δεν στέλνουμε επιστολές.     

Το χαρτί (ή το εκάστοτε μέσο που χρησιμοποιούμε για να γράψουμε) είναι μεν προσωπική έκφραση -ξεκινά από μια απόγνωση βαθιά στα σωθικά μας- μα αποτελεί τις πιο πολλές φορές σύμπτωμα της κοινωνίας. Ανάλογα με την εποχή, το χαρτί έρχεται σε αντιπαράθεση με ό,τι το γέννησε.

Υγρ.: Οι πιο γόνιμες συζητήσεις για την ποίηση γίνονται όταν δεν τις προγραμματίζεις. Και είναι ποίηση για την ποίηση και ποίηση.  

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ – Η ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ

Τα ποιήματα δεν είναι τίποτα άλλο από μνημεία ανθρωπισμού, και ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ανθρωπιστής δίχως όρια.

Όλα όσα παρατηρούμε να συμβαίνουν τελευταία τριγύρω μας, πολιτικές αναταράξεις, επεισόδια, διαδηλώσεις, και άλλα, είναι το ξεχείλισμα μιας κοινωνίας που μονίμως υποφέρει και θα συνεχίσει βεβαίως να υποφέρει γιατί είναι πολύ καλά εκπαιδευμένη να κορυφώνει την αντίδρασή της στην καταπίεση με τον τρόπο που βλέπουμε – ποτέ αλλιώς. Είναι μία (παγκόσμια) κοινωνία δυστυχής και κατατρεγμένη. Επ’ αυτού πώς μπορεί να βοηθήσει ένας ποιητής;

Μα η δουλειά του ποιητή είναι ακριβώς αυτή και αυτήν υποτίθεται πως ανέκαθεν εξασκεί – ο ποιητής δεν χρειάζεται να κάνει κάτι παραπάνω για την (εφήμερη) αυτήν περίσταση. Η κοινωνία αν ξαφνικά θυμηθεί πως μπορεί να δεχθεί την ποιητική συνδρομή δεν έχει παρά να χρησιμοποιήσει την Ποίηση που ήδη υπάρχει.

Κάπου, εκεί, που ο αναγνώστης πρέπει να την βρει, αν την έχει πραγματικά ανάγκη.

Αυτή είναι λοιπόν η πραγματική συμμετοχή. Μία απτή απόδειξη Ενότητας.

Όσο για το πόσο ο ποιητής μπορεί, ακόμη και εν μέσω όλων αυτών των ταραχών, δημόσια (στο διαδίκτυο, στα έντυπα, κτλ) να εκφραστεί, είναι ένα άλλο ζήτημα εξίσου ζοφερό μα αναμενόμενο.

Πώς μπορούν οι ειδήσεις ενός ποιητή να κυκλοφορήσουν μέσα σε αυτό που αποκαλείται επικαιρότητα, εάν δεν είναι -ως γνωστό και ταριχευμένο- κάμποσο αριστερός, κάμποσο οξύθυμος, κάμποσο φτηνός;

Είναι πραγματικά δύσκολο. Στο διαδίκτυο τα αριστερόστροφα sites δεν σε ανέχονται, τα δεξιόστροφα σε θεωρούν παλαβό, τα περιοδικά δεν διαταράζουν γιατί υπόκεινται εκεί που τα ίδια γνωρίζουν. Οι εφημερίδες…

Τα πράγματα λοιπόν συνεχίζουν και θα συνεχίζουν γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν – με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η κοινωνία (και όχι η ποίηση) θα εξακολουθεί να κινείται, παρότι ταυτόχρονα, παράλληλα με την ποίηση, και η ποίηση (όχι η κοινωνία) θα εξακολουθεί να λειτουργεί σαν καρδιά της. 

07
Ιαν
09

Βασίλης Σωτηρόπουλος, Πηνελόπη των υδάτων. Μια οδύσσεια στον κυβερνοχώρο, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005, σελ. 493

pinelopi

Εδώ η πραγματικότητα είναι τρισδιάστατη: ονειρική, διαδικτυακή, ρεαλιστική και μέσα σε αυτήν ήρωες, με ονόματα όπως PeneLope, Ulysses, Teiresias, Cypus, «ζουν» σε έναν τόπο που φέρει το όνομα «Ithaca», άλλοι συνειδητοποιημένα και άλλοι καθόλου, αναζητούν κάτι, άγνωστο τι. Η εντύπωση που δίδεται στην αρχή είναι πως όλα αυτά τα πρόσωπα, των οποίων η προσωπική ζωή είναι βυθισμένη στο σκοτάδι, αποζητούν την επικοινωνία. Αισθανόμαστε κάπως καλόβολα μέσα στα γνώριμα σε μας κανάλια, τα chat rooms, όπου πολλοί νέοι ή μοναχικοί άνθρωποι, ως γνωστόν, στις μέρες μας ξοδεύουν πολύτιμο χρόνο για ένα μερίδιο ψευδεπίγραφης ή και μη συντροφικότητας. Στον αντίποδα του «Ithaca» βρίσκεται και ένας κλειστός στο ευρύ κοινό τόπος, με το όνομα «Studiolo», όπου μια ελίτ διανοουμένων, οι MyLord, Arturo, FionaDeLaCruz κ.ά, αρέσκεται στη θεωρητική αντιμετώπιση των φαινομένων της κοινωνίας η οποία, αν δεν αντιφάσκει, τουλάχιστον διαφέρει τόσο με την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και συνύπαρξη και έρχεται σε αντίθεση σίγουρα με το κοινωνιολογικό όραμα που φέρει μια ομάδα κυβερνοαναρχικών με το όνομα «Οδύσσεια».

Η μορφωμένη ελίτ του Διαδικτύου δολοφονείται, και η PeneLope, που εργάζεται στην πραγματική της ζωή στην Υπηρεσία Δίωξης Εγκλημάτων Κυβερνοχώρου και ονομάζεται Ηλιάνα Αναγνώστου (ένα όνομα που παραπέμπει στον «ήλιο» και στην «ανάγνωση», στην αλήθεια και στην κατανόηση) προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο. Πίσω από το έγκλημα κρύβεται η φιγούρα του Ulysses, ενός δηλωμένου χάκερ, ο οποίος στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου καθεστώτος, ενός πανεθνικού σύμπαντος του Ίντερνετ, ελεύθερου από κάθε έλεγχο και χειραγώγηση. Πρόκειται για ένα όραμα που, όσο διαβάζουμε υλοποιείται, κλονίζοντας τις βεβαιότητες τόσο για έναν «αθώο» κυβερνοχώρο που κρύβεται πίσω από προσωπεία αγνώστων όσο και για την προβλέψιμη, αν μη τι άλλο, σε παγκόσμιο βεληνεκές, πολιτική ζωή που καταπνίγει την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του ανθρώπου να κάνει επιλογές.

Τα παραπάνω φλέγοντα ζητήματα μοιάζουν με παρακλάδια της πλοκής, δεν φαίνεται να αποτελούν τον πυρήνα της. Το ερώτημα που αφορά την προσωπική ταυτότητα, η οποία κρύβεται ή συγχωνεύεται σε μια «persona internetica», ώστε αναλόγως να επηρεάζει τις ανθρώπινες πράξεις, δεν τίθεται, τουλάχιστον όχι φανερά. Η ευφυής, ευφάνταστη και αρκετά ευρηματική για την εξέλιξη της ιστορίας περιγραφή της διαδικασίας επαναφοράς των ψευδωνύμων-ονομάτων των δολοφονημένων στον ρέοντα-ζωντανό παγκόσμιο ιστό, που παραπέμπει στο τελευταίο κεφάλαιο της Πολιτείας του Πλάτωνα, ενώ διαφέρει από την ομηρική νέκυια, εφόσον οι διαδικτυακές ψυχές όχι μόνο δεν ζητάνε εκδίκηση μα αγνοούν πλήρως το γεγονός του θανάτου τους, δεν αξιοποιείται εσωτερικά. Δεν γνωρίζουμε τουλάχιστον αν τα είδωλα αυτά αγνοούν τον ίδιο τους το θάνατο επειδή ήπιαν περισσότερο από το κανονικό νερό της Λήθης, από αφροσύνη.

Στον εξω-διαδικτυακό κόσμο, η αναφορά στη σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών στο κινέζικο μετρό ως τρομοκρατική επίθεση των αναρχικών χάκερ εντάσσει τον αναγνώστη σε μια συναφή με την εποχή μας αγωνία για την τρομοκρατία, τις προθέσεις της και τα μέσα που χρησιμοποιεί, με μια κριτική κατάφαση προς τέτοιες ενέργειες, τη στιγμή που γεννιούνται από τη νοοτροπία της τυραννίας αλλά και αποσκοπούν στην άρση των ολοκληρωτικών απαγορεύσεων των κρατών ή της αντιδημοκρατικής επικράτησης του κεφαλαίου των πολυεθνικών.         

Ο λογοτεχνικός φακός μονάχα φωτογραφίζει κάποιες κοινωνιολογικές συνέπειες της εξέλιξης του κυβερνοχώρου απομακρύνοντας τον αναγνώστη από τη βιωματική εμπλοκή του με αυτή την κατάσταση. Ίσως και αυτή να ήταν η πρόθεση εφόσον το μυθιστόρημα επιλέγει ως καρδιά του προβλήματος τη φύση των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως εκφράζονται με την ανασκευή του παραδεδομένου προτύπου Πηνελόπη-Οδυσσέας. Το ταξίδι ανήκει στην ηρωίδα του βιβλίου «Πηνελόπη» και όχι στον «Οδυσσέα» η οποία αναζητά το αληθινό πρόσωπο του συζύγου της ιχνηλατώντας στην πράξη το ταξίδι του. Η Πηνελόπη, προικισμένη με θάρρος, γίνεται ένα είδος ανδρο-γύναικου (όπως την κατηγορεί η άβουλη Ελένη) για να εγκαταλείψει το σπίτι της και να αντεπεξέλθει στους ομηρικούς κινδύνους: «τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας», την Κίρκη, τη Ναυσικά. Η Πηνελόπη συζητά με την Κίρκη, μαθαίνει χορό και τραγούδι στις Σειρήνες, εξωθώντας αυτές τις παρεξηγημένες μέδουσες της μυθολογίας σε ένα είδος αυτογνωσίας, μεταπλάθοντας με την πολυεπίπεδη δράση τον εαυτό της σε σύγχρονο μετα-φεμινιστικό είδωλο.

Αυτή είναι η Πηνελόπη που σαγηνεύει τον Οδυσσέα τελικά. Στην πραγματική ζωή του μυθιστορήματος εκφράζεται με το ύφος μιας ιστορίας κατασκοπείας, η Πηνελόπη στο τέλος γίνεται η Bonnie και ο Οδυσσέας ο Clyde, ο έρωτάς τους είναι η μόνη επαναστατική απάντηση σε έναν κόσμο που στηρίζει την ύπαρξή του σε σχέσεις αντι-ερωτικής εξουσίας. Ο έρωτας έχει όμως πρώτα μια θάλασσα αχανή να διασχίσει και από ό,τι φαίνεται πρέπει να περάσει από τον κίνδυνο διασάλευσης των ρόλων (ποιος τους ορίζει;) των φύλων, στενάχωρους όσο οι Συμπληγάδες, για να δικαιωθεί. Το ζητούμενο είναι η νέα Ιθάκη. Κι αυτή δεν κατακτάται, δυστυχώς, στις μέρες μας συλλογικά.      

Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος στήνει στο χαρτί ένα φιλόδοξο έργο. Η εναλλαγή ονείρου και πραγματικότητας, γραπτού λόγου και προφορικού, διαδικτυακού και διακοσμικού, ενδοκειμενικότητας και διακειμενικότητας (τα μότο στις αρχές των κεφαλαίων δεν είναι ούτε αυτά τυχαία) δεν δημιουργούν καμία σύγχυση στον αναγνώστη, μάλλον γιατί η γλώσσα είναι παντού ενιαία. Ωστόσο η ενιαία γλώσσα λειτουργεί εις βάρος της ετερότητας των χαρακτήρων, τους οποίους δεν γνωρίζουμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε το σφυγμό τους. Αν η πρόθεση είναι η παρουσίαση μιας ανέφικτης εγγύτητας μέσα από το διαδίκτυο ή η σκιαγράφηση μονοδιάστατων ηρώων τότε ο συγγραφέας το πετυχαίνει πολύ καλά.  

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής μπορούμε να υποθέσουμε πως οι ήρωες ταυτίζονται τόσο πολύ με τα λογοτεχνικά ονόματά τους ώστε η «σχιζοφρένεια» που χαρακτηρίζεται ως τέτοια στο μυθιστόρημα ως είδος εσωτερικής αντίφασης να καταρρίπτεται και τη θέση της να παίρνει ένας «ρομαντικός υλισμός» αποτελούμενος από πρόσωπα που ζουν μεν ανάμεσά μας, αλλά είναι αδιαπέραστα, σαν υπαρκτοί μύθοι που μας ψιθυρίζουν από καλώδια. Το 14ο Κεφάλαιο είναι ενδεχομένως το μοναδικό που ενσαρκώνει με απόλυτη αληθοφάνεια τον τρόμο μιας τέτοιας ομοιογενοποίησης ονείρου, επικοινωνιακού μέσου (Διαδικτύου) και ρεαλισμού, στο πρόσωπο μιας περσόνας που φέρει, διόλου τυχαία, το «τρισδιάστατο» ψευδώνυμο «Κύβος».     

Στην Πηνελόπη των υδάτων δεν φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση με την οποία αξιοποιείται το ομηρικό έπος, αλλά ούτε και η ψηφιακή πραγματικότητα. Αν ορθώς το εντάσσω στον μεταμοντερνισμό, τότε ισχύει η διαπίστωση πως θεμιτή είναι η επιστροφή στη λογοτεχνική κληρονομιά εν είδει ανασκευής, όπως έκανε λόγου χάρη ο Ρίτσος, σε άλλες, λογοκριμένες εποχές, στις Μαρτυρίες. Ενώ είναι εμφανής η προσπάθεια του συγγραφέα να εισαγάγει κάτι το καινοτόμο, το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε μια τέτοια πρόθεση.  

Κι αυτό γιατί η συγγραφική σύλληψη ενός τέτοιου θέματος χρειάζεται ένα πιο χειροπιαστό βίωμα, το οποίο ακόμα, ίσως για καλή μας τύχη, δεν έχει αναφανεί στη χώρα μας.   

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο τρέχον τεύχος (Ψηφιακός Λόγος, 16) του περιοδικού (δε)κατα

07
Ιαν
09

Ανν Ένραιτ, Η συγκέντρωση, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2007, σ. 298

 enright                                                                                                                                                 

Η Βερόνικα χάνει τον αυτόχειρα αλκοολικό αδελφό της Λίαμ στα τριάντα εννέα της χρόνια, ωστόσο το μυαλό της ταξιδεύει τριάντα χρόνια πίσω, κατά την προσπάθεια της να θυμηθεί κάτι τραγικό που του είχε συμβεί τότε. Κάτι σχετικό, όπως δηλώνει στην αρχή, με «σαρκικό έγκλημα». Δεν είναι σίγουρη. Αισθάνεται πάντως πως είναι κάτι σημαντικό, πως σε αυτό στηρίζεται ο θάνατος του Λίαμ αλλά και η κατάντια της οικογένειάς της, αποτελούμενης από δώδεκα μισότρελα αδέρφια (και επτά αποβολές) και μιας νεκροζώντανης χήρας. Η μεγάλη οικογένεια Χέγκαρτυ ανήκει στη μικροαστική Ιρλανδία του 20ού αιώνα.    

Η Βερόνικα αισθάνεται μάλλον φυσιολογική μπροστά στα αδέρφια της οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν κάνει κάτι με τη ζωή τους: είναι αλκοολικοί, αμφιβόλου σεξουαλικής ταυτότητας, αυτοκαταστροφικοί, απροσπέλαστοι, δίχως όνειρα και υλοποιήσεις, δίχως χρήματα, δίχως επιθυμίες. Δίχως τίποτα να έχουν αφήσει πίσω τους – άγνωστος ο δρόμος που θα ακολουθούσαν κάτω από άλλες συνθήκες. Η ίδια, καθώς κατάφερε τουλάχιστον να στήσει ένα ευκατάστατο σπίτι με δυο παιδιά, αισθάνεται πιο δυνατή να αναλάβει τον δύσκολο δρόμο της εξιχνίασης των γεγονότων. Την τρώνε οι τύψεις, την πνίγει η οργή.   

Είναι «λογικά» η μόνη αρμόδια να χειριστεί το πένθος, όχι μόνο συναισθηματικά (τον τρόπο που θα ανακοινώσει στη μητέρα της πώς βρέθηκε το σώμα του πνιγμένου της αδερφού λόγου χάρη) αλλά και πρακτικά. Πριν από τη συγκέντρωση γύρω από το φέρετρο, κατά την ανακομιδή του νεκρού της αδερφού από το Μπράιτον στην Ιρλανδία που θα καθυστερήσει λόγω γραφειοκρατίας, η Βερόνικα μνημονεύει, περισσότερο εικάζοντας με βάση τα στοιχεία που έχει, την ιστορία της γιαγιάς της Έιντα, από τη δεκαετία του 1920 και έπειτα. Η μνήμη της στήνει μια πομπή των νεκρών συγγενών της, τους οποίους «ανασταίνει», αποδίδοντάς τους προθέσεις και κίνητρα. Γιατί, λέει, «τα μόνα πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρη είναι αυτά που ποτέ δεν είδα και δεν έζησα…» (80).   

Η μνήμη της έχει τη διάθεση ενός ενδελεχούς ερευνητή της ιστορίας, ο στόχος δηλαδή είναι η αλήθεια, μα ο κώδικας ανάσυρσης στιγμιότυπων, δηλαδή η γλώσσα και το ύφος της ηρωίδας, προσιδιάζουν σε μια νοικοκυρά, με την ανάλογη εκφραστική δύναμη της φαντασίας της να αναλύει την κάθε λεπτομέρεια συνειρμικά. Η Βερόνικα αναλώνει την ενέργειά της σε λεπτομέρειες, πολλές φορές σκηνοθετικές, ενδυματολογικές ή και κινησιολογίας, που όχι μόνο αποτελούν πιθανολογήματα αλλά δεν έχουν, φαινομενικά τουλάχιστον, καμία σχέση με τον Λίαμ. Όσο διαβάζουμε, η συνοχή ανάμεσα σε γεγονότα και πρόσωπα που η Βερόνικα αφηγείται αρχίζει να διαφαίνεται προκαλώντας κλίμα αγωνίας. Όσο η ιστορία αποκαλύπτεται, ο λόγος της γίνεται πιο εξωστρεφής, η γλώσσα πιο εκρηκτική, σχεδόν βωμολόχα. Γιατί «το νοερό μάτι της μνήμης έχει κάτι το ανήθικο» (108) και γιατί η Βερόνικα, κατά την προσπάθειά της να απενοχοποιήσει τον θυμωμένο Λίαμ (και προφανώς ν’ απαλλαγεί από τις δικές της τύψεις), σηκώνει θαρραλέα το χαλάκι κάτω από το οποίο κρύβονται οικογενειακά μυστικά: «Έτσι επιβιώνουμε όλοι. Φορτώνουμε τα χρέη μας σε παλιότερες ουλές» (115).

Ο συναισθηματικός κόσμος της αφηγήτριας διαρρηγνύεται σταδιακά μέσα από πολλαπλά επίπεδα συνειδητοποίησης που αναταράζουν την επίπεδη ζωή της. Γεγονότα: Η γιαγιά της Έιντα δεν παντρεύτηκε το φίλο της Λαμπ Νάτζεντ, εκείνον που την ερωτεύτηκε, αλλά κάποιον άντρα που ήταν ψυχρός και ανίκανος να εκφράσει τα συναισθήματά του. Η κόρη τής Έιντα, η μητέρα της, ήταν πάντα απούσα καθώς μονίμως έγκυος. Ο πατέρας της, ηδονιστής και αυστηρός με τους άρρενες της οικογένειας, τοποθετούσε τη σύζυγό του κάπου ανάμεσα στο νοικοκυριό και, κυρίως, στη συζυγική κλίνη. Τα «ευνουχισμένα» αδέρφια της Βερόνικα, αμάθητα στην τρυφερότητα και συνηθισμένα στην τιμωρία και στο ξύλο, κατέληξαν ανήμπορα ν’ αγαπήσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, πόσω μάλλον ν’ αγαπηθούν· ακόμη και μεταξύ τους. 

Το μυθιστόρημα αφήνει να εννοηθεί πως όλα αυτά συνέβησαν στο πλαίσιο των παράλογων απαγορεύσεων μιας θεοσεβούμενης ιρλανδικής κοινωνίας που δεν εφάρμοζε τίποτα από όσα διακήρυττε και που ενθάρρυνε την εντροπία· μια κοινωνία όπου η καταπίεση οδηγούσε σε χειρότερες ασυδοσίες. Το να έχει κανείς μυστική ζωή δεν είναι, καταπώς αντιλαμβάνεται η ώριμη πια Βερόνικα, ρομαντικό. Γιατί τα αληθινά γεγονότα έχουν και αληθινές συνέπειες. Η ιστορία είναι η σκοτεινή όψη της πραγματικότητας, είναι η ίδια η σιωπή της: ο Λαμπ Νάτζεντ παρενοχλούσε με όλους τους τρόπους τον Λίαμ στο γκαράζ και κανείς δεν μιλούσε.

Γι’ αυτό η Βερόνικα αποφασίζει να «ατιμάσει» όλους τους νεκρούς με το να «συγκεντρώσει» στα φωναχτά τις πράξεις τους, όπως μπορεί και θέλει στη συνείδησή της: «Η ιστορία είναι ζήτημα βιολογίας και μόνον – έτσι πιστεύω. Διαλέγουμε και απομονώνουμε τα στοιχεία που μας αφορούν – από πού προήλθαμε και τι σημαίνει το καθετί» (190-191).   

Το πόσο στενά συνδέονται τα «απόμακρα» γεγονότα με τα παροντικά είναι ένα ζήτημα που αφορά ιδιαίτερα την αφηγήτρια και εγείρει έντονο τον προβληματισμό του αναγνώστη. Ο θάνατος του Λίαμ την ωθεί στον επαναπροσδιορισμό της δικής της οικογενειακής ζωής, που πραγματοποιείται με την επιστροφή της, διόλου τυχαία, στην ηλικία περίπου που έχουν οι δύο της κόρες.

Η Βερόνικα δεν είναι ευτυχισμένη. Η Βερόνικα ατενίζει το σύζυγό της σαν έναν άντρα που δεν νοιάζεται, ένα κτήνος που προσποιείται αγάπη, αλλά την εκδικείται στο σεξ. Και σίγουρα, τώρα με το πένθος, συνειδητοποιεί πως δεν θέλει άλλο ν’ αγαπά ένα σώμα που θα πεθάνει. Η Βερόνικα φοβάται και ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Η Βερόνικα ερμηνεύει τα πάντα με βάση τα βιώματά της. Η Βερόνικα στην ηλικία των οκτώ έπιασε στα χέρια της το πέος του Νάτζεντ. Η Έιντα κοίταζε, ή αν δεν ήταν αυτή που κοίταζε, η Έιντα ήταν σίγουρα αδιάφορη.    

Σε μια τέτοιου είδους γνώση καταλήγει, που «είναι κρυμμένη, σφαλιστή, με τέτοιον τρόπο που πρέπει να κοπείς για να τη βρεις» (173). Η ιστορία της οικογένειάς της, που καλύπτει τρεις γενιές, είναι στην ουσία η ιχνηλάτηση μιας μα και πολλών ιστοριών απουσίας αγάπης, που ώθησε κάθε μέλος της είτε στην αποκτήνωση είτε στην αυτοκαταστροφή. Υπάρχει η άγνοια της αγάπης και το σαρκικό ένστικτο της εκδίκησης να την «υποκαθιστά». Ο Λίαμ, όσο σαλεμένος κι αν ήταν, υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα. Εκείνος που κουβαλούσε μέσα του τη σκοτεινή σιωπή της ιστορίας. Η Βερόνικα, λιγότερο άτυχη, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου, και κερδίζει αυτό που ο αναγνώστης αναμένει όντως να βρει: μία όψη της ιστορίας να οδηγεί σε μία άλλη/ες αλυσιδωτά, μα με σκοπό η επώδυνη καταβύθιση να καταλήξει κάπου.

Η συγκέντρωση της Ανν Ένραϊτ, δικαίως βραβευμένη με το Μπούκερ το 2007, σε βυθίζει σε ένα παραληρηματικό ταξίδι γνώσης, όπου οι θύτες είναι θύματα, τα θύματα θύτες, και ο αναγνώστης, εμπλεκόμενος σε μια καλοδουλεμένη γραφή που κινείται από το λυρισμό στην ύβρη, στη μέση πολυδιάσπαρτων γεγονότων, χρειάζεται να είναι μονίμως σε κατάσταση «συγκέντρωσης». Το ευτυχές στην προκειμένη περίπτωση είναι πως θα διαπιστώσει ότι άξιζε τον κόπο ένας αισθαντικός ρεαλισμός της γραφής διαποτισμένος από την αύρα της εποχής που διηγείται, καθότι συντονίζεται από την ευφυΐα του γλυκόπικρου χιούμορ, που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη ούτε ένα λεπτό ανάπαυσης.

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Ένεκεν.

03
Ιαν
09

Yo “Waltz”

bashir

Τις μέρες που ο εβραϊκός λαός γιόρταζε συμβολικά την επιβίωσή του, κατά τη διάρκεια το 8ήμερου  Χανουκά, άρχισαν οι επιθέσεις θανάτου εις βάρος του παλαιστινιακού πληθυσμού. Η βία και η επιβίωση, σε κάποιες περιπτώσεις και όχι μόνο συμβολικά, ταυτίζονται, και αυτό μαρτυρούν τόσο οι διεθνείς σχέσεις μα και βέβαια οι διαπροσωπικές.

Η μουσική είναι πιο αποτελεσματική στις κοινωνικές της επιδιώξεις σε σχέση με τον γραπτό ή εικαστικό λόγο. Το παρακάτω τραγούδι, Devils and Dust (http://www.youtube.com/watch?v=Xokeiep6yHU), που έγραψε ο Bruce Spingsteen το 2003, για έναν Αμερικανό στρατιώτη που έλαβε μέρος στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, παραμένει επίκαιρο. Αν ο Γεώργιος Μπους επιθυμεί κατάπαυση του πυρός τώρα, ας θυμηθούμε και ένα άλλο τραγούδι, της Tori Amos, το Yo George (http://www.youtube.com/watch?v=zCsojSpdMyw, σε διασκευή εδώ), που μας παραπέμπει στη δική του επεκτατική πολιτική.

Στη μεγάλη δε οθόνη τόσο της Αθήνας, όσο και του Τελ Αβίβ και αλλού προβάλλεται το εξαιρετικό από πάμπολλες απόψεις Waltz with Bashir (http://www.youtube.com/watch?v=ylzO9vbEpPg), του Ari Folman, που μας επαναφέρει στην επίθεση του Ισραήλ στο Λίβανο το 1982 με κοντινό πλάνο στη ζωή ενός Ισραηλινού στρατιώτη που αναζητά, έπειτα από χρόνια τη μνήμη του, την οποία ο μηχανισμός άμυνάς του είχε, για ευνόητους λόγους, απωθήσει.      

Bruce Spingsteen DEVILS AND DUST

I got my finger on the trigger / But I don’t know who to trust / When I look into your eyes / There’s just devils and dust / We’re a long, long way from home, Bobbie / Home’s a long, long way from us / I feel a dirty wind blowing / Devils and dust
I got God on my side / And I’m just trying to survive / What if what you do to survive / Kills the things you love / Fear’s a powerful thing, baby / It can turn your heart black / you can trust / It’ll take your God filled soul / And fill it with devils and dust
Well I dreamed of you last night / In a field of blood and stone / The blood began to dry / The smell began to rise / Well I dreamed of you last night, Bobbie / In a field of mud and bone / Your blood began to dry / And the smell began to rise
We’ve got God on our side / We’re just trying to survive / What if what you do to survive / Kills the things you love / Fear’s a powerful thing, baby / It’ll turn your heart / black you can trust / It’ll take your God filled soul / Fill it with devils and dust / It’ll / take your God filled soul / Fill it with devils and dust
Now every woman and every man / They wanna take a righteous stand / Find the love / that God wills / And the faith that He commands / I’ve got my finger on the trigger / And tonight faith just ain’t enough / When I look inside my heart / There’s just devils / and dust
Well I’ve got God on my side / And I’m just trying to survive / What if what you do to survive / Kills the things you love…




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Ιανουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ   Φεβ »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 52,071 hits