Αρχείο για Απριλίου, 2009

22
Απρ
09

«Μπαμπά, η καρδιά μας έχει το ίδιο σχήμα όπως στις ζωγραφιές;…»

ta20oria20toy20labyrinuoyΓιώργος Λίλλης, Τα όρια του λαβύρινθου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, 75 σελ.

Το προηγούμενό του βιβλίο που κλείνει με το εκκωφαντικό «Και ξέρω. Οι λέξεις / δεν με σώζουν» (Στο σκοτάδι μετέωρος, Μελάνι 2003) δημιουργεί μια εύλογη σύγχυση, μετά την κυκλοφορία, έπειτα από πέντε ολόκληρα χρόνια, της τελευταίας του συλλογής Τα όρια του λαβύρινθου, εκτενούς καταρχάς και χειμαρρώδους έπειτα, η οποία όχι μόνο εκφράζει την αγωνία του ποιητή για τη ζωή, αλλά που, παρά τις εύλογες, όπως μπορώ να φανταστώ, ενστάσεις, φαίνεται να διεκδικεί την επανάκτησή της. 

Η οργή, ο σαρκασμός, η συναισθηματική ένταση, σε στρόβιλο εξωστρέφειας  σαρώνουν στο διάβα τους το ζόφο και το πένθος για το ρημαγμένο σπίτι. Του όχι πια μετέωρου ποιητή μπρος στα χαλάσματα. Του φοβισμένου μπορεί, αλλά του έτοιμου ν’ αναμετρηθεί με τους φόβους του. Αρκετός χρόνος ξοδεύτηκε στο μεταξύ και μας επιστράφηκε σπαταλημένος, με την «εξευγενισμένη μας μάσκα», την «εξευγενισμένη βαρβαρότητά» μας. Το κενό γύρω του τον έχει ρουφήξει και απομένει η βίαιη μονάχα έξοδός του από αυτό («Είμαστε ο σπαταλημένος χρόνος»).

Το στοίχημα, επί του παρόντος, βρίσκεται έξω, στον κόσμο. Η ποίηση, η μόνη ίσως φιλειρηνική αντίσταση, ξεχύνεται στους δρόμους, στον αντίποδα της λήθης ή της ψευδαίσθησης. Είναι σαφώς καταγγελτική, αδιαφορεί σχεδόν για την υπαινικτικότητα που «οφείλει» να την προσδιορίζει: «Η μέρα αρχίζει. Σε ξέρω καλά. Μέχρι να βάλεις / το κοστούμι, θα τα ‘χεις ξεχάσει όλα» («Συντριβή του ορθολογισμού»).

Η σύγχρονη ζωή, εγκλωβισμένη σε καλογυαλισμένες τετράγωνες επιφάνειες κτιρίων-θηρίων, ηδονισμένη από τις εστιάσεις του τρομολάγνου κουτιού των μίντια, τιμά το αίμα του Τσε Γκεβάρα σ’ ένα άψυχο μπλουζάκι και, ναρκωμένη από «αβυσσαλέα στήθη» και το πολύ αλκοόλ, βατεύει μέχρι θανάτου συναισθήματα και συνειδήσεις: «φονταμενταλισμός // σ’ αυτό το μεταμοντέρνο κελί / καταδύεται η ματαιότητα / ο ζωγραφισμένος με ανοιχτά χρώματα θάνατος / για να μην προκαλεί φόβο // εγχειρίδια ευθανασίας / υγιεινές τροφές / και / πρακτικές γιόγκα».      

Εγκλήματα συντελούνται -μυρίζουν μπαρούτι- όμως κανείς δεν τα παίρνει μυρωδιά. Η ποιητική φωνή είναι ωστόσο μάρτυρας πολλών γεγονότων, προτρέπει: «Μη βαδίζεις με τα μάτια δεμένα» («Σκίτσα για μετά την 11η Σεπτεμβρίου»). Έχει ως εφόδιο τη φιλοσοφική αναζήτηση, που είναι καίρια εδώ. Είναι μηδενιστική όπως μαρτυρεί και το μότο από τον Νίτσε στην πρώτη εκ των τριών ενότητα της συλλογής, που τιτλοφορείται «Speculum Magus». Γιατί το καλύτερο φως φαίνεται πως είναι αυτό που ξεχύνεται από το σκοτάδι. Το πρόσωπο που μιλά-γράφει έχει ξεπληρώσει τα χρέη της συνείδησής του, είναι κάποιος που έχει διανύσει τη φωτιά, τις στάχτες και τις αντηχήσεις της μνήμης και συναισθάνεται πως η μεγαλύτερη ήττα για τον άνθρωπο είναι το να ζει «Στην ενδοχώρα, όπου όλα έχουν σταματήσει να επεξηγούνται» («Καθρέφτης της φαινομενικότητας»).

Η δεύτερη ενότητα με τον τίτλο «Fayum» αποτελεί ένα είδος εσωτερικής ανασύστασης, έναν δραματικό μονόλογο, που ωθεί από τα φλογισμένα αισθήματα και συμπεράσματα, στο λίγο του ονείρου, στην προσγειωμένη, μα ρεαλιστική, απόφαση για πράξη. Άρα ο μηδενισμός (του χρόνου) υπήρξε γόνιμος: «Μην πενθείς για όσα χάθηκαν – υπάρχεις ακόμα». 

Η τρίτη και τελευταία ενότητα, που τιτλοφορείται «Esperanto», μας εισάγει σε ένα πιο εξομολογητικό και τρυφερό ποιητικό σύμπαν: «Αποχωρίζεσαι με πόνο το κουκούλι / υπακούοντας στωικά στη μέγκενη των ημερών, / μελετώντας τις διαστάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» («Η γνώση να ξεκλειδώνεις τις λέξεις»). Δεν είναι τυχαίο που εδώ βρίσκεται και το ομότιτλο της συλλογής ποίημα: «Σε συγχωρώ… Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω στη φιλόδοξη αυτή κιβωτό / που δεν έχει οριοθετηθεί / και οι τέσσερις πλευρές της φυλάσσονται από τον Εκκλησιαστή – / όχι, δεν μπορεί τα πάντα να είναι μάταια». Ο λαβύρινθος έχει όρια, μα αυτά δεν είναι οριστικά και αμετάκλητα καθορισμένα. Υπάρχει μια προοπτική, ονομάζεται (ποιητικός;) ρυθμός, γιατί «δεν υπάρχει η θάλασσα, μονάχα η μουσική της» («Διαίσθηση»). Υπάρχει και η ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας («Εξημέρωση») καθώς και ένα ιδιάζον, αποκωδικοποιημένο μα και άρρητο βλέμμα («Η γνώση να κλειδώνεις τις λέξεις»). Ένα άλλο είδος ποίησης.

Το πρώτο και το τελευταίο ποίημα της συλλογής, αν διαβαστούν αλληλοδιαδοχικά, μαρτυρούν ένα θαύμα. Το θαύμα της διαλεκτικής ανθρώπινης φύσης. Αυτό ανασκευάζει, αν δεν αναιρεί κιόλας, το επιχείρημα για τη ματαιότητα των λέξεων. Τόσο για τον αναγνώστη όσο (εύχομαι) και για τον ποιητή. 

 

Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 1).   

14
Απρ
09

Gary Lachman, Δέκα εντυπωσιακές λογοτεχνικές αυτοκτονίες

 

butterfly suicide II (by: do not attempt)

butterfly suicide II (by: do not attempt)

Με σφαίρες, δηλητήριο ακόμη και σπαθιά, συγγραφείς ανά τα χρόνια αφαίρεσαν τη ζωή τους. Ο Γκάρι Λάτσμαν, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ροκ συγκροτήματος Blondie και τώρα συγγραφέας, παρουσιάζει δέκα ολέθριους χαρακτήρες.

             «Tόσοι πολλοί, δε σκέφτηκα ποτέ πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους»

                                                                                                               Τ.Σ. Έλιοτ, Η έρημη χώρα

 

1. Εμπεδοκλής – άλμα σε ηφαίστειο

Ο μύθος λέει ότι ο Εμπεδοκλής, ένας από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους, αυτοκτόνησε στα κρυφά πηδώντας στο ηφαίστειο του βουνού Αίτνα στη Σικελία: είχε την πεποίθηση πως το ηφαίστειο θα κατέστρεφε το πτώμα του και έτσι οι άνθρωποι θα πίστευαν πως είχε μεταμορφωθεί σε κάποιον αθάνατο θεό που αναλήφθηκε στους ουρανούς. Αλλά το τέχνασμά του αποκαλύφθηκε όταν η Αίτνα, φέροντας αντίρρηση στα σχέδια του Εμπεδοκλή, εκτίναξε το χρυσό του σανδάλι.

 

2. Τόμας Τσάτερντον – δηλητήριο

«Το θαυμαστό αγόρι», όπως τον αποκάλεσε ο [ρομαντικός άγγλος ποιητής] Γόρντγουόρθ, αυτοκτόνησε στην ηλικία των δεκαεφτά, ηττημένος από την πάλη του με την πόλη των άσπλαχνων Φιλισταίων, το Λονδίνο, το οποία ήλπιζε να είχε κατακτήσει, όταν εγκατέλειψε τη γενέτειρά του, την επαρχία των εμπόρων Μπρίστολ. Εφόσον γεύτηκε την αδιαφορία ή και την απόρριψη από αυτούς που θα έπρεπε να είχαν εκτιμήσει το ταλέντο του, ο Τσάτερντον κλείστηκε στην άθλια σοφίτα του λιμοκτονώντας, όντας πολύ περήφανος να ζητιανέψει ή έστω να δεχθεί βοήθεια, όταν του είχε προσφερθεί. Αγωνίστηκε με θάρρος και θράσος, γράφοντας ποιήματα, άρθρα και ιστορίες, τα οποία έστελνε σε εκδότες, μόνο για να ξεπλυθούν με τα λύματα που έρρεαν χειμαρρωδώς στην Οδό Γκραπ ή, ακόμη χειρότερα, να δημοσιευτούν τζάμπα. Τελικά, μην μπορώντας να βαστάξει τη μοίρα του, αποφάσισε να τα λήξει όλα. Έσκισε κομματάκι-κομματάκι το τελευταίο του ποίημα μέσα στην επιθανάτιά του αγωνία, υπομένοντας την επίδραση του αρσενίου που πήρε τη φοβερή εκείνη νύχτα της 23ης Αυγούστου του 1770 στην Οδό Μπρουκ, στην περιοχή Χόλμπορν. Πιθανολογείται πως ο θάνατός του προκλήθηκε από υπερδοσολογία αρσενίου, που πήρε ως αντίδοτο στη σύφιλη.

 

3. Χάινριχ φον Κλάιστ – πυροβολισμός

Την 21η Νοεμβρίου του 1811, σε έναν χορταρένιο λόφο που κοιτούσε τη Λίμνη Γουανσί, λίγο έξω από το Βερολίνο, ο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Χάινριχ φον Κλάιστ πυροβόλησε στην καρδιά τη σύντροφό του Εριέτα Βόγκελ, ετών τριάντα ενός, που έπασχε από καρκίνο. Έπειτα έβαλε το δίκαννο στο στόμα του και πάτησε τη σκανδάλη.    

               

4. Ζεράρ ντε Νερβάλ – απαγχονισμός

Μαθητής του αποκρυφισμού, είναι επίσης γνωστός για το ότι έβγαλε βόλτα έναν αστακό διασχίζοντας το Βασιλικό Παλάτι, το Λούβρο. Δύο μέρες μετά την παραμονή του σε άσυλο και έπειτα από αρκετές κρίσεις μανίας, απαγχονίστηκε με ένα νήμα από τη βρόμικη ποδιά που κουβαλούσε χρόνια μαζί του και που διαβεβαίωνε φίλους πως επρόκειτο για τη ζαρτιέρα της Βασίλισσας του Σίβα.

 

5. Τζακ Λόντον – υπερδοσολογία μορφίνης

Εθισμένος στη μορφίνη και στο όπιο, ο Λόντον υπήρξε πρωτοφανής αλκοολικός και ένας από τους πρώτους μεγάλους συγγραφείς που ομολόγησε δημοσίως τον αλκοολισμό του. Στο πάθος του για την υπερβολή μπορεί κάποιος να υπολογίσει μια υποσυνείδητη επιθυμία για θάνατο, έναν πόθο να υπερβεί τα όρια της θνησιμότητάς του. Ο Λόντον παραδέχτηκε πως σε μια κραιπάλη μια φορά παραλίγο να πεθάνει από το πολύ πιοτό και πως, σε μία άλλη περίσταση, τρεκλίζοντας στον Κόλπο Σαν Φρανσίσκο, μια κάποια παραληρηματική φαντασία για τη λαχτάρα του να τον παρασύρει το κύμα αίφνης έγινε μονομανία. Ο Λόντον πάλευε να πνιγεί, αλλά στο τέλος ξεμέθυσε και διασώθηκε από έναν ψαρά.   

 

6. Βιρτζίνια Γουλφ – πνιγμός

Αφήνοντας τον Λέοναρντ Γουλφ με ό,τι θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ως έναν από τους πιο σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς («Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία», του είπε. «Υπήρξες με κάθε τρόπο όσα θα μπορούσε κάποιος να είναι. Δε νομίζω να μπορούσαν δυο άνθρωποι να είναι πιο ευτυχισμένοι, μέχρι που ήρθε αυτή η φρικτή αρρώστια…»), στις 28 Μαρτίου του 1941, γεμίζοντας τις τσέπες της με πέτρες, η Βιρτζίνια βάδισε στα νερά του ποταμού Ους, κοντά στο σπίτι τους Μονκς Χάους, στο χωριό Ρόντμελ του Σάσεξ, και πνίγηκε.

 

7. Ερνστ Χέμινγουεϊ – πυροβολισμός

Ο Χέμινγουεϊ ήταν ένας συγγραφέας που ασχολήθηκε με το ερώτημα της αυτοχειρίας, ένα ερώτημα στο οποίο εντέλει απάντησε τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα, αν και θεωρείται εύλογο το επιχείρημα πως η θεραπεία της κατάθλιψης με ηλεκτροσόκ, στην οποία υποβαλλόταν, και που είχε καταστρέψει τόσο τη μνήμη όσο και τη δυνατότητά του να γράφει, ήταν εκείνο που τον έσπρωξε μια για πάντα στον γκρεμό.  

 

8. Σύλβια Πλαθ – θάνατος με γκάζι

Το βράδυ της 11ης Φεβρουαρίου του 1963, ημέρα Κυριακή, εφόσον ετοίμασε για τα παιδιά της πρόγευμα, τις κούπες με το γάλα και τις φέτες ψωμί, μολονότι ήταν πολύ μικρά για να φάνε μόνα τους, η Σύλβια άνοιξε το παράθυρο των δωματίων τους στη μεζονέτα της στην Οδό Φίτζοϊ, αριθμός 23, στην περιοχή Πριμρόουζ Χιλ του Βόρειου Λονδίνου. Έπειτα, σφράγισε προσεκτικά με πετσέτες και κολλητική ταινία το κάτω μέρος της πόρτας, άφησε ένα σημείωμα στο παιδικό καροτσάκι για να το δει [η νταντά] και να καλέσει το γιατρό της, έριξε ένα ύφασμα για μαξιλάρι, άναψε το γκάζι και έχωσε το κεφάλι της βαθιά στο φούρνο.

 

9. Ανν Σέξτον – θάνατος με γκάζι στο αμάξι

Ήταν διαζευγμένη, μόνη, αποξενωμένη από φίλους και οικογένεια, κενή από δυστυχία και με απονεκρωμένη τη δημιουργικότητα εξαιτίας του αλκοολισμού της. Η αυτοκτονία της, αν και αναμενόμενη, αποτέλεσε έκπληξη. Δε βρέθηκε κανένα σημείωμα, δεν υπήρξε καμία προειδοποίηση. Ύστερα από ένα τελευταίο γεύμα με τη φίλη της Μαξίν Κούμιν, κατά τη διάρκεια του οποίου, όπως δήλωσε η δεύτερη, φαινόταν να φέρεται φυσιολογικά, τουλάχιστον στα μάτια της, η Ανν κάθισε στο αμάξι της μέσα στο γκαράζ και άναψε τον κινητήρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε. «Ήταν μια πράξη», δήλωσε ο θεραπευτής της, «ενός ερημωμένου και απελπισμένου αλκοολικού». Σε ένα αφιέρωμά προς αυτήν στη Νιου Γιορκ Τάιμς, η Έρικα Γιόνγκ έγραψε: «Η Ανν Σέξτον αυτοκτόνησε γιατί ήταν υπερβολικά επώδυνο να ζει σε έναν κόσμο χωρίς νάρκωση, και δεν ήταν καθόλου ναρκωμένη».

 

10. Γιούκιο Μίσιμα – χαρακίρι   

Στις 25 Νοεμβρίου του 1970, μπροστά σε ένα κοινό που τον κυνηγούσε στην κυριολεξία, ο Μίσιμα έκανε χαρακίρι. Ο ερωμένος και οπαδός του Μασακάτσου Μορίτα, που θα επιχειρούσε το ίδιο, έπειτα από αρκετές απόπειρες απέτυχε να καρατομήσει τον Μίσιμα όπως προβλεπόταν, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το μέρος kaishakunin του τελετουργικού, που αποσκοπεί στο να απαλλάξει τον αυτόχειρα από τον επιθανάτιο πόνο του ξεκοιλιάσματος. Και οι δυο δέχθηκαν το τελειωτικό χτύπημα από τα χέρια και το σπαθί ενός τρίτου μέλους της εταιρείας Tatenokai του Μίσιμα (της «Εταιρείας της Ασπίδας»), ενός είδους πολιτικού στρατού, που ο Μίσιμα οραματιζόταν να αποτελέσει το πρότυπο μιας νέο-συντηρητικής Ιαπωνίας, η οποία θα επανακτούσε την πατροπαράδοτη δόξα των Σαμουράι. 

                                                                                                                                                                               Μετάφραση: Ε.Π.

 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα (τεύχος 17) σσ. 130-132

07
Απρ
09

Η Λίντα Γκρέι Σέξτον γράφει για την αυτοχειρία του Νίκολας Χιουζ

baby-415x688

A Tortured Inheritance

 

by LINDA GRAY SEXTON

Published: April 2, 2009

Palomar Park, Calif.

I HAVE been crying for Nicholas Hughes.

I never met Dr. Hughes, yet I believe I know a great deal about him. He was the second child of the poet Sylvia Plath, who gassed herself in her oven when he was a toddler. I am the elder daughter of the poet Anne Sexton, who gassed herself in her car when I was 21.

Nicholas Hughes hanged himself two weeks ago at the age of 47. And despite my insistence that I would never turn out like my mother, I tried to kill myself, too – three times – and would have succeeded once had it not been for the efforts of a determined police officer, who forced open the window of my car.

Did it surprise me to read about his suicide? Not in the least. As my mother wrote in one of her most famous poems: “I have gone out, a possessed witch… lonely thing, twelve-fingered, out of mind./A woman like that is not a woman, quite./I have been her kind.” All of us who follow that depressing family path – from suffering to suicide – have known what it is like to be her kind.

Nicholas Hughes’s mother, and mine, succumbed to the exhaustion of unrelenting depression. They self-destructed. And we grew up in the wreckage of their catastrophe. Their deaths took away from him and his sister, Frieda, and from me and my sister, Joyce, the solace of a mother’s love. And worse, all four of us, I imagine, had to live with the knowledge that our mothers had quite willfully abandoned us.

Understanding and accepting this is heart-wrenching, but it is a necessary part of healing. I have wanted to kill myself, but I survived, and so can attest to what Dr. Hughes, like my mother, probably must have felt – that there was no other alternative.

Studies show that some kinds of depression are hereditary, and suicides tend to run in families. But even if there isn’t an absolute genetic component, there certainly is an emotional one. When I turned 45, the age at which my mother killed herself, I too began to be drawn to suicide as a way to escape pain. This was my inheritance. My guess is that I wasn’t alone: hundreds of thousands die by suicide each year. And hundreds of thousands of families are damaged by that loss.

Of course, not everyone reacts in the same way. My sister doesn’t like to speak publicly about our mother, and she doesn’t think she is “her kind.” Perhaps Frieda Hughes is more like Joyce, perhaps her brother once was as well. Or maybe they were more like me, trying to recover by talking about what happened. My mother always said, “Tell it true,” and I believe she thought, as I do, that it is important to share the experience of depression with others, who may be suffering in the same way.

Which is why we need to speak about these things, to help families deal with their depressed children, siblings and parents, and to intervene and alter the dark world of suicidal legacies. I continue to worry about myself – but I worry about my children more. Despite the dangerous inheritance my oldest son faces, and the depression he also fights, he urges me to keep writing about it, just as his grandmother did.

Sadly, I’ll never get to know Nicholas Hughes. I know he was a fisheries biologist living in the forests of Alaska. I know he was more than a suicide. In a memorial, a friend wrote that he was the kind of man who “would seek out a larch tree in a forest of spruce.” I hope he’s succeeded in reaching it.

Linda Gray Sexton is the author of “Searching for Mercy Street: My Journey Back to My Mother, Anne Sexton.”

A version of this article appeared in print on April 3, 2009, on page A29 of the New York edition.

03
Απρ
09

«Βοήθησέ με να ξεφύγω από μια πόλη που δε μου στάθηκε πιστή»

adilos-anapnoi

Νατάσα Χατζιδάκι, Άδηλος αναπνοή (Ποιήματα 1971-1990), εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2008, 205 σελ.

Άδηλος αναπνοή, που σημαίνει αναπνοή από τους πόρους του δέρματος, είναι ο τίτλος που επιλέγηκε για τη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων πρώτων συλλογών της Νατάσας Χατζιδάκι «Στις εξορίες των πόλεων» (1971), «Ακρυλικά» (1976), «Δυσαρέσκεια» (1984), «Άλλοι» (1990), οι οποίες οικοδομούν ένα σύμπαν που αναπνέει με τον δικό του τρόπο, λειτουργεί με εξολοκλήρου δικούς του όρους και επιβάλλει μια νέα πραγματικότητα. Το ύφος κυμαίνεται από την άλλοτε λυρική κι άλλοτε σαρκαστική αντίσταση, η οποία εκφράζεται με διαύγεια στις δύο πρώτες συλλογές, απέναντι στον παράδοξο Θεό, στην ανελευθερία που επιτάσσει κάθε λογής πολιτική εξουσία, στην άσπλαχνη εκβιομηχάνιση και εκποίηση των πάντων, στα επιφανειακά ανθρώπινα φερσίματα: «Γέλα μαζί τους / όχι πολύ δυνατά / θα τους προξενήσεις αναστολές / Γέλα μαζί τους / τόσο όσο να ‘χουν τη σιγουριά / πως γελάς / τόσο / όσο να μην μπορούν / να επισυνάψουν προθέσεις / στο γέλιο σου / και τότε / θ’ ανακαλύψεις / πόσο ωφέλιμο είναι / να γελάς / και να νιώθεις / το γέλιο σου» («Απόσβεση VIII»). Η αίσθηση που δίνεται είναι των δυσδιάκριτων ορίων ανάμεσα στη συντήρηση του εαυτού και την επινόησή του.

Από την τρίτη ωστόσο συλλογή έχουμε μια μεταμόρφωση, από το εξεγερμένο, ευαίσθητο, ερωτευμένο πρόσωπο στη φοβερή, φοβισμένη και γεμάτη φαντασιώσεις περσόνα, η οποία είναι μια σταρ όσο η «ξύλινη μαιτρέσα του [εγκληματία] Τσάρλς Μάνσον» που προσκαλεί τον αναγνώστη σ’ ένα «λουτρό αίματος». Και το τοπίο αλλάζει: η οραματιστική εικονοποιία και η ακτινοβολία των τεσσάρων εποχών υποδέχεται τον έρωτα ως ένα είδος ψευδαίσθησης ή θνησιγένειας, ως μια φευγαλέα στιγμή με μοιραίο τέλος – τα χαμένα Σαββατοκύριακα των απορρίψεων και των αντεκδικήσεων. Ο «Υμέναιος», το γαμήλιο τραγούδι, είναι για μένα σαν διαβάζω «Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα / κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ». Και φαίνεται βέβαιο πια πως «Περιοχές βαλτώδεις διασχίζω. / Κάθε φορά που ανεβαίνω στο κρεβάτι του / άνεμος μου ρίχνει κατάστηθα / παραλία μυτερών βράχων» («Τετελεσμένα ή η Νύχτα των Halloween»). 

Ερχόμενος σ’ επαφή με την ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα σύνολο εμπειριών φιλτραρισμένων στον παραμορφωτικό της φακό, ο οποίος ατενίζει τα χάπια ως τρυφερότητα, τα χάδια ως τραύμα και το θάνατο ως λάμψη. Η γλώσσα, βωμολόχα, αρχαιοπρεπής, κεκαλυμμένη από πυκνούς ιστορικούς και μυθικούς συμβολισμούς και συχνά από ιατρικές ορολογίες, είναι παράλληλα προσφιλής στην ελληνική και την αγγλική καθομιλουμένη, τον προφορικό λόγο. Μέσα από τις αντιφάσεις της είναι η γλώσσα η ίδια ίσως που κάνει τα ποιήματα να πάλλονται ανάμεσα στην εξομολόγηση και την κατασκευή, συνιστώντας μια ποιητική όπου η αφήγηση λειτουργεί ως τροχοπέδη στο αυταπόδεικτο δράμα ενός προσώπου, που υποφέρει αφηγούμενος το βάρος της σύγχρονης πόλης του μα και της ζωής γενικά ως παράλογης συνθήκης.

Η αναπαραστατική πραγματικότητα, επηρεασμένη και από τον ελληνικό υπερρεαλισμό, την μπιτ λογοτεχνία, τη ροκ μουσική, την ποπ κουλτούρα και τον κινηματογράφο, σε συνδυασμό με τους αναρίθμητους νεολογισμούς, τα λογοπαίγνια και τις εσκεμμένες ασυνταξίες, μετατρέπουν σε πολλά σημεία την ποιητική αφήγηση σε παρωδία ωθώντας σε πράγματι στο «να νιώθεις το γέλιο σου»· σαν τρέλα υφασμένη στο δέρμα.

Μολονότι τα χρώματα που επικρατούν συνολικά στην ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι είναι το μαύρο και το κόκκινο, σε αντίθεση με το απολεσθέν καφέ και το ανέφικτο πράσινο, στο τέλος της συγκεντρωτικής συλλογής η μέρα χαράζει και φέρνει μια νέα γέννηση. Μια νέα, άρρητη και άδηλη, αναπνοή. Με μια προϋπόθεση βέβαια: «φρόντισε να μη φας μανιτάρια γιατί θα πεθάνεις / πολύ γρηγορότερα» («Λεζάντες»).

 

 Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 1)




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Απριλίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ   Μάι »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 52,071 hits