Αρχείο για την κατηγορία 'exwtico-βιβλιοπαρουσιάσεις'

26
Νοε
09

Camille Laurens, Ο άντρας που δεν αγαπούσε τις γυναίκες, μετάφραση Λουίζα Μητσάκου, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 2009

«Τα έργα τέχνης είναι εγκλήματα»

  Υπάρχουν βιβλία που δεν περιγράφουν μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος, μα που την ενσαρκώνουν εν τω γίγνεσθαι, ως work in progress, ως νοητικό εργοτάξιο. Μια τέτοια μοντερνιστική τάση απελευθερώνει το κείμενο από την υποχρέωση να έχει απολλώνεια χαρακτηριστικά, για παράδειγμα, καλοδουλεμένη μορφή, λογική ακολουθία γεγονότων, και εν τέλει να αξιολογείται με βάση το βαθμό ευθυγράμμισής του στους κανόνες της παραδοσιακής λογοτεχνίας. Η ροπή προς το άλλο άκρο, το διονυσιασμό, συνιστά φυσικά ένα δρόμο ολισθηρό για τη γραφή. Τι γίνεται όμως όταν η λογοτεχνία συνδυάζει δημιουργικά τους δύο αυτούς πόλους, με λίγα λόγια το έπος και τη λυρική ποίηση;

Τότε η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από το κείμενο στο χέρι που γράφει –το πρόσωπο του συγγραφέα, που δεν είναι ποτέ ο ίδιος ο συγγραφέας αλλά πολλά πρόσωπα μαζί– γίνεται και αντίστροφα, από το χέρι στο κείμενο, με ενδιάμεσες κάθε φορά στάσεις στις λέξεις οι οποίες συνδέουν τις δύο «ιστορίες» με ενσυναίσθηση. Το εν λόγω σύγχρονο και προοδευτικό βιβλίο, στην εξέλιξή του, μεταμορφώνεται σε κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αρχαίο δράμα φτιαγμένο με τα υλικά και σκηνικά του θεάτρου του Παραλόγου, που αποστρέφει τα νώτα του στο νόημα.   

Σε αυτόν το δυϊστικό κλοιό κινείται η Γαλλίδα Camille Laurens. Αποτυπώνει γλαφυρά τη σπαρακτική διαδικασία στην οποία υποβάλλει τον εαυτό της η αφηγήτριά της Ελέν ώστε να αναχθεί από την προσωπική ιστορία τής ματαιωμένης αγάπης της στην Ιδέα της Αγάπης. Η αναγωγή γίνεται ακρωτηριαστικά, στο πλαίσιο ενός δραματικού μονολόγου, που διόλου μονοφωνικός δεν είναι, καθότι, μέσα στο πυρπολημένο μυαλό της αφηγήτριας, εμπλέκονται περσόνες μυθιστορημάτων ή ταινιών, φανταστικά πρόσωπα, ψυχανάλυση, φιλοσοφικά αποφθέγματα και ρήσεις, παράλληλα όμως η Ελέν αναπτύσσει τις θέσεις της μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που έχει με κάποιον άγνωστο κινηματογραφιστή, ο οποίος της είχε προτείνει να συνεργαστούν για να μεταφερθεί ένα βιβλίο της στη μεγάλη οθόνη. Ο αναγνώστης δεν έχει πρόσβαση στην αλληλογραφία του κινηματογραφιστή, αυτό το δεύτερο πρόσωπο απουσιάζει, μπορεί μόνο να εικάσει από τις αντιδράσεις της αφηγήτριας τα λόγια του – ή μήπως του περνά από το μυαλό πως η Ελέν κατασκευάζει ετσιθελικά τις ενστάσεις ή συναινέσεις του άντρα; Του άντρα ιδέα, του άντρα απόντα;

Η συγγραφέας στήνει ένα βασανιστικό παιχνίδι απουσίας-παρουσίας που δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του (πρώην) αγαπημένου της Αρνό, αλλά δομείται στο πλαίσιο ολόκληρης κοσμοθεωρίας η οποία απαρνείται σθεναρά την ύπαρξη του Ενός και κραυγάζει ανελέητα την άφευκτη αντίφαση που διέπει από τη φύση τους όλα τα πράγματα. Κρίσιμο θέμα εδώ η αισθητική, στην οποία η Laurens αφιερώνει πολλές σελίδες, κάνοντας τον αναγνώστη να πιστέψει πως διαβάζει τέχνη της «τεχνογνωσίας» υπό το μπεργκμανικό φως: «Το αντίθετο είναι πάντα αληθινό, ιδού ο αφορισμός που τρελαίνει τον κινηματογράφο – όχι τη λογοτεχνία, όχι οι λέξεις είναι ενήμερες για το διπλό παιχνίδι τους, ενώ μια εικόνα! Σε γενικές γραμμές πιστεύουμε αυτό που βλέπουμε. Το αντίθετο είναι πάντα αληθινό, όχι αργότερα –θα ήταν πολύ ωραίο αυτό– αλλά ταυτόχρονα».

Ο θρίαμβος της αντίφασης σημαίνει και το θάνατο του νοήματος. Οι λέξεις «καδράρονται» και παράλληλα αρνούνται να γίνουν στατική εικόνα, αρνούνται να απολέσουν το χαώδες μυστήριό τους, χρόνου ενεστώτα – όταν όλα παραμένουν στον αέρα και το «αγαπώ» δεν έχει γίνει ακόμα «δεν σ’ αγαπώ»: «Α! Θα έπρεπε να καθιερώσουμε το ρήμα ‘‘μισαγαπώ’’», γράφει με κυνισμό.

Κι αυτό τι επιφυλάσσει για την τέχνη; Σύμφωνα με τη Laurens, μια καταιγιστική, αφτιασίδωτη κινητικότητα για χάρη της επιβίωσης, «η γραφή είναι αυτή η κίνηση που γυρεύει ν’ αγγίξει τα σώματα», είναι έρωτας όταν τον έρωτα δεν μπορείς να τον ζήσεις. Το βιβλίο της, ένα μανιφέστο κατά της πλοκής της ίδιας και της γραμμικής αφήγησης –και συνεπακόλουθα της θνησιμότητας–, γεμάτο σπαράγματα, πίσω-μπρος, πρόχειρες σημειώσεις και ξεκάρφωτα σχόλια συσκοτίζει εντελώς τη ροή της ιστορίας που περιγράφει με απανωτά λεπτομερή και ποιητικά δοσμένα στιγμιότυπα – τι έγινε ακριβώς μεταξύ τους δεν θα μάθουμε ποτέ. Παρότι οι μισοειπωμένες ιστορίες αποτελούν συχνά δυσάρεστη συνθήκη για τον αναγνώστη, εδώ η εξύμνηση των συναισθημάτων ως βιωμένη υπαρξιακή δίνη μάλλον θα τον παρασύρει· η πρωτότυπα αμοντάριστη κινηματογραφία αναταράζει με τη σκληρότητά της. Πρόκειται για μια σισύφεια προδοσία, όχι από την πλευρά του άντρα που δεν αγαπούσε τις γυναίκες, αλλά από τη γυναίκα που, ενώ αγαπά –υποθέτουμε– τον άντρα, δεν μπορεί να τον αναστήσει με τις λέξεις της.

Σε κάποιο Λογοκριτείο λοιπόν φαντάζομαι την πενηνταδυάχρονη Laurens να λέει με στόμφο: «Τα έργα τέχνης είναι εγκλήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία· σκοτώνουμε ό,τι αγαπάμε για να μην πεθάνουμε εμείς […] Το έργο τέχνης είναι το μνήμα του έρωτα».

Η μεταφράστρια Λουίζα Μητσάκου μετέφερε επιτυχώς στα ελληνικά την τραχεία γλώσσα του πρωτοτύπου και το ύφος.  

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο freepress περιοδικό Index (Νοέμβριος 2009)

18
Νοε
09

Σεμπάστιαν Μπάρυ, Η μυστική γραφή, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009, 336 σελ.

Ιστορία άγραφης ιστορίας

Μάθε ότι εμείς οι ανόητοι, με τους ανόητους νεκρούς / δεν πεθάναμε για τη σημαία, το βασιλιά και τον αυτοκράτορα / μα για τ’ όνειρο που γεννήθηκε στου βοσκού την παράγκα / και για τη μυστική γραφή του φτωχού

Thomas Kettle, «Στην Κόρη μου Μπέττυ, το Δώρο του Θεού»

  

Η Ιστορία, ως σύνολο ετερόκλητων εμπειριών, ιδωμένων και αφηγούμενων από διαφορετικές θέσεις, αποτελεί πλούσιο υλικό για τη λογοτεχνία, που αξιοποιεί συγκινησιακά την πολυσημία και την ανακρίβεια και ό,τι προκύπτει από τα κενά και τα ολισθήματα της ιστορικής θεώρησης. Στον αντίποδα της αληθινής Ιστορίας λοιπόν τοποθετεί συχνά την αλήθεια της προσωπικής μαρτυρίας, με τα ιστορικά γεγονότα να λειτουργούν περισσότερο ως δείκτες της μνήμης (του συνειδητού και ασύνειδου) των ηρώων της και συχνά ως σηματοδότες τραυμάτων με άμεσες συνέπειες στο παρόν του αναγνώστη.

Σε αρκετά σύγχρονα ξενόγλωσσα μυθιστορήματα αξιοποιείται το παιχνίδι των πολλαπλών ιστορικών μαρτυριών. Για παράδειγμα, στην Τρομπέτα της Τζάκι Κέι παρακολουθούμε τους άπειρους μάρτυρες-παντογνώστες του θανάτου του τρομπετίστα Μούντι ν’ αποτυπώνουν αμφίβολα στοιχεία για τον θανόντα. Στο Μπλανς και Μαρί του Per Olov Enquist ο συγγραφέας-αφηγητής και ο αφηγητής-ήρωας αλληλομπλέκονται και η ιστορία μετατρέπεται σε ποιητική εικοτολογία μιας ιστορίας προθέσεων.  

Στη Μυστική γραφή του Σεμπάστιαν Μπάρυ παρακολουθούμε τις αφηγήσεις δύο ηρώων, της υπερήλικης Ροσίν, εδώ και χρόνια τροφίμου του ψυχιατρείου το Ροσκόμον, που αποφασίζει να καταγράψει στα κρυφά την ιστορία του εγκλεισμού της, και του θεράποντος γιατρού της, του δόκτορος Γκρεν, που την προσεγγίζει για να μάθει το παρελθόν της, θέλοντας, σε δεύτερο επίπεδο, να έρθει σε επαφή με τον ευάλωτό του εαυτό. Πέρα από τη φυσική παρουσία των ηρώων στον ίδιο χώρο, τίποτα δεν τους συνδέει πραγματικά και οι προσωπικές καταγραφές τους εξελίσσονται στο μυθιστόρημα ως ανεξάρτητες διηγήσεις, που διακόπτονται από τους σύντομους και χωρίς ιδιαίτερη ροή διαλόγους τους.

Η εξιστόρηση της Ροσίν είναι ψύχραιμη, στοχαστική και κρυπτική, με τη μοίρα της να σφραγίζεται από τον ιρλανδικό εμφύλιο, τις θρησκευτικές αντιπαλότητες καθολικών και προτεσταντών, τη δυσμενή της θέση στον κόσμο ως γυναίκας και την «κατάρα» της ομορφιάς της και στην πορεία αποκτά όψη μεσαιωνικού παραμυθιού, που κλείνει με τη νίκη του κακού πατήρ Γκοντ, την αφηγήτρια να αποχωρίζεται τον άντρα που αγάπησε, μα και το παιδί της, ως απλός παρατηρητής του κακού της ριζικού. Η αυτo-«αυτοψία» του ψυχιάτρου είναι ενοχική, εξομολογητική και διάφανη και αναλίσκεται στη σχέση του με τη νεκρή του πια γυναίκα, στα λάθη του ως επιστήμονα αλλά και ως συζύγου — μια αφήγηση σκόρπιων σκέψεων η οποία με τη σειρά της θέλγεται από τη στιβαρή παρουσία της σοφής ασθενούς του.

Η έντονη αντίφαση ανάμεσα στην όλο ποιητικότητα αφήγηση της Ροσίν και στην παραληρηματική του Γκρεν δεν μπορεί παρά να είναι εσκεμμένη. Λιγότερο φαίνεται να ενδιαφέρει εδώ η διαφορετικότητα των συγκεκριμένων προσώπων όσο το χάσμα ανάμεσα στις εποχές που εκπροσωπούν, η πατριωτική εποχή της Ροσίν με τα ιδεολογικά της πάθη, η απολιτική και γεμάτη σχετικισμό του νεότερου γιατρού της. Στην πραγματικότητα, ο Γκρεν σχετίζεται με τη Ροσίν —με ποιο τρόπο το μαθαίνουμε στο τέλος—, πραγματική όμως σχέση δεν έχουν: η Ιστορία ήταν ανίκανη να καταγράψει την ιστορία της σχέσης τους.

Η Μυστική γραφή είναι λοιπόν η ιστορία μιας άγραφης ιστορίας, που ως ο μεγάλος ασθενής αφανίστηκε από τα πιο ισχυρά, και για τούτο απεχθή, ανθρώπινα πάθη. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Joseph O’Connor, πρόκειται για «ένα μυθιστόρημα περί ανδρισμού: για το κακό που διέπραξαν οι άντρες στις γυναίκες μα και στους εαυτούς τους». Δεν είναι σίγουρο κατά πόσο ο Μπάρυ στόχευσε ιδιαίτερα σε ζητήματα φύλου, σίγουρα αμφισβητεί εκείνο το είδος του ανδρισμού, που και η Κέννεντυ αμφισβητεί στο μυθιστόρημά της Day με το σχιζοειδές παραλήρημα του Άλφρεντ: τον επισφαλή πατριωτισμό. Αντιπρόταση βεβαίως είναι η απλοϊκή μεν πλην όμως ουσιαστική ιδέα της αγάπης· η πένα του Μπάρυ κάνει τον αναγνώστη να αναριγήσει.      

«…διάγουμε το βίο μας και διατηρούμε την ψυχική μας ευστάθεια, με μόνο φάρο στο σκοτάδι αυτή τη διπρόσωπη μνήμη, αυτή την αναξιοπιστία, όπως ακριβώς οικοδομούμε την αγάπη μας για την πατρίδα σ’ αυτούς τους χάρτινους κόσμους τους γεμάτους παρανοήσεις και αναλήθεια. Ίσως έτσι να είναι η φύση μας, και ενδεχομένως, με τρόπο ακατανόητο, να είναι κι αυτό το στοιχείο του ανθρώπινου μεγαλείου — ότι είμαστε ικανοί να χτίσουμε τα πιο θαυμάσια και ακλόνητα οικοδομήματά μας σε θεμέλια σαθρά σαν μια χούφτα σκόνη».

Η γλώσσα, στην οποία οφείλει πολλά αυτό το ποιητικά δοσμένο δράμα, είναι ο ουσιαστικός αληθινός μάρτυρας, ένας μάρτυρας της ομορφιάς. Στην ιστορία καθαυτή, η ομορφιά, από άποψη πλοκής και κάθαρσης, έρχεται καθυστερημένα και μοιάζει εντέλει και ειρωνικά με κούφιο σχήμα λόγου. Ο συγγραφέας θα το ξέρει πως οι λέξεις δεν πρόκειται σαφώς ν’ αποκαταστήσουν ή ν’ αντικαταστήσουν την Ιστορία. Μπορούν όμως να θέλξουν. Το πόσους είναι πάντα το ερώτημα της σημαντικής λογοτεχνίας.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο φύλλο της Τρίτης της εφημερίδας Αυγή (17/11/09) 

24
Οκτ
09

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Δεύτερη γέννα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009

 

DSC00137

 

«Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να πιάσει παιδί χωρίς τον τέλειο οργασμό, είναι εκείνη η άπιαστη στιγμή που συγκλονίζεσαι με τέτοια ένταση ώστε ο ίδιος σου ο οργασμός την αποτυπώνει. Χρόνια ολόκληρα περίμενα μια τέτοια στιγμή, αργεί μερικές φορές, αρκεί να την περιμένεις» (σ. 61)

 

Πέρα από καλά ή κακά, υπάρχουν βιβλία τυχερά ή άτυχα. Δεν εννοώ, φυσικά, τον Αγαθοδαίμονα στο ράφι, στη διακίνηση, στη διαφήμιση και σ’ όλα εκείνα τα περιττά που στοιχειώνουν συχνά πυκνά τις σελίδες συγγραφέων ενόσω γράφουν. Θυμίζω τις γλυκές συγκυρίες που αγκαλιάζουν με τόση ιερότητα την ανάγνωση βιβλίων, αυτήν τη συγκατάθεση του χρόνου που με τη μαγική του βούλα κάνει κάποιους τίτλους να σπαρταρούν στη συνείδηση. Θυμίζω ξεχασμένες, για όσους ασχολούνται πολύ με τα γράμματα, καταστάσεις όπως «η ποιητικότητα στην ανάγνωση» και «η απόγνωση για ανάγνωση». (Θυμίζω επίσης πως επιλέγουμε τα βιβλία που θα διαβάσουμε και πότε θα γίνει αυτό και γιατί. Θυμίζω επίσης πως τα βιβλία υπάρχουν για να τα διαβάζουμε.)

Η «Δεύτερη γέννα» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε την καλή τύχη να με συντροφέψει στη νοσοκομειακή κλίνη, παρά τις συγκρατημένες προειδοποιήσεις του alter ego μου: «Εσύ / με αυτό το βιβλίο / εκειδά /, α-α-α / δεν θα περάσεις / και πολύ καλά!» Όταν έφτασα στο νοσοκομείο άρχισα να συνειδητοποιώ ότι θα μου ήταν δύσκολο μέχρι και περιοδικό να διαβάσω εκεί. Το πρώτο μισό της «Δεύτερης γέννας» λοιπόν το διάβασα με την εκνευριστική απειλή των πρακτικών ανθρώπων: «Σβήνουμε φώτα, σβήνουμε φώτα!» Κι ήταν εκείνη η ευλογημένη ώρα —είχα ήδη αναμμένο το κλεφτοφάναρο— που ο νους μου φωτίστηκε από τη σύμπτωση, και μόνο έτσι μπορούσε να γίνει την ώρα κείνη να νιώσω, κανονικά να νιώσω, τις πρώτες αράδες του βιβλίου: «Στην αρχή είδα λίγο φως. Μια χαραμάδα. Μια αχτίδα φωτός τρύπαγε τη χλωμή άπλυτη κουρτίνα στο σαλόνι, που κρεμόταν σαν παρατημένο σκιάχτρο που κανείς δεν σκέφτηκε να το παραμερίσει». Άθελά μου θα γινόμουν η ηρωίδα της «Δεύτερης γέννας», παρότι δεν μοιάζουμε σε τίποτα και παρότι εγώ ήμουν εντελώς ανήμπορη να διαβάσω τι έλεγε επειδή κλείνανε τα μάτια μου εξαντλημένα. Μπορούσα όμως να απομονώσω μια αίσθηση, εκείνη της ακοής, μπορούσα να αφουγκραστώ το παραλήρημα της μητέρας της Ελένης, καθώς το δεύτερο μισό της «Δεύτερης γέννας» μού το διάβαζε με τρυφερότητα το υπομονετικό μου alter ego, δεύτερο στόμα και όμμα: «Πεθύμησα μια καταιγίδα, εγώ, μουσκεμένη, τρέχω μέσα στο δωμάτιο. Ο άντρας με τις γυρισμένες πλάτες μ’ αρπάζει στην αγκαλιά του. Με ρωτάει τι τρέχει, πού ήμουν. […] ‘‘Δεν έπρεπε να αφήσεις το κορίτσι να φύγει λεπτό από τα χέρια σου’’. Κι εκείνος να μου λέει ‘‘Εσένα έμοιασε στο φευγιό. Θυμήσου πόσες φορές έφυγες από τη μάνα σου και από μένα’’» (σ. 50).

Πόσες φορές άραγε φεύγει κανείς από τους άλλους για να γυρίσει στον εαυτό του; Άραγε φεύγουμε από τους άλλους γιατί φεύγουμε από τον εαυτό μας; Πόσες φορές αλλάζουμε πρόσωπα; Τι σημαίνει το πρόσωπό σου να είναι η γραφή, γράφοντας να γίνεσαι κάποιος άλλος;

Συστρέφοντας το σώμα ανήσυχα στην πάλλευκη κείνη κλίνη, αναρωτιόμουν γιατί μας απασχολεί τόσο το πρόσωπο του συγγραφέα (η ζωή του, το φύλο του, η καταγωγή του) εφόσον δουλειά του είναι να μας χαρίζει άλλους, διαφορετικούς από τον εαυτό του και εκπληκτικούς ήρωες. Αναρωτιόμουν επίσης γιατί ο άνθρωπος προτιμά να ερμηνεύσει κριτικά (στο μέτρο της δικής του λογικής) το ταλέντο κάποιου άλλου ανθρώπου, ενώ του έχει χαριστεί, τόσο απλόχερα μάλιστα, η πολυτέλεια της απόλαυσης μιας τέχνης που στην τελική γίνεται δική του. Παραπέμπω σχετικά και στον εξής σύνδεσμο:  http://www.serrelib.gr/grigoriadis/stefani.htm 

Έτσι όπως ξαπλώνω λοιπόν στην καταραμένη κλίνη, αντιλαμβάνομαι πόσο τυχερή είμαι: οι λέξεις συμπαρίστανται σαν αγγελάκια στο πλευρό μου: «Νοστάλγησα να είμαι με κάποιον δίπλα μου. Να πιστεύω ότι είναι μαζί μου. Όταν φυσάνε οι βοριάδες να ανοίγει προστατευτικά την πόρτα και να με υποδέχεται». Βιβλίο νοστάλγησα γεμάτο όπως εμένα απουσία και φυγή. Γιατί οι βοριάδες φυσάνε και πάντα θα φυσάνε, τον παράδεισο όμως θα τον ζήσουμε. Στις άγρυπνες νύχτες του καθενός, το βιβλίο φέρνει κοντά ό,τι δεν ήτανε ποτέ οριστικά χαμένο.

 ***

Απανθρωπιά δεν μου μένει να μιλήσω για τη «Δεύτερη γέννα» χρησιμοποιώντας τις χρήσιμες κατά τ’ άλλα αισθητικές κατηγορίες. Θα πω απλώς ότι είχε στον ψυχισμό μου την επίδραση που έχουν δύο αγαπημένα βιβλία: Το τρίτο στεφάνι (Κώστας Ταχτσής) και η Συγχώρεση (Σώτη Τριανταφύλλου). Πιστεύω πως η “Δεύτερη γέννα” συγγενεύει και με τα δύο, αλλά ούτε κι αυτό έχω την απανθρωπιά να το αναλύσω εδώ.

Μου φτάνει που η ανάσα μου επιστρέφει στις ρίζες της, που προσμένω πια με λαχτάρα τη στιγμή που δεν θα γίνω ποτέ η ίδια: «Τι κρίμα, γιατί τον αγάπησα. Και τι κρίμα που δεν μετανιώνω ούτε γι’ αυτό». (σ. 86)

 

Υγρ.: Κάθε βιβλίο πρέπει να μοιάζει με οργασμό ή με γέννα. (Και γιατί τόσος ντόρος για το φύλο;)

19
Οκτ
09

Κατερίνα Ηλιοπούλου, «Ο κύριος Ταυ», εκδόσεις Μελάνι 2007· «Άσυλο», εκδόσεις Μελάνι, 2008

«Τα ιπτάμενα φωνήεντα του ανέμου»

 

taf

asylo

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάποιοι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές δίνουν την εντύπωση πως στοχεύουν σε κάτι πέρα από την αισθητική πληρότητα. Μπορεί το πλούσιο παρελθόν της παγκόσμιας ποίησης ν’ αναιρεί την παρθενογένεση, ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει το ποίημα να κάνει την εμφάνισή του στον κόσμο με τις αξιώσεις μιας ολόφρεσκης εμπειρίας ανάγνωσης, που είναι παράλληλα και τρόπος θέασης του κόσμου.

Η Κατερίνα Ηλιοπούλου (γενν. 1967) εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο ποίησης «Ο κύριος Ταυ» το 2007 (Βραβείο «Διαβάζω» Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα), το οποίο με συγκρατημένο συναίσθημα έως και κρυπτικότητα βρίσκεται στον αντίποδα της προσωπικής κατάθεσης, μεριμνώντας για την άσκηση των λέξεων (λιγότερο του ποιητή) στη λεπτομερή παρατήρηση. Κατ’ επέκταση, για το ποίημα που αρχίζει και τελειώνει, ως κατασκευή, στον εαυτό του, ως ακίνητη μα δονούμενη εν τω γίγνεσθαι παρουσία. Τα αινιγματικά ποιήματα που γράφει η περσόνα της συλλογής κύριος Ταυ είναι που διαμορφώνουν το σύμπαν των συναισθημάτων της· ο αναγνώστης αποκρυπτογραφεί ποιήματα μέσα σε ποιήματα, διερχόμενος ένα τοπίο ομόκεντρων κύκλων. Έτσι κατανοείται και η βαναυσότητα του λευκού χαρτιού: μια αναμονή στην εκκωφαντική σιωπή και μια αβέβαιης κατάληξης αναχώρηση με το μελάνι.    

Το «Άσυλο», που εκδίδεται με κάποιο ρίσκο ένα μόλις χρόνο μετά τον «Κύριο Ταυ», εξετάζει στο μικροσκόπιο το εσωτερικό τοπίο του Ποιητή (εδώ γένους θηλυκού) τον οποίο προηγουμένως γνωρίσαμε από την απέξω να πράττει. Πρόκειται για ένα είδος «εμβάθυνσης» που είναι αποκεντρωτική, εξαπλώνεται οριζόντια. Η ποιήτρια είναι ένα πέρασμα, το άσυλο-ποίημά της είναι «ένα ηχητικό τοπίο για 8 φωνές», σε κάποιο ευωδιαστό δωμάτιο-κήπο με αντηχεία· καρπός, πέτρα, νερό, σκιά. Οι φωνές, γεμάτες απορία, είναι τα δέντρα, τα κλαδιά τους, αέρινες αισθήσεις, συνδέουν τη μέσα με την έξω πραγματικότητα.

Οι «κεντρικές» φωνές μοιάζουν να είναι η γλύπτρια (Φωνή Α) και ο κήπος (Φωνή Β), που συνομιλούν στο τηλέφωνο στη διάρκεια μιας μέρας. Ο ήχος βημάτων, το απόμακρο βουητό του αστικού τοπίου και το κρατς κρουτς των καλωδίων επηρεάζουν παρασιτικά την επικοινωνία ενώ την πλαισιώνουν κι άλλες έξι φωνές. Η καθεμιά μεταφέρει μιαν αυτόνομη ηχητική εμπειρία, ίσως όχι ταυτόφωνη με τις άλλες δύο, οπότε ό,τι αφουγκραζόμαστε μπορεί να είναι τόσο πολυφωνία όσο και ψευδοπολυφωνία.  

Σε σχέση με τον «Κύριο Ταυ» όπου ο υπερρεαλισμός κρίθηκε αναγκαίος για την εξεικόνιση εσωτερικών διεργασιών, σε τρίτο πρόσωπο, ως προβολή τους σε πράγματα και προσωπεία, το «Άσυλο» διέπεται από περισσότερη ελευθερία έκφρασης, ωστόσο η αποκαλυπτική της δύναμη αποδομείται (μεταμοντερνιστικά) με την υιοθέτηση διαφορετικών και πρωτοπρόσωπων φωνών καθώς και σκηνοθετικών οδηγιών. Στο «Άσυλο» πραγματοποιείται μια μετατόπιση από τον υπερρεαλισμό στην ποιητική του Παραλόγου.

Ο τίτλος της συλλογής είναι εν μέρει ανατρεπτικός: δεν πρόκειται για θεραπευτήριο ή εξαγορευτήριο ανιάτων με αναμενόμενες υπαρξιακές εξάρσεις. Η ύπαρξη η ίδια ως κατάσταση μοιάζει να αμφισβητείται. Ό,τι υπάρχει είναι φωνές προσώπων που έχουν χάσει τον πυρήνα-ταυτότητά τους, με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τους την υπαρκτότητα, εφόσον ο τελολογικός τους σκοπός, η ομιλία, δεν διέπεται από ένα και ξεκάθαρο μήνυμα-νόημα. Μόνο σπαράγματα λόγου, μια αποσυντεθειμένη πραγματικότητα και πανεπόπτης κανείς να ορίσει την αλήθεια. Το «Άσυλο» συνεπάγεται και το κατακερματισμένο πρόσωπο της ποίησης, τη θραυσματική, παρότι λαμπερή, της παρουσία σ’ έναν κόσμο κατόπτρων.  

Η βιωματική εμπλοκή του αναγνώστη με τα ποιήματα είναι μάλλον αμήχανη. Ο «Θάλαμος μεταμέλειας», «Η αφαίρεση πλοκής», ο «Ακατανόητος μονόλογος που καταλήγει σε ιστορία» και το «σκότωμα» είναι ενδείξεις για μια αισθητική θεωρία που, παρότι δεν αποκαλύπτεται πλήρως, κεντρίζει έντονα το ενδιαφέρον. Ωστόσο, ανάμεσα στη διάσπαση της ενότητας του εαυτού και το πλάσιμό της και πάλι, κι όλο αυτό απ’ την αρχή, αποζητείται η υγρασία και της πιο σκληρής –έστω– συγκίνησης.  

Η σιωπή πάντως, ως ένα μέρος όπου βρίσκει κάποιος τον εαυτό του, είναι στον «Κύριο Ταυ» μια μεγάλη απάτη· στο «Άσυλο» αποτελεί ένα παγερό αδιέξοδο: «Και γεμίζω αργά σαν μελανοδοχείο // (Είναι φρικτό να είσαι πλήρης από κάτι που δεν κατανοείς)».

Τα φωνήεντα της Ηλιοπούλου είναι μια προκλητική παράκαμψη από τα τετριμμένα. Καθότι δύσκολα, δεν είναι οι ήχοι που θα διάλεγε κάποιος, διαρρηγνύοντας τη φαινομενικά εσωτερική του τάξη, να τιθασεύσει.

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στην Αυγή 13/10/2009

31
Ιουλ
09

η σκληρή μπεργκμανική πραγματικότητα σε λογοτεχνικό είδος… (απομονώνοντας φράσεις)

camilleCamille Laurens,  Ο άντρας που δεν αγαπούσε τις γυναίκες (μετάφραση Λουίζα Μητσάκου, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 2009)

 

«… η τέχνη δημιουργεί ωραία τέρατα […] Γιατί δεν θέλετε να υπάρχει ένας δολοφόνος κάτω από τον Ποιητή;» (σ. 150)

«Τα έργα τέχνης είναι εγκλήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία· σκοτώνουμε ό,τι αγαπάμε για να μην πεθάνουμε εμείς […] Το έργο τέχνης είναι το μνήμα του έρωτα» (σ. 154)

«Θα πρέπει να υπάρχει ένα βιβλίο που να σου σώζει τη ζωή» (σ. 205)

«Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον ποιητή και τον ψυχαναλυτή είναι πως για τον πρώτο ο θάνατος είναι φυσιολογικός και υπόκειται στην αέναη κίνηση του χρόνου, ενώ για τον δεύτερο επιβάλλεται και επιταχύνεται από τον άλλον. Σύμφωνα με τον πρώτο, πεθαίνουμε. Σύμφωνα με τον δεύτερο, μας σκοτώνουν – ο θάνατος είναι ο άλλος» (σ. 228)

«Εγώ βαρέθηκα να δουλεύω. Αυτό που θέλω είναι να ζήσω. Να νιώσω τη ζωή να κυκλοφορεί μες στο σώμα μου, αντί να μηχανεύομαι τρόπους για να τη χώσω μέσα σε φράσεις, χωρίς να τα καταφέρνω πραγματικά» (σ. 249)

«Τα έργα τέχνης είναι αίθουσες αναμονής όπου κανένας δεν έρχεται ποτέ να μας γυρέψει (σ. 249)

«Η λογοτεχνία είναι η τέχνη του ασύλληπτου, του άγνωστου, εκείνου που δε θα μάθουμε ποτέ. Γράφουμε πως δεν ξέρουμε, γράφουμε πως δε ζούμε, πως περιμένουμε να ζήσουμε. Γράφουμε πως τίποτε δεν τσουλάει (σ. 250)

«Οι λέξεις βγαίνουν από ένα σώμα και πάνε μέσα σ’ ένα άλλο, γράφουμε μέσα σ’ αυτή την κίνηση, η γραφή είναι αυτή η κίνηση που γυρεύει ν’ αγγίξει τα σώματα, τα ζωντανεύει, τα διεγείρει, τα κινεί, αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει, που της είναι αδύνατον –και πόσες φορές θα πρέπει να το ξαναδοκιμάσω;–, δεν μπορεί να τα αναστήσει» (σ. 263)

03
Ιουν
09

Όταν οι λέξεις δεν γεννάνε ρομπότ με φουστανάκι

13 ypogeio

Βαγγέλης Μπέκας, Το 13ο υπόγειο, εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα 2009, σ. 256

 

Το μυθιστόρημα

Τι γίνεται όταν τ’ ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων αποτελεί ένα απλώς διαλειμματάκι ανάμεσα στ’ όνειρο και την πραγματικότητα και ό,τι απομένει απ’ τον κόσμο γίνεται όραμα διαφυγής απ’ αυτόν; Πού ξεκινά και πού τελειώνει η ονειροπόληση για την οποία μας προετοιμάζει το μότο του 13ου υπογείου; Δεν είναι μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ούτε αισθηματολογίας. Είναι ένα ονειρικό όραμα (dream vision) ή μια ονειρική αλληγορία (dream allegory) όπου ο αφηγητής οραματίζεται τα γεγονότα που θα αφηγηθεί και τ’ όραμά του είναι ακριβώς αυτή η αφήγηση. Μέσα σ’ ένα περίεργο μείγμα στρωτής αφήγησης και υπερ-πραγματικότητας που τρέχει με την ταχύτητα της κάμερας, σε σθεναρή αντιπαλότητα μάλιστα με το «stream of consciousness», το μυθιστόρημα ενσαρκώνει τη σχέση συνειδητού και ασύνειδου. Υπερβάσεις της λογικής, παραδοξολογίες, παρωδιακή διαστρέβλωση λογοτεχνικών κλισέ αλλά και αντίστοιχη κατάχρησή τους δημιουργούν ένα γοητευτικό παιχνίδι ανάμεσα στο εμπρόθετο και το τυχαίο, και ποικίλους συμβολισμούς, που μετατρέπουν την αφήγηση σε αλληγορία. Όπως συμβαίνει και στους πλατωνικούς διαλόγους, ο συγγραφέας-αφηγητής αποκωδικοποιεί προγραμματικά, μέσα από «αθώα» υποσχόλια-παρεκβάσεις, αυτό τον κόσμο της «ονειροπόλησης» μπαινοβγαίνοντας, με παιδική φυσικότητα, απ’ την ίδια του την αφήγηση· εδώ, με μια πολιτική θέση αντι-ρητορική και ιδωμένη απ’ την ανάποδη (η τέχνη από τα κάτω). Δεν είναι εδώ η ονειροπόληση αποφυγή μα ρεαλιστική αντιμετώπιση του κόσμου και η ερωτική επιθυμία είναι απλώς το κίνητρο για ό,τι συνιστά στην ουσία την κοινωνικοπολιτική διάστασή του.

Ζούμε μια ερωτική περιπέτεια στη γνώριμή μας Αθήνα, που θα μπορούσε όμως επίφοβα να μετατραπεί σε κάποια αφρικανική αποικία. Όπως κάθε σκοτεινό παραμύθι, το 13ο υπόγειο, με το στοιχείο της αγωνίας που οφείλεται κυρίως στην πλοκή του, διατηρεί στη θέση του τέλους τον μεγάλο άγνωστο Χ. Το 13ο υπόγειο είναι η προφητεία ενός μελωδικά δοσμένου εφιάλτη.

Διαβάζοντας το 13ο υπόγειο ανάποδα

Ένας καφκικός ήρωας μεταμορφωμένος σε κατσαρίδα, αν μιλάμε για τον Πέτρο, μονάχα που ο δεύτερος ντύνεται γυναίκα.

Η γυμνή κοπέλα στον γνωστό πίνακα του Νταλί Dream caused by the Flight of a Bee around a Pomegranate, όπου τ’ όνειρο γεννάει μια μέλισσα, όταν τσιμπάει ένα ρόδι, αν μιλάμε για την Αργυρένια.

Στη θέση των τίγρεων, στον ίδιο πίνακα, τοποθετούμε όλα τα ζωόμορφα πλάσματα της οργουελικής Φάρμας των ζώων (και όσο διαβάζουμε, τα ανθρωπόμορφα κουνέλια της Inland Empire του Ντέιβιντ Λιντς). Αυτά ωθούν σαν ναρκωτικό τον ήρωα (όχι όμως και την ηρωίδα, γιατί;) στην εξέγερση.

Φαινομενικά μία άνευ όρων διεκδίκηση «της Παραδείσου», της Γυναίκας. Στην πορεία, μια πνευματική ανταρσία. Εναντίον όσων τώρα μας θρέφουν —το χρήμα και η κατανάλωση και ο ύπνος— που στο μέλλον θα γυρίσουν, σε μας πάλι, μπούμερανγκ.

Ο εχθρός της τέχνης

Η «Νέα Ζωή» συγκεντρώνεται στο τερατώδες πρόσωπο της εταιρείας New Bios που πίσω απ’ το λαμπερό της χαμόγελο, στρατολόγο όπως οι διαφημίσεις, επιβάλλει ολοκληρωτικούς νόμους μέσω συμβολέων (τη σύγχρονη ύπουλη μορφή παγίδευσης). Άλλοι υπογράφουν από οικονομική δυσπραγία (π.χ. οι νέοι των 700 ευρώ, όπως ο Πέτρος), άλλοι από αστοχασιά (οι παρασυρόμενοι από τον «χρυσό»), άλλοι διά της βίας (Αργυρένια). Πρόκειται για φαύλο κύκλο: Οι άνθρωποι κατεβαίνουν τιμωρημένοι ορόφους, ανάλογα με το επίπεδο συμμόρφωσής τους στους κανόνες, ή αναλώνονται σ’ ένα αιμοβόρο ανθρωποκυνηγητό, τύπου ταινιών Κουέντιν Ταραντίνο. Το «13ο υπόγειο», ένα καταγώγιο σεξουαλικών οργίων, δεν είναι το χειρότερο σενάριο καταδυνάστευσης (ίσως και να ’ναι για μια γυναίκα), παρότι εκεί βρίσκεται εγκλωβισμένη η Αργυρένια και εκεί παλεύει να εισέλθει ο Πέτρος για να την απελευθερώσει. Στην πραγματικότητα βρίσκεται πολλά σκαλοπάτια πιο πάνω απ’ τον χειρότερο εφιάλτη μας. Όσο η εταιρεία εξαπλώνεται οριζόντια τόσο πιο βαθιά σκάβει τα θεμέλιά της, τόσα πιο πολλά πρόσωπα τάσσει στον μαρτυρικό της τροχό και τόσο πιο πυκνά χτίζει τις ράγες-«σκουλήκια» του κάτω κόσμου. Και τότε ο κλοιός γίνεται όπιο και λήθη.  

Το ότι υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν σχετίζεται με την επιλογή, το ότι η φυγή σταδιακά μετατρέπεται σε ανώφελη ουτοπία είναι τα ζητήματα που απασχολούν κυρίως το 13ο υπόγειο. Μπορεί οι ήρωες του μυθιστορήματος να φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά αντι-ηρώων μαύρης κωμωδίας, ωστόσο οι πράξεις ή η μοίρα τους τούς εξυψώνουν. Τα δύο τελευταία κεφάλαια του μυθιστορήματος («Μείον Δώδεκα» και «Μείον Δεκατρία») ξεκλειδώνουν το 13ο υπόγειο. Χαρίζουν τον υπαρξιακό ίλιγγο και το στοχαστικό βάθος που προϋποθέτει μια πνευματική ανταρσία. Το ευφυές εύρημα του αρνητικού προσήμου στους αριθμούς των κεφαλαίων υπονοεί μια γόνιμη μετάβαση απ’ το αρνητικό στο θετικό.     

Το -100 υπόγειο

Στο απροσπέλαστο βάθος του ορόφου -100, όπου ο Πέτρος επιλέγει τελικά να καταδυθεί, βρίσκεται η «σκοτεινή πλευρά του εαυτού του», η «σκοτεινή πλευρά του καθενός», εκεί λοιπόν σιγοβράζει η ανθρώπινη αφύπνιση. Εκεί το συνειδητό και το ασύνειδο συγχωνεύονται πλήρως και σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο είναι που μπορεί κάποιος να ξεκινήσει να διαβάζει το μυθιστόρημα απ’ την αρχή.

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό για το βιβλίο Index (τεύχος 31, Μάιος ‘09)

22
Απρ
09

«Μπαμπά, η καρδιά μας έχει το ίδιο σχήμα όπως στις ζωγραφιές;…»

ta20oria20toy20labyrinuoyΓιώργος Λίλλης, Τα όρια του λαβύρινθου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, 75 σελ.

Το προηγούμενό του βιβλίο που κλείνει με το εκκωφαντικό «Και ξέρω. Οι λέξεις / δεν με σώζουν» (Στο σκοτάδι μετέωρος, Μελάνι 2003) δημιουργεί μια εύλογη σύγχυση, μετά την κυκλοφορία, έπειτα από πέντε ολόκληρα χρόνια, της τελευταίας του συλλογής Τα όρια του λαβύρινθου, εκτενούς καταρχάς και χειμαρρώδους έπειτα, η οποία όχι μόνο εκφράζει την αγωνία του ποιητή για τη ζωή, αλλά που, παρά τις εύλογες, όπως μπορώ να φανταστώ, ενστάσεις, φαίνεται να διεκδικεί την επανάκτησή της. 

Η οργή, ο σαρκασμός, η συναισθηματική ένταση, σε στρόβιλο εξωστρέφειας  σαρώνουν στο διάβα τους το ζόφο και το πένθος για το ρημαγμένο σπίτι. Του όχι πια μετέωρου ποιητή μπρος στα χαλάσματα. Του φοβισμένου μπορεί, αλλά του έτοιμου ν’ αναμετρηθεί με τους φόβους του. Αρκετός χρόνος ξοδεύτηκε στο μεταξύ και μας επιστράφηκε σπαταλημένος, με την «εξευγενισμένη μας μάσκα», την «εξευγενισμένη βαρβαρότητά» μας. Το κενό γύρω του τον έχει ρουφήξει και απομένει η βίαιη μονάχα έξοδός του από αυτό («Είμαστε ο σπαταλημένος χρόνος»).

Το στοίχημα, επί του παρόντος, βρίσκεται έξω, στον κόσμο. Η ποίηση, η μόνη ίσως φιλειρηνική αντίσταση, ξεχύνεται στους δρόμους, στον αντίποδα της λήθης ή της ψευδαίσθησης. Είναι σαφώς καταγγελτική, αδιαφορεί σχεδόν για την υπαινικτικότητα που «οφείλει» να την προσδιορίζει: «Η μέρα αρχίζει. Σε ξέρω καλά. Μέχρι να βάλεις / το κοστούμι, θα τα ‘χεις ξεχάσει όλα» («Συντριβή του ορθολογισμού»).

Η σύγχρονη ζωή, εγκλωβισμένη σε καλογυαλισμένες τετράγωνες επιφάνειες κτιρίων-θηρίων, ηδονισμένη από τις εστιάσεις του τρομολάγνου κουτιού των μίντια, τιμά το αίμα του Τσε Γκεβάρα σ’ ένα άψυχο μπλουζάκι και, ναρκωμένη από «αβυσσαλέα στήθη» και το πολύ αλκοόλ, βατεύει μέχρι θανάτου συναισθήματα και συνειδήσεις: «φονταμενταλισμός // σ’ αυτό το μεταμοντέρνο κελί / καταδύεται η ματαιότητα / ο ζωγραφισμένος με ανοιχτά χρώματα θάνατος / για να μην προκαλεί φόβο // εγχειρίδια ευθανασίας / υγιεινές τροφές / και / πρακτικές γιόγκα».      

Εγκλήματα συντελούνται -μυρίζουν μπαρούτι- όμως κανείς δεν τα παίρνει μυρωδιά. Η ποιητική φωνή είναι ωστόσο μάρτυρας πολλών γεγονότων, προτρέπει: «Μη βαδίζεις με τα μάτια δεμένα» («Σκίτσα για μετά την 11η Σεπτεμβρίου»). Έχει ως εφόδιο τη φιλοσοφική αναζήτηση, που είναι καίρια εδώ. Είναι μηδενιστική όπως μαρτυρεί και το μότο από τον Νίτσε στην πρώτη εκ των τριών ενότητα της συλλογής, που τιτλοφορείται «Speculum Magus». Γιατί το καλύτερο φως φαίνεται πως είναι αυτό που ξεχύνεται από το σκοτάδι. Το πρόσωπο που μιλά-γράφει έχει ξεπληρώσει τα χρέη της συνείδησής του, είναι κάποιος που έχει διανύσει τη φωτιά, τις στάχτες και τις αντηχήσεις της μνήμης και συναισθάνεται πως η μεγαλύτερη ήττα για τον άνθρωπο είναι το να ζει «Στην ενδοχώρα, όπου όλα έχουν σταματήσει να επεξηγούνται» («Καθρέφτης της φαινομενικότητας»).

Η δεύτερη ενότητα με τον τίτλο «Fayum» αποτελεί ένα είδος εσωτερικής ανασύστασης, έναν δραματικό μονόλογο, που ωθεί από τα φλογισμένα αισθήματα και συμπεράσματα, στο λίγο του ονείρου, στην προσγειωμένη, μα ρεαλιστική, απόφαση για πράξη. Άρα ο μηδενισμός (του χρόνου) υπήρξε γόνιμος: «Μην πενθείς για όσα χάθηκαν – υπάρχεις ακόμα». 

Η τρίτη και τελευταία ενότητα, που τιτλοφορείται «Esperanto», μας εισάγει σε ένα πιο εξομολογητικό και τρυφερό ποιητικό σύμπαν: «Αποχωρίζεσαι με πόνο το κουκούλι / υπακούοντας στωικά στη μέγκενη των ημερών, / μελετώντας τις διαστάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» («Η γνώση να ξεκλειδώνεις τις λέξεις»). Δεν είναι τυχαίο που εδώ βρίσκεται και το ομότιτλο της συλλογής ποίημα: «Σε συγχωρώ… Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω στη φιλόδοξη αυτή κιβωτό / που δεν έχει οριοθετηθεί / και οι τέσσερις πλευρές της φυλάσσονται από τον Εκκλησιαστή – / όχι, δεν μπορεί τα πάντα να είναι μάταια». Ο λαβύρινθος έχει όρια, μα αυτά δεν είναι οριστικά και αμετάκλητα καθορισμένα. Υπάρχει μια προοπτική, ονομάζεται (ποιητικός;) ρυθμός, γιατί «δεν υπάρχει η θάλασσα, μονάχα η μουσική της» («Διαίσθηση»). Υπάρχει και η ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας («Εξημέρωση») καθώς και ένα ιδιάζον, αποκωδικοποιημένο μα και άρρητο βλέμμα («Η γνώση να κλειδώνεις τις λέξεις»). Ένα άλλο είδος ποίησης.

Το πρώτο και το τελευταίο ποίημα της συλλογής, αν διαβαστούν αλληλοδιαδοχικά, μαρτυρούν ένα θαύμα. Το θαύμα της διαλεκτικής ανθρώπινης φύσης. Αυτό ανασκευάζει, αν δεν αναιρεί κιόλας, το επιχείρημα για τη ματαιότητα των λέξεων. Τόσο για τον αναγνώστη όσο (εύχομαι) και για τον ποιητή. 

 

Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 1).   

03
Απρ
09

«Βοήθησέ με να ξεφύγω από μια πόλη που δε μου στάθηκε πιστή»

adilos-anapnoi

Νατάσα Χατζιδάκι, Άδηλος αναπνοή (Ποιήματα 1971-1990), εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2008, 205 σελ.

Άδηλος αναπνοή, που σημαίνει αναπνοή από τους πόρους του δέρματος, είναι ο τίτλος που επιλέγηκε για τη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων πρώτων συλλογών της Νατάσας Χατζιδάκι «Στις εξορίες των πόλεων» (1971), «Ακρυλικά» (1976), «Δυσαρέσκεια» (1984), «Άλλοι» (1990), οι οποίες οικοδομούν ένα σύμπαν που αναπνέει με τον δικό του τρόπο, λειτουργεί με εξολοκλήρου δικούς του όρους και επιβάλλει μια νέα πραγματικότητα. Το ύφος κυμαίνεται από την άλλοτε λυρική κι άλλοτε σαρκαστική αντίσταση, η οποία εκφράζεται με διαύγεια στις δύο πρώτες συλλογές, απέναντι στον παράδοξο Θεό, στην ανελευθερία που επιτάσσει κάθε λογής πολιτική εξουσία, στην άσπλαχνη εκβιομηχάνιση και εκποίηση των πάντων, στα επιφανειακά ανθρώπινα φερσίματα: «Γέλα μαζί τους / όχι πολύ δυνατά / θα τους προξενήσεις αναστολές / Γέλα μαζί τους / τόσο όσο να ‘χουν τη σιγουριά / πως γελάς / τόσο / όσο να μην μπορούν / να επισυνάψουν προθέσεις / στο γέλιο σου / και τότε / θ’ ανακαλύψεις / πόσο ωφέλιμο είναι / να γελάς / και να νιώθεις / το γέλιο σου» («Απόσβεση VIII»). Η αίσθηση που δίνεται είναι των δυσδιάκριτων ορίων ανάμεσα στη συντήρηση του εαυτού και την επινόησή του.

Από την τρίτη ωστόσο συλλογή έχουμε μια μεταμόρφωση, από το εξεγερμένο, ευαίσθητο, ερωτευμένο πρόσωπο στη φοβερή, φοβισμένη και γεμάτη φαντασιώσεις περσόνα, η οποία είναι μια σταρ όσο η «ξύλινη μαιτρέσα του [εγκληματία] Τσάρλς Μάνσον» που προσκαλεί τον αναγνώστη σ’ ένα «λουτρό αίματος». Και το τοπίο αλλάζει: η οραματιστική εικονοποιία και η ακτινοβολία των τεσσάρων εποχών υποδέχεται τον έρωτα ως ένα είδος ψευδαίσθησης ή θνησιγένειας, ως μια φευγαλέα στιγμή με μοιραίο τέλος – τα χαμένα Σαββατοκύριακα των απορρίψεων και των αντεκδικήσεων. Ο «Υμέναιος», το γαμήλιο τραγούδι, είναι για μένα σαν διαβάζω «Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα / κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ». Και φαίνεται βέβαιο πια πως «Περιοχές βαλτώδεις διασχίζω. / Κάθε φορά που ανεβαίνω στο κρεβάτι του / άνεμος μου ρίχνει κατάστηθα / παραλία μυτερών βράχων» («Τετελεσμένα ή η Νύχτα των Halloween»). 

Ερχόμενος σ’ επαφή με την ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα σύνολο εμπειριών φιλτραρισμένων στον παραμορφωτικό της φακό, ο οποίος ατενίζει τα χάπια ως τρυφερότητα, τα χάδια ως τραύμα και το θάνατο ως λάμψη. Η γλώσσα, βωμολόχα, αρχαιοπρεπής, κεκαλυμμένη από πυκνούς ιστορικούς και μυθικούς συμβολισμούς και συχνά από ιατρικές ορολογίες, είναι παράλληλα προσφιλής στην ελληνική και την αγγλική καθομιλουμένη, τον προφορικό λόγο. Μέσα από τις αντιφάσεις της είναι η γλώσσα η ίδια ίσως που κάνει τα ποιήματα να πάλλονται ανάμεσα στην εξομολόγηση και την κατασκευή, συνιστώντας μια ποιητική όπου η αφήγηση λειτουργεί ως τροχοπέδη στο αυταπόδεικτο δράμα ενός προσώπου, που υποφέρει αφηγούμενος το βάρος της σύγχρονης πόλης του μα και της ζωής γενικά ως παράλογης συνθήκης.

Η αναπαραστατική πραγματικότητα, επηρεασμένη και από τον ελληνικό υπερρεαλισμό, την μπιτ λογοτεχνία, τη ροκ μουσική, την ποπ κουλτούρα και τον κινηματογράφο, σε συνδυασμό με τους αναρίθμητους νεολογισμούς, τα λογοπαίγνια και τις εσκεμμένες ασυνταξίες, μετατρέπουν σε πολλά σημεία την ποιητική αφήγηση σε παρωδία ωθώντας σε πράγματι στο «να νιώθεις το γέλιο σου»· σαν τρέλα υφασμένη στο δέρμα.

Μολονότι τα χρώματα που επικρατούν συνολικά στην ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι είναι το μαύρο και το κόκκινο, σε αντίθεση με το απολεσθέν καφέ και το ανέφικτο πράσινο, στο τέλος της συγκεντρωτικής συλλογής η μέρα χαράζει και φέρνει μια νέα γέννηση. Μια νέα, άρρητη και άδηλη, αναπνοή. Με μια προϋπόθεση βέβαια: «φρόντισε να μη φας μανιτάρια γιατί θα πεθάνεις / πολύ γρηγορότερα» («Λεζάντες»).

 

 Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 1)

29
Μαρ
09

«είναι τόσο σοβαρό να έχεις ένα πράσινο σημείο όχι για διάβημα μα για να δείχνεις πάλι»

tender-buttons

Γερτρούδη Στάιν, Τρυφερά Κουμπιά (Αντικείμενα – Φαγητά – Δωμάτια), μετάφραση Ελισάβετ Αρσενίου, εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2008, 150 σελ.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της Γερτρούδη Στάιν (Αμερική, 1874-1946), που πρωτοεκδόθηκε το 1914, και αποτελεί έκτοτε μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή στην ιστορία του μοντερνισμού σε συνάρτηση πάντα με το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη», που θεωρεί πως το κάθε καλλιτέχνημα έχει αξία μόνο ως αυτοσκοπός. Η Στάιν είναι γνωστή για τον μνημειώδη στίχο της «a rose is a rose is a rose», ο οποίος επανέφερε το όνομα-ρόδο, ένα πολυχρησιμοποιημένο ποιητικό σύμβολο στην ιστορία της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, στην αρχική του, αντικειμενική, κατάσταση. Μαζί με το ρόδο η Στάιν πρότεινε την επιστροφή της γλώσσας στον ίδιο της τον εαυτό.    

Σήμερα είθισται, όταν αναφερόμαστε στο έργο τέχνης σε επίπεδο πρόσληψης, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να επιζητούμε ένα έργο προσβάσιμο ή χρήσιμο, που θα διαμεσολαβεί για τη μετάδοση κάποιου νοήματος, ειδάλλως η οποιαδήποτε αναφορά μας σε αυτό θα περιορίζεται στη «φιλοσοφική» αναζήτηση του λόγου ύπαρξής του.   

 Σύμφωνα με αυτή τη λογική, τα Τρυφερά Κουμπιά μοιάζουν να γράφτηκαν με έλλειψη σεβασμού προς τον αναγνώστη, ο οποίος είτε θα εξοργιστεί με την αδυναμία του να τα κατανοήσει, έστω στο ελάχιστο, είτε θα μαγευτεί για τον ίδιο ακριβώς λόγο, εφόσον τού χαρίζουν την ευκαιρία ν’ απελευθερώσει την τόσο περιορισμένη (και άχρηστη, για πολλούς, καθώς α-νόητη) φαντασία του ώστε να ταξιδέψει σε όποια ουτοπία λαχταρά. Το παρακάτω ποίημα θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτελεί μιαν απάντηση της Στάιν στην παραπάνω προβληματική:

«ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ

Μέσα απ’ την καλοσύνη έρχεται ερυθρότητα και από την αγριότητα έρχεται ίδια ερώτηση ταχεία, από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίπονο κοπάδι. Έτσι λοιπόν τάξη σημαίνει πως ένας άσπρος τρόπος να είσαι στρογγυλός είναι κάτι που προτείνει μια καρφίτσα και είναι απογοήτευση, δεν είναι, είναι τόσο στοιχειώδες να αναλυθείς να δεις μία όμορφη επιφάνεια εκτάκτως, είναι τόσο σοβαρό να έχεις ένα πράσινο σημείο όχι για διάβημα μα για να δείχνεις πάλι».

Τα Τρυφερά Κουμπιά φέρουν τον υπότιτλο «Αντικείμενα – Φαγητά – Δωμάτια» και είναι χωρισμένα σε τρία κεφάλαια, όπου σε καθένα από αυτά περιγράφονται πράγματα καθημερινά που υπάγονται στις συγκεκριμένες κατηγορίες. Κάθε ποίημα μοιάζει με ανθρώπινο σώμα το οποίο ο αναγνώστης «τσακώνει» την ώρα που προβάρει μια «παράσταση ύφους». Οι λέξεις, σαν χέρια, αλληλεπιδρούν αυτονομημένες και συντονίζονται για την παραγωγή ενός ηδονικού ήχου – γι’ αυτό τα ποιήματα αυτά επιβάλλεται να διαβαστούν στα φωναχτά. Αν κάποιος αποπειραθεί να ερευνήσει τι συμβαίνει στο παιχνίδισμα των λέξεων, το πιο πιθανόν είναι πως θα απογοητευθεί: την ώρα που θα έχει γραπώσει μιαν «αλήθεια», αυτή θα ξεγλιστρήσει με την εμφάνιση της επόμενης λέξης.

Φαίνεται πως και το χέρι το ίδιο που γράφει δεν μπορεί επακριβώς να χειραγωγήσει τις λέξεις του, ενόσω πηγάζουν από ό,τι η συνείδηση «είδε», στην κυριολεξία, σε μια δεδομένη στιγμή. Φωτεινές εκλάμψεις, με τα λόγια της Στάιν, «όχι για διάβημα μα για να δείχνεις πάλι».

Η Στάιν δεν επινοεί τη γλώσσα, όπως ένας ζωγράφος -κυβιστής εν προκειμένω- δεν εφευρίσκει νέα υλικά. Απλώς εμμένει σε αυτήν αναζητώντας τις άπειρες δυνατότητες που προσφέρει αφ’ εαυτής, ως εικαστικό φαινόμενο, αν παρατηρηθεί από άλλη οπτική γωνιά. Τόσο σε σχέση με την ετυμολογία της, στον αντίκτυπο που έχει στα αισθητήριά μας όργανα (χρώμα, γεύση, μυρωδιά λέξεων), όσο και σε σχέση με τη σύνταξη, που εν είδει ασυνταξίας χαρίζει στο χαρτί τη μαγεία των παρηχήσεων, των επαναλήψεων, της στίξης και της αντίστιξης, της δήλωσης και της συνδήλωσης, με αντίκτυπο στα αισθητήρια της λογικής μας. Η αγάπη της Στάιν για τη γλώσσα φαίνεται κι από το γεγονός ότι προτιμά τις μικρές και περιφρονημένες λέξεις: τα άρθρα, τις προθέσεις, τα συνδετικά. 

Τα Τρυφερά Κουμπιά συνιστούν μια πολύ γενναία και γενναιόδωρη μορφή γραπτού κειμένου. Γιατί δεν περιαυτολογούν ως προς την κοινωνική τους προσφορά ενώ παράλληλα δεν περιορίζουν κανένα μάτι σε συγκεκριμένο τρόπο θέασης. Δεν ελέγχουν τη γλώσσα, μα της επιτρέπουν να θριαμβεύσει. Αν και για πολλούς τα Τρυφερά Κουμπιά αποτελούν ένα «κουτί» από ασυναρτησίες, αυτό αφορά ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Αν κάποιος διαβάσει με προσοχή, θα έρθει σε επαφή και με τα φλέγοντα θέματα που θίγονται στο κείμενο: πατριαρχία, μητρότητα, εξουσία, βία, ομοφυλοφιλικός έρωτας. Η διαδικασία «ανακάλυψης» νοήματος είναι ενδιαφέρουσα και δελεαστική. Για τους συγγραφείς, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μελέτη της τέχνης της γραφής.

Το εκτενές και πλούσιο επίμετρο της μεταφράστριας Ελισάβετ Αρσενίου είναι προτιμότερο να προηγηθεί της πρώτης ανάγνωσης. Η μετάφραση η ίδια μαρτυρεί αδιαμφισβήτητα τρυφερότητα και γνώση.         

 

 Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο νέο περιοδικό για την ποίηση Poetix (τεύχος 1).

23
Μαρ
09

Α.Λ. Κέννεντυ, Day, μετάφραση Δημήτρης Αθηνάκης, εκδόσεις Ίνδικτος 2008, σελ. 467

day

«ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ» / «Ο ΕΡΩΤΑΣ ΑΠΑΙΤΕΙ Τ’ ΑΔΥΝΑΤΟ» 

Ο Άλφρεντ Ντέι, εν έτει 1949, επιλέγει να επιστρέψει στον πόλεμο, αυτή τη φορά ως κομπάρσος σε πολεμική ταινία, μια εμπειρία που του ξυπνά άγριες μνήμες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ήταν εθελοντής πυροβολητής της Βρετανικής Αεροπορίας και είχε αιχμαλωτιστεί, βασανιστεί και υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου των συντρόφων του, μα και της βαναυσότητας και του παραλογισμού της απρόσωπης απανθρωπιάς. Ο πόλεμος για τον Άλφρεντ αποτελεί όντως-παραδόξως καταφύγιο· θέλει, παρά το τίμημα, να τον ξαναζήσει, για να δουλέψει πάνω σ’ όσα κομμάτια του λείπουν, ή για να γεμίσει τα κενά (72).

Τα πράγματα για τον ήρωα αποδεικνύονται διαφορετικά από εκείνο που περίμενε. Δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι. Δεν πρόκειται ούτε καν για μιαν ανασύσταση της γνώσης, αλλά για μια σκληρή δοκιμασία πρόσωπο με πρόσωπο, όπου δεν υποδύεται κάποιον αλλά είναι πρωταγωνιστής σε έναν ολόφρεσκο θίασο της μνήμης, με κοινό παρονομαστή τη φυγή: «Έμοιαζε εύκολο να σκεφτείς τη φυγή, χωρίς να χρειάζεται να συνεχίσεις, παρά τις αντιξοότητες» (71). Ο Άλφρεντ σκοντάφτει στο πρόσωπό του, που ολοένα του διαφεύγει.

Συμμετέχει στην ταινία για τους ίδιους λόγους που είχε καταταγεί στην εμπόλεμη ζώνη. Από ένα όραμα ηρωισμού, βαθιά χωνευμένο στο υποσυνείδητό του, μιαν ανάγκη να έρθει σε αντιπαράθεση με τη σφύζουσα από θηλυκά στοιχεία φύση του. Ένα κρυφό όραμα ν’ αποτελέσει πρότυπο ανδρικού ήρωα μυθιστορήματος, δίχως ακριβώς να είναι πλασμένος γι’ αυτό, όπως δείχνουν οι παιδικές του μνήμες αλλά και οι δοκιμασίες τόσο του πολέμου όσο και των γυρισμάτων που τον θέλουν μονίμως στη θέση της άμυνας. Το alter ego του Άλφρεντ, καλά συγκαλυμμένο στο μυθιστόρημα, μέχρι που ο αναγνώστης θα πλησιάσει στο τέλος, είναι ο Άιβορ (όνομα που αρχίζει από Α, όπως άλλωστε και του ήρωα αλλά και της συγγραφέως). Ο νοερός συμπρωταγωνιστής είναι ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου στο Λονδίνο, όπου ο Άλφρεντ, μετά τον πόλεμο και πριν την επιστροφή του στο γύρισμα, φαίνεται να εργαζόταν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα βιβλία αποτελούν το πρωταρχικό του εφόδιο, το αφανές του σύμπαν.     

 Πρόκειται για ένα σύμπαν που εκπροσωπεί το θάρρος και λειτουργεί ως αντίβαρο στη δειλία του Άλφρεντ. Η διαλεκτική ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, το εγώ και το υπερεγώ, τους φυσικούς περιορισμούς μα και τα καταπιεσμένα οράματα εκφράζεται στο μυθιστόρημα με αντιφάσεις εφιαλτικές και μόνιμες. Ο Άλφρεντ είναι ένας άνθρωπος που ρισκάρει τη ζωή του απλώς και μόνο για να εξουδετερώσει κάποιες πτυχές του εαυτού του, επειδή για τον ίδιο είναι αφόρητες όσο ο θάνατος. Εκεί που ο Άλφρεντ αισθάνεται περήφανος για το θάρρος του έρχεται ο Άιβορ, σε δεύτερο πρόσωπο και σε πλάγια στο κείμενο να τον διαψεύσει:

«Ο Άλφρεντ είχε αποφασίσει να υπηρετήσει προτού καν τον καλέσουν» (87). «Δεν προσευχήθηκες γι’ αυτήν, έτσι δεν είναι; Μόνο για την πάρτη σου. Ρώτησες το Θεό αν θα μπορούσε να σε κάνει δυνατό» (92).

«Ο Άλφρεντ είχε αποφασίσει να ξεκάνει τον πατέρα του» (88) «Ποτέ δε θα το ‘κανες αυτό, απ’ τη στιγμή που θα το περίμενε. Χτυπάς τον άντρα όταν κοιμάται, λιώμα απ’ το πιοτό. Στέκεσαι πάνω απ’ τ’ αρχίδια του όταν έχει πέσει ξερός απ’ τ’ αλκοόλ. Τον κλοτσάς όταν έχει πέσει κάτω, όταν είναι σ’ άλλο κόσμο και δε θα θυμάται» (124). 

Ο συμπαθής μα αδύναμος Άλφρεντ, ένα από τα πολλά θύματα της ωμής πραγματικότητας, διεκδίκησε το όνειρο της προσωπικής του αξιοσύνης μέσα από αμφίβολες ατραπούς: την κατάταξη στη Βρετανική Αεροπορία και τη δολοφονία του πατέρα του, του οποίου η βιαιότητα, κατά τη γνώμη του, στοίχισε το θάνατο της μητέρας του (στην πραγματικότητα η μητέρα του ήταν ένα από τα πολλά θύματα των βομβαρδισμών) και τον ψυχολογικό ευνουχισμό του.

Σε μιαν άκρως παραληρηματική αφήγηση που εναντιώνεται στον συμβατικό χρόνο, φορτισμένη περισσότερο με ερωτήματα για τη ζωή από ό,τι με απαντήσεις, ο Άλφρεντ πασχίζει να συμφιλιώσει μέσα του, συγχωνεύοντας ποικίλες στιγμές-στιγμιότυπα, τη διπλή διάσταση της συνείδησής του που ενσαρκώνονται στο βιβλίο με δραματικό μονόλογο στο πρώτο και το δεύτερο πρόσωπο διακόπτοντας την κανονική ροή των γεγονότων που αφηγείται η συγγραφέας σε τρίτο πρόσωπο. Οι παρεμβολές της φωνής της συνείδησης του Άλφρεντ στο σώμα της ιστορίας, είτε ως αυτοκριτική είτε ως σχολιασμός ανθρωπίνων πράξεων και συμβάντων δεν προσδίδουν μόνο διαφορετική δυναμική στην πραγματικότητα, αλλά τη μεταπλάθουν φέρνοντας στην επιφάνεια μια διάτρητη και αθεράπευτη αμφιβολία∙ ο πόλεμος κρύβει μέσα του πολλούς πολέμους και η δικαιοσύνη δεν χωράει σε κανένα ισοζύγιο.

Γιατί μέσα στον πόλεμο είναι που καταφέρνει ο Άλφρεντ ν’ ανακαλύψει δύο από τις πιο συνταρακτικές και σπάνιες αξίες της ζωής, τη φιλία και τον έρωτα, που, ακόμη κι αν τον είχαν σημαδέψει, αποδεικνύονται ανίκανες συνολικά να κάνουν θαύματα. (Όταν οι άνθρωποι είναι εύθραυστοι τότε και οι αξίες αποβάλλουν το νόημά τους.) Το ενδεχόμενο μιας χαρμόσυνης ανατροπής που στηρίζεται στα περιθώρια επιλογής είναι ένα ερώτημα που τίθεται, όμως οι ήρωες της Κέννεντυ μοιάζουν εξαρχής πυρπολημένοι. Τι θα γινόταν αν ο Άλφρεντ διεκδικούσε τον απόλυτο λόγο να ζει, τη γυναίκα με το συμβολικό όνομα Τζόις (χαρά); Θα ξημέρωνε άραγε η ημέρα που θα γινόταν άξιος του ονόματός του («Day»);

Οι στιγμές τρυφερότητας αποτελούν φωτεινές αναλαμπές στο μυθιστόρημα, περιγράφονται με τέτοια λεπτομέρεια που συνεπαίρνει τον αναγνώστη θυμίζοντάς του τις απλές και αθώες χαρές, πείθοντας σχεδόν τελετουργικά πως η επιστροφή σε κάποιον παράδεισο μέσω της ανθρώπινης επαφής είναι το ίδιο εφικτή όσο και η κόλαση των ενστίκτων. Το θέμα είναι πως το αληθινό θάρρος και τον αληθινό ηρωισμό τον προαπαιτεί όχι ο πόλεμος μα η ειρήνη.

Η απόλυτη ενσάρκωση της ειρήνης στο Day είναι η Τζόις. Μια πραγματικά αθάνατη ηρωίδα εφόσον μέσα στο παραλήρημα της αφήγησης του Άλφρεντ ανάγεται σ’ ένα είδος θεότητας. Είναι εκείνη που επιλέγει να διαβάζει την Οδύσσεια του Ομήρου (όχι του Τζόις), αφοσιωμένη σαν Πηνελόπη σε έναν σύζυγο που επιστρέφει από τον πόλεμο όχι θριαμβικά όπως ο Οδυσσέας, μα σαν ταπεινωμένος αντιήρωας. Απαρνείται τον έρωτα για την αγάπη και την ανθρωπιά. Και το κάνει συνειδητά.      

Ανατόμος της συνείδησης, χειρουργός της μνήμης, ακριβολόγος συναισθημάτων, μάστορας της ερωτικής συνεύρεσης και πάνω από όλα δεινή κολυμβήτρια στον Αχέροντα της ύπαρξης, η Α.Λ. Κέννεντυ ξεπερνά με το Day τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Αν στον Παράδεισο η Χάννα βιώνει έναν εξολοκλήρου προσωπικό πόλεμο με κοινωνικές προεκτάσεις που κεντρίζουν κυρίως υποσυνείδητα τον αναγνώστη, στο Day ο πόλεμος, έστω κι αν διαδραματίζεται στο σαλεμένο μυαλό του Άλφρεντ Ντέι, μοιάζει ν’ αποτελεί την αντανάκλαση μιας συλλογικής συνείδησης, το απείκασμα μιας ολόκληρης εποχής, που δεν είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αποκλειστικά. Τοποθετημένο χρονικά στην επαύριο του πολέμου, ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον (αυτό που ζει ο αναγνώστης ως παρόν) και ταυτοχρόνως φυγόκεντρο ως προς τη συμμόρφωση με το χωροχρόνο στο πλαίσιο μιας συγχωνευμένης στον εγκέφαλο του ήρωα πραγματικότητας, εστιάζει στις αφανείς συνέπειές του, στον τρόπο που οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν -σακατεμένοι από τα απροσπέλαστα τραύματά τους που πολλές φορές αγνοούν ή που περνάνε απαρατήρητα-, στο πώς τελικά στην αναπαράσταση της ιστορίας, καλούμενοι να επαναλάβουν το ρόλο τους, θα φανεί αν είχαν αξιοποιήσει το υλικό των ανομημάτων τους. Ή των διδακτικών ανομημάτων της ανθρωπότητας.

Η ενασχόληση της Κέννεντυ με το ζήτημα της βιαιότητας, του ρατσισμού, της επεκτατικής πολιτικής των κρατών και το ανεξάντλητο κεφάλαιο του συλλογικού φόβου αντιμετωπίζεται ως κάτι βαθύτερο: τον τρόπο που ένας «ήρωας» αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, την προβληματική σχέση με το ίδιο του το είναι. Πολλά γράφτηκαν για τον Χίτλερ, πολλά λέγονται για τους Αμερικανούς προέδρους, λιγότερα ωστόσο για τους εθελοντές στον πόλεμο, τον ετοιμόρροπο, δοτό ή εν πάση περιπτώσει επισφαλή πατριωτισμό τους.

Αν στο Day βλέπουμε μια τάση αποκέντρωσης, το ίδιο ισχύει και για το Σφαγείο Νούμερο 5 του Κερτ Βόνεγκατ (γραμμένο 40 χρόνια πριν ωστόσο), που πραγματεύεται τα γεγονότα της Δρέσδης, με τη διαφορά ότι εκφράζεται από άλλη σκοπιά: μέσω της σάτιρας, της έξαρσης του φαντασιακού στοιχείου από τον ήρωα που ως θύμα παρωδεί τον παραλογισμό ενός κούφιου πατριωτισμού. Τα δύο μυθιστορήματα διαβάζονται αλληλοσυμπληρωματικά, όπως θα ήταν θεμιτό να αντιμετωπίζονται τα λογοτεχνικά κινήματα του υπαρξισμού και του υπερρεαλισμού, που έχουν τη ρίζα τους στον πόλεμο.

 Το ερώτημα ωστόσο παραμένει. Πότε θα πάψει ο πόλεμος του πολέμου χωρίς πόλεμο;          

Η Κέννεντυ αποδεικνύει πως το να κερδίζεις την αυτοεκτίμησή σου, μα και την ευτυχία, πηγάζει περισσότερο από μια διαδικασία εμβάθυνσης. Στο συγγραφικό πολεμικό πεδίο λοιπόν, η καταβύθισή της στο σκοτάδι μιας ανδρικής περσόνας είναι εντυπωσιακή· δεν χρειάζεται τα βιβλία να είναι μεταγραφές προσωπικών εμπειριών αλλά να μοιάζουν ως τέτοιες. Ο Άλφρεντ, από αυτή την άποψη, ένας ήρωας που μπερδεύει τον εαυτό του με τους μυθιστορηματικούς ήρωες των αναγνωσμάτων του, θα μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Ίσως έτσι θα μπορούσε να «επιβιώσει». 

Ο μεταφραστής Δημήτρης Αθηνάκης μετέγραψε με θάρρος τον τρομερό ίλιγγο του Άλφρεντ Ντέι, φέρνοντας ένα από τα δύσβατα μυθιστορήματα της Α.Λ. Κέννεντυ κοντά στον Έλληνα αναγνώστη.  

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο νέο τεύχος των (δε)κάτων (17).

16
Μαρ
09

Χρήστος Χρυσόπουλος, Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον (μυθιστόρημα), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008

jackson

Σκέψεις για ένα μυθιστόρημα. Η αλήθεια του δεν μου αποκαλύπτεται αλλά ξέρω πως υπάρχει. 

«Είναι νύχτα, ξέρεις. Ανάβω ένα σπίρτο ώστε να μην βλέπω τίποτα. Η φλόγα με τυφλώνει κάνοντας το σκοτάδι βαθύτερο» (Γερτρούδη Στάιν)

Είμαστε εγκλωβισμένοι «σε μια μισο-ειπωμένη ιστορία»[1], την αποσπασματική αφήγηση της ζωής της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον (1901-1991) μετά την «εκπαραθύρωσή» της από το διαμέρισμα στο Χάμερσμιθ στις 27 Απριλίου 1929. Ήταν μια λονδρέζικη μέρα σαν όλες τις άλλες, ωστόσο για τη Λώρα ήταν το μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο εαυτούς, το καλωσόρισμα μιας αδέσποτης σκιάς στον επάνω κόσμο. Έτσι γεννήθηκε μια άλλη, η Μαίρη Νάζαρεθ ίσως, απαλλαγμένη πια από το βάρος του σώματός της, αυτό που γίνεται κουφάρι εάν κατηγοριοποιηθεί και καταμετρηθεί από τα στερεοτυπικά ανθρώπινα σταθμά. Αυτό το αποκύημα της νέας συνείδησης της Λώρας Ράιντινγκ (το επίθετο της ποιήτριας Λώρας) φαίνεται να διαμορφώνει έναν νέο χωρόχρονο σε αυτό το βιβλίο όπου το ποιητικό και το ανθρώπινο, το φαντασιακό και το πραγματικό αλληλεπιδρούν, αλληλομπλέκονται, αλληλοσπαράζονται και εν τέλει εξαντλούν τον άνθρωπο-δημιουργό, που παλεύει με νύχια και με δόντια να εξοντώσει το «εκτόπλασμα» του καλλιτεχνικού του προορισμού – πλην όμως ερεθίζουν το οξύ βλέμμα των παρατηρητών-αναγνωστών του.

Ενώ εμείς προσπαθούμε να διακρίνουμε πού ξεκινά η μυθοπλασία και πού τελειώνει, πότε αφουγκραζόμαστε τη φωνή της ίδιας της Λώρας μέσα από τα  μεταφρασμένα ποιήματα, τις σημειώσεις ή τα εκάστοτε αναγνώσματά της και πότε τον απόηχο και τη γλυκόπικρη γεύση από όλα αυτά που η Λώρα μπορεί να «θυμόταν» σε κατάσταση κρυπτομνησίας (ο χορός με τον κρεοπώλη, η επίθεση κατά του εραστή της Ρόμπερτ Γκρέιβς, η βόλτα με δύο φίλες, οι τρόφιμοι της κλινικής) ο εμπνευστής αυτής της αλλόκοτης μυθιστορίας Χρήστος Χρυσόπουλος ξέρει πολύ καλά να κρατά την απόστασή του από την εν μέρει επινοημένη μούσα του, φέροντας εις πέρας κάτι που τολμώ και αποκαλώ ποίηση, εφόσον, με τους όρους της Ράιντινγκ, η ποίηση είναι ο μόνος τρόπος να μιλήσεις για την αλήθεια, αν ο ποιητής απαλλάσσει το ποίημα από την παρεμβολή τού Εγώ του.

Με τρόπο καινοτόμο για τα ελληνικά δεδομένα, ο Χρυσόπουλος μας χαρίζει ένα ποίημα που ο ίδιος εντάσσει ειδολογικά στο μυθιστόρημα, και που είναι από πολλές απόψεις τέτοιο – διαφορετικό βέβαια από τα προηγούμενά του βιβλία για τα οποία κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπήρξαν υποδηλωτικά μιας τέτοιας «στροφής». Με το μυθιστόρημα αυτό υπονοείται ίσως έτσι πως η γραφή της μυθιστορίας[2], όπως αποτυπώθηκε στο χαρτί, είναι και ό,τι προηγείται αυτής (εδώ η μελέτη της ζωής της Λώρας και η περιπλάνηση στα μέρη που έζησε) αλλά και ό,τι έπεται εκείνης (η αυτοκριτική του συγγραφέα, που το χαρακτηρίζει ως «μυθιστόρημα-αρχείο»). Ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κάθε ιστορία φέρει το σπέρμα της προϊστορίας της και εμπεριέχει παράλληλα τη μεταϊστορία του εμπνευστή της; Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο ισχύει, γιατί να πρέπει να αποσιωπηθεί; Γιατί να μη θεωρείται μυθιστορία το σύνολο της συγγραφικής εμπειρίας; (Γιατί να μην γίνει ο ποιητής ποίημα;)

Εδώ η γραφή, παρότι χωρισμένη σε είδη γραπτού λόγου (εξού και η ύπαρξη πίνακα περιεχομένων σε μυθιστόρημα, κατά τη γνώμη μου ειρωνική, ως σεβασμός μεν του συγγραφέα προς τις παραδεδομένες ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις αλλά με ένα «ναι μεν αλλά» να αιωρείται φαντασμαγορικά) υπηρετεί ένα και ενιαίο συγκινησιακό ύφος-γλώσσα, που μέσα στις ψευδοδηλώσεις της δικαιώνει τον αγώνα της Λώρας Ράιντινγκ για την αλήθεια. Όπως έγραψε ο νεοκριτικός I.A. Richards (Science and Poetry, 1926) μια ψευδοδήλωση «νομιμοποιείται εξολοκλήρου από την επενέργειά της να απελευθερώνει ή να καθορίζει τη στάση μας»[3].

Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, διασκεδάζοντας τις προσδοκίες των αναγνωστών, αξίζει να ιδωθεί ως ένα έργο άρρηκτα συνδεδεμένο με τις προθέσεις του δημιουργού, πράγμα που δεν αντιφάσκει ακριβώς στους κανόνες της Νέας Κριτικής (της οποίας η Λώρα υπήρξε υπέρμαχος) εφόσον οι προθέσεις εδώ μοιάζουν σύμφυτες με το σώμα του κειμένου. Με λίγα λόγια, η μυθιστορία-ποίημά του αποτελεί -σε συνδυασμό και με το φωτογραφικό υλικό που χρησιμοποιεί- την αντανάκλαση του σπασμένου ειδώλου της Λώρας και της Μαίρης. Ο Χρυσόπουλος δεν αποκαλύπτει στοιχεία της βιογραφίας της σε πλήρη και γραμμική αφήγηση, ούτε προβαίνει σε προσωπικές συμπερασματικές αναλύσεις της απόπειρας αυτοχειρίας της (την οποία η ίδια αρνούμενη περιέγραψε ως απλό πήδημα από το παράθυρο), μήτε της ζωής της έξω από τις λέξεις (εφόσον ο δημιουργός δεν μπορεί να απαλλαγεί από δαύτες) μα φωτίζει κάποια στιγμιότυπα -σαν τη φωτιά της Γερτρούδη Στάιν- ενός βίου που αποσκοπούσε στον αυτο-αφανισμό του και στην αποσιώπηση της καλλιτεχνικής του υπόστασης. Εκείνο που επιτυγχάνει πλήρως είναι μια λεκτικά εικαστική εξύμνηση της Λώρας Ράιντινγκ, γνωστής για την αποκήρυξη της ποίησης το 1941. Αποτυπώνει σπαρακτικά την πάλη ενός ποιητή με τις λέξεις, την αρχική του πίστη σε αυτές και την τελική αποκήρυξή τους ως ανίκανες να ενσαρκώσουν την αλήθεια. Συμβολικά, το επίθετο Ράιντινγκ απουσιάζει από τον τίτλο του βιβλίου. Μπορεί και να είναι περιττό για κάποια γυναίκα που γίνεται στις δικές του λέξεις τώρα το ίδιο το ποίημα.

Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον είναι ένα βιβλίο «κατακερματισμένο» με μελέτη, εν τέλει θανάτου μελέτη και μια θυσία της λογοτεχνικής λογικής στο βωμό της λογοτεχνικής αλήθειας, με ένα ανελέητο πηγαινέλα στην κλινική «Κινγκς Κρος» της Λώρας και στη δικαιοσύνη των έμφυτων ανθρώπινων αντιφάσεων.     

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό βακχικόν (τεύχος 5)


[1] «Εγκλωβισμένη σε μια μισο-ειπωμένη ιστορία». Μετάφραση του Χρήστου Χρυσόπουλου (σ. 15) της αγγλικής φράσης «Stranded in a half-told tale», που ανήκει στη Λώρα Ράιντινγκ και μνημονεύεται στο ημερολόγιό της (Απρίλιος 1929).

[2] Επιλέγω τον όρο «μυθιστορία», την  ελληνική απόδοση του ευρέως αποδεκτού όρου στην Ευρώπη για το μυθιστόρημα «roman».

[3] M.H. Abrams, Λεξικό λογοτεχνικών όρων (Θεωρία, ιστορία, κριτική λογοτεχνίας), μετάφραση Γιάννα Δεληβοριά, Σοφία Χατζηιωάννου, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2005, σ. 297.

26
Ιαν
09

Αντώνης Γεωργίου, Γλυκιά Bloody Life, Το ροδακιό, Αθήνα 2006, σελ. 163

glykia180Ο Αντώνης Γεωργίου, με τη συλλογή δεκαπέντε διηγημάτων του, Γλυκιά Bloody Life, κάνει το ντεπούτο του στον πεζό λόγο επιδεικνύοντας μια έμφυτη μαεστρία, αυτή του συγγραφέα-πρωτάρη. Σαν εκσκαφέας ετερόκλιτων εμπειριών μαζεύει αδιακρίτως, χωρίς ιδεολογικές και αξιολογικές διαβαθμίσεις, πρωτογενείς ύλες από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του τόπου του, ως δόκιμες ύλες αισθητικής μετουσίωσης. Έχοντας ένα «τι» στη διάθεσή του μεταβαίνει απευθείας στο «πώς», στον τρόπο που θα καταστήσει την ιδιομορφία της ζωής των κύπριων ηρώων του προσεγγίσιμη, και μάλιστα ενδιαφέρουσα, στα μάτια ενός ελλαδίτη αναγνώστη.        

Αραδιάζει λοιπόν διάφορα ζητήματα, απηχήσεις της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας στο μάκρος της γλυκόπικρης Ιστορίας της. Στα διηγήματά του παρελαύνουν, σάμπως αβασάνιστα και αβίαστα, όλα μαζί: οι μνήμες της αγγλικής και τουρκικής κατοχής, τα μετα-τραυματικά κληροδοτήματά της, ο νόστος, οι χήρες των προσφύγων και τα ορφανά, η μοναξιά πάσης ηλικίας, οι αποτυχημένοι έρωτες και ο μη εκτονωμένος σεξουαλισμός, τα κοινωνικά ταμπού και ο ρατσισμός, η ενσωμάτωση των μεταναστών -και κυρίως μεταναστριών «καλλιτέχνιδων»- από τη Ρωσία, γενικά, το ψυχολογικό κενό μιας επίπλαστης οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης. Τα θέματα αυτά παρουσιάζονται όμως σαν σπαράγματα εμπειριών, τα μαθαίνουμε μέσα από την πορεία αυτοσυνειδησίας -σε μονόλογο τις πιο πολλές φορές- των ηρώων. Γιατί υπάρχουν πολλές αλήθειες στις ιστορίες αυτές, αλήθειες που συναιρούνται σε μία, στην αλήθεια της «ύπαρξης» έναντι της αλήθειας τού «είναι».

Για το λόγο αυτό, στα διηγήματα αποκτούν ζωή ποικίλοι ήρωες. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, καθώς αναθυμούνται, κάποτε με πλήρη γνώση των γεγονότων της Ιστορίας και κάποτε με μια ημιμάθεια φορτισμένη από κάποιο ασαφές ένστικτο ως προς τις ηθικές αξίες, είναι σύγχρονοι ήρωες με παλιομοδίτικες αντιλήψεις, τόσο σύγχρονοι όσο προσπαθούν να συνταυτίσουν το παρόν με το παρελθόν τους, παρουσιάζοντας τα συμπτώματα μιας εσωτερικής σύγχυσης, ασυνειδητοποίητης μάλλον, από τις απότομες αλλαγές που υφίστανται στον τρόπο ζωής τους. Μονολογούν, ο λόγος τους ρέει ελαφρώς δυσνόητα, σαν σε παραλήρημα, και ο αναγνώστης παρακολουθεί δυο-τρεις ιστορίες να συμπλέκονται, με αφορμή κάποιον τυχαίο συνειρμό. Ο πόνος της Λουθ Μαρία σε λατινοαμερικάνικη τηλεοπτική σειρά, φερ’ ειπείν, αντικατοπτρίζει για την ηρωίδα τού πρώτου διηγήματος τον πόνο της ορφάνιας της τον καιρό της αγγλικής κατοχής. Οι μεγαλύτεροι ήρωες ζουν χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά από τη σύγχρονη κοινωνία, σε ορισμένες περιπτώσεις όμως φέρουν και αντιλήψεις προοδευτικότερες από εκείνες των νεοτέρων.

Οι νεότεροι ήρωες, κάπου στα 30-45, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ένα χωροχρόνο που τους παρέχει τη δυνατότητα μόνο για ψευδαισθήσεις, μια που τα οράματά τους είναι μεγαλύτερα από τις δυνατότητες που τους προσφέρει ο τόπος τους: «είναι και ο τόπος μας μικρός, οι πόλεις μας επαρχιώτικες και τα όνειρα θέλουν πεδιάδες και ατελείωτους δρόμους, ουρανοξύστες [...] είναι και η θάλασσα βέβαια αλλά αυτή τη γεμίσαμε τουρίστες». Πνίγονται μέσα στα θέλω τους, αν ζούσαν στο Χόλιγουντ σίγουρα θα ήσαν μοντέλα ή ηθοποιοί!, ενώ όσοι είχαν την ευκαιρία να ταξιδέψουν, φαίνεται πως ταξίδεψαν σε χώρες που η εποχή, ή το κόμμα, προδιέγραψαν: στην «bloody» Αγγλία, στην οποία η Κύπρος διετέλεσε αποικία, και στη Ρωσία, όπου πολλοί αριστεροί σπούδαζαν με υποτροφία κατά τη δεκαετία του 1990. Τα ταξίδια αυτά μάλλον περιόρισαν το βαθμό ευτυχίας των ηρώων, είτε γιατί μέσα από αυτά μεγάλωσαν απότομα και τραυματικά, καθώς γνώρισαν τις σκοτεινές πτυχές της ζωής, είτε γιατί ο ξενιτεμός τους κατέστη με την επιστροφή τους στοιχειό της μνήμης, ανολοκλήρωτο όνειρο σε μια χούφτα γη.

Άλλοι, οι άνδρες συνήθως, που δε γνώρισαν τίποτα συνταρακτικό άλλο από τη ζωή των άλλων, περνούν την ώρα τους στη φαντασίωση ερωτικών περιπτύξεων, τις οποίες ουσιαστικά είναι ανήμποροι να γευθούν. Ενώ κάποιοι, με ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές κατευθύνσεις, ασφυκτιούν μέσα στην αδυναμία τους να ζήσουν ελεύθερα μιαν αγάπη με συνέχεια. Το θέμα είναι βέβαια η αγάπη -που απουσιάζει-, οι γυναίκες, παρότι πιο τολμηρές στις διεκδικήσεις τους, υποφέρουν από τη μάστιγα των κοινωνικών διακρίσεων. Και φαίνεται πως ο ρατσισμός (ως προς την καταγωγή, τις ηλικιακές διαφορές ή τη σεξουαλική ταυτότητα) αποτελεί ένα από τα ψεγάδια μιας κατ’ επίφαση σύγχρονης κοινωνίας: εκεί όπου η αγάπη παρουσιάζεται εφικτή τεμαχίζεται στο τραπέζι κοινωνικών επικρίσεων και, έτσι, καταργείται. Σε σχέση με τους μεγαλύτερους ήρωες, οι νεότεροι φαίνεται να αντιλαμβάνονται καλύτερα την πραγματικότητα, υποφέρουν τουλάχιστον συνειδητά, απλώς δε βρίσκουν διέξοδο.   

Τα διηγήματα του Αντώνη Γεωργίου, αν και με έντονα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κοινωνικοψυχολογικά. Ιχνηλατούν τις συνέπειες της πολιτικής Ιστορίας της Κύπρου στην κοινωνία και, κατ’ επέκταση, τις πιέσεις μιας κλειστοφοβικής κοινότητας στη ζωή των ηρώων. Η ζωή του καθενός ήρωα είναι διάστικτη από ποικίλα ψυχολογικά συμπλέγματα, τα οποία ο καθένας παλεύει να αντιπαρέλθει με τον τρόπο του, με κοινό παρονομαστή τις δυνατότητες στη χρήση της ομιλίας. Η γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο της σκέψης των ηρώων· χωρίς την ιδιοτυπία της κυπριακής διαλέκτου -η διάλεκτος παραλλάζει ανά ήρωα, οπότε έχουμε πολλές «γλώσσες-διαλέκτους»- οι ήρωές του δε θα μπορέσουν να εκφραστούν ελεύθερα, αυθεντικά. 

Επειδή εκφράζονται όμως αυθεντικά, στον «ισολογισμό» των αληθειών τους, επιτυγχάνεται μια αίσθηση ρεαλισμού, μια ευλογοφάνεια στην παρουσίαση της πραγματικότητας γενικότερα. Ο Αντώνης Γεωργίου προσφέρει μια λογοτεχνική αντικειμενικότητα των υποκειμενικοτήτων, θεματολογικά και μορφολογικά. Ίσως έτσι εξηγείται το γεγονός πως, πού και πού, αν και γράφει στο τρίτο πρόσωπο, μοιάζει να βρίσκει μέσα από τους διαφορετικούς βασανισμένους ήρωές του τον εαυτό του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι εύστοχος: «Γλυκιά» είναι η ζωή, αλλά φέρει τις αμυχές μιας «αιματηρής» χώρας – αγγλικής αποικίας που θέλει διακαώς να απεγκλωβιστεί από τους περιορισμούς τής «δοτής» της ζωής ούτως ώστε να βρει τον εαυτό της. Ο τίτλος συναιρεί, βέβαια, τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων.

 

Η παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιέυτηκε στα (δε)κατα, τεύχος 10.

Ο Αντώνης Γεωργίου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (Κύπρου) το 2007.




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 49,209 hits