Αρχείο για την κατηγορία 'exwtico-κείμενα'

03
Ιουλ
09

Μνήμες πνιγμού

drowning

Όταν ξαπλώνεις στο νερό αφουγκράζεσαι τον ήχο του κοχυλιού σε μεγέθυνση. Το χτύπο της καρδιάς σαν ξέφρενο ταμπούρλο και τις σκέψεις να δονούνται διευρυμένο ναρκοπέδιο. 

Είναι μια αλλόκοτη μάχη. Σαν τις άλλες δεν είναι δηλαδή. Γιατί είσαι πάντα ανάμεσα στο παιδικό σώμα που η μαμά κρατούσε μη και βυθιστεί και σε κάποιου πρωτόγονου πίνακα την ώριμη γυναίκα που αναζητά τους απογόνους της.

Η άνωση σ’ έκανε και επέπλεες. Τίποτα άλλο. Ένας ξερός φυσικός νόμος, κάποιος Θεός ξεψυχισμένος ή ανάποδα: το θαύμα. Όπως ο άνθρωπος που κάνει πως σε κρατά κι εκείνο που μένει είναι η ομορφιά μιας χειρονομίας.  

Στην αρχή αυτό που συνέβαινε ήταν κινητήρας σε στάση, πανικός: «Βυ-θί-ζο-μαι». Αλλά και παρηγοριά: «Η θάλασσα είναι ένα κοχύλι που ανασαίνει και μπορείς να πνιγείς στην ανάσα του».

Έτσι εσύ που με αγαπάς να μιλάς δεν φοβάσαι, γιατί η αγάπη είναι πάντα εκεί και σε λικνίζει στη φανταστική κούνια του νερουλού μυαλού μου.

Είναι σαν να έλεγε από πάντα «Δεν πρόκειται να βυθιστείς γιατί η μαμά σε αγαπάει, η μαμά δεν θα σ’ άφηνε ποτέ να βυθιστείς όταν δεν ξέρεις τον τρόπο να επιπλέεις». Κι εγώ ταραγμένος από τη γραμματική να φωνάζω «Μαμά, μην αλλάζεις το ρυθμό της ανάσας», γιατί «Η μαμά δεν θα σ’ άφηνε ποτέ, να βυθιστείς όταν δεν ξέρεις τον τρόπο να επιπλέεις».

Στην ουσία δεν υπάρχει νερό, παρά μόνο ο εφιάλτης του, καταπώς μια μέρα προχώρησα στο απέραντο της θάλασσας δίχως να γυρίσω, γιατί ήξερα πως τα τρανταχτά γέλια της οικογενείας στέκονταν πελώριο σύννεφο πάνω από την απουσία μου.

Ο πνιγμός είναι κάτι σαν θιγμένη μοναξιά που ψάχνει τις ανάσες της. Μετρώ εν-δυο-τρία, εν-δυο-τρία, αυτή τη φορά μετρώ δυνατά, μέτρα κι εσύ, ξανά και ξανά, και δώσε στον κακό τον καρχαρία άλλη μια ευκαιρία.

25
Ιουν
09

“‘Ενα τραγούδι για το φεγγάρι”

x-ray-kiss

Πρώτα της έτεινε το χέρι. Ήταν η μέρα ηλιόλουστη κι οι αντιστάσεις της έγιναν καπνός, ιερός καπνός. Πυθία. Ερχόταν —νόμιζε— ο έρωτας. Ή μάλλον ήταν έρωτας. Ή μάλλον ήταν ερωτευμένη. Ή μάλλον ήταν κάποια σαν τη Ζαν του Μοντιλιάνι. Θα θυσίαζε τα πάντα στο βωμό τού Έρωτος, στην ιδέα τού φτερωτού Έρωτος, τίποτ’ άλλο δεν θα ’ταν από ’νας σε κυοφορία αμνός, μονάχα ολίγον αυτόχειρ, ήταν βεβαίως ολίγον αυτόχειρ, γενναιόδωρη ωστόσο αυτόχειρ, τα πάντα θα τα θυσίαζε.

Το μεγαλύτερο ψέμα το ’χεις πει στον εαυτό σου.

Χέρι ταχυδακτυλουργού. Ιερή χειρονομία, ιερή αύρα που ξεπηδά λευκός καπνός απ’ το σκοτάδι, το δυσερμήνευτο ήταν, που μόνο κάποιος ποιητής της ζωής ή κάποιος ποιητής από ζωή μπορεί να αισθανθεί. Θέλω να πω, ο έρωτας είν’ αυτό που είναι, επειδή υπάρχει κάποιος άλλος, κάποιος σπουδαίος άλλος, να τ’ αναγνωρίσει, ο έρωτας δέσμιος, δέσμιος του βλέμματος, και ο έρωτας, όσο ηλίθια φευγάτος κι αν είναι, αυτό τουλάχιστον το γνωρίζει: είναι επιδειξιμανής και φαινομενολάτρης. (Εδώ, ολάκερος κόσμος είν’ ανύπαρκτος, αν δεν τον βλέπεις.) Όσο πιο ποιητικό το βλέμμα (ας πούμε πιο ιδεαλιστικό), τόσο πιο εύκολα αφήνεται στον έρωτα, στην ιδέα του, και τόσο ο έρωτάς του γίνεται ένθεη μανία: εστιάζει πολύ, πολύ σε κάτι, ώστε απ’ τον πολύ καπνό    

Πια τίποτα δεν βλέπεις.                       .

Η Πυθία πιωμένη.  Με κόρη ματιού που διαστέλλεται, είν’ έτοιμη να εκραγεί η κόρη, στομάχι χρήστη πάει να σκάσει. Έχεις σκάσει. «Έστι δίκης οφθαλμός ός τα Πανθ ’ορά». Σκασμένη, κροτίδα σκασμένη, η δικαιοσύνη: εισβολές, χρέη, ορφάνια, έγκλημα, δημόσια ελλείμματα, σπασμωδικές ανταρσίες μα συνολική απραγία, μικροπρεπείς ίντριγκες, σε μεγέθυνση το στήθος κτλ. κτλ. κτλ. Εμένα, το λοιπόν, η γλώσσα μου κολλάει. Θα ’ναι απ’ το πολύ το μαύρο. Εκείνος ο μαύρος. Κι έρχεται σκέτο σαρδόνιο σαρδάμ.

Καλέ μου Παλαιστίνιε, έχεις ένα χέρι, μου ζητάς και δεύτερο;

Ο έρωτας όμως τίποτα δεν ζητάει. Κρασοπότηρο κρατάει και σ’ το χαρίζει το χέρι ο έρωτας. Πρέπει να πεις το ναι, να πιεις το ναι, αλλιώς τα ’φαγες ή σ’ έφαγαν όλα τούτα τά «και τα λοιπά». Δεν ποθείς άραγε λάγνα ό,τι σε φέρνει σε κατάσταση ανεύθυνης αχρησίας; (Άπλωσε απλώς απρεπώς, απλανή αχρηστοχέρη, χέρι!) And keep walking, you dude keep flying, fly, Ζαν, αλά αραβιστάν κι αυτοπυρπολίσου, μια μαγεμένη είσαι μαγισσούλα, σαβουριασμένη είσαι από ’να σκουπόξυλο. Θα φάει, θα κοιμηθεί, θα ταξιδέψει — η φανταστική πραγματικότης ένα φλογερό Πανόραμα. Απ’ τον καπνό στις φλόγες, αλλιώς  

Όπιο.

Επιεικής θρησκεία εναλλακτική εποχή New Age. Οι φυλακισμένοι αντιδρούν επιτέλους, επιτέλους τα παιδιά τούς κάδους καίνε, ο δικομματισμός επιτέλους γίνεται μονοκόμματος, επιτέλους επέρχεται στα φύλα ισότητα (αυτό δεν ήθελες;), επιτέλους, επιτέλους, θέλω να πω, όλοι τώρα θα δουλεύουμε και θα δουλευόμαστε ισόχρονα (και η ηλικία θνησιμότητας σταδιακά θα εξισωθεί). Τώρα πια κανείς δεν θα  καταναλώνει αλόγιστα μέσω Visa. Με όλη τη λογική του θα μπορεί να κατακάψει με Visma.

Δεν θα πάρεις, λες όχι;

Darling, «The New Age is only a Decrepit Old Age». Λοιπόν

Αφέσου, τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει. 

Αφέσου σ’ όποιον σου τείνει ένα χέρι

Το χέρι χάσκει εκκρεμές,                   σε υπνωτίζει.

Αφέσου στ’ αφιόνι.

Πρώτα σου το τείνει το χέρι. Αν δεν αυτοπυρποληθείς, το χέρι σε στραγγαλίζει.  

Κατά βάθος, αγάπη μου, σε ήθελα από πάντα, πάντα στραγγαλισμένη.  

Κάποιον εφιάλτη πρέπει να ζούμε εσύ κι εγώ. Στεκόμαστε μ’ εξαντλημένα επιχειρήματα και υποτροπιασμένο ύφος.

Έτσι είν’ οι σύγχρονοι ερωτευμένοι

επί του τέλους. Προτού το χέρι σου κοπεί, αυθαδιάζει, στην καλύτερη θ’ αυθαδιάσει, με το δίκιο τής πυγμής του: Όπως τον ηγέτη του ο λαός, έτσι κι εσύ εμένα είχες επιλέξει                    

λοιπόν, σκασμένε, τι κάνεις, τι κάνεις, έι σκασμένη, τι κάνεις επιτέλους

από Έρωτα;
  

«η σκλαβιά –σωστά- πίκρες οπόχει

ελάτε όλοι και κάντε

το σταυρό σας

(ένας σταυρός ποτέ

δεν πάει χαμένος)

κυττάξτε

αλλά κυττάχτε γρήγορα:

δύει το φεγγάρι»

                                                                                               Νίκος Εγγονόπουλος

 

 

Δημοσιευμένο στο τεύχος “Έρως” (αρ. 18) του περιοδικού (δε)κατα

13
Δεκ
08

Ανάμεσα σε χαμό και χάος

kounies

Ανάμεσα σε χαμό και χάος δεν ξέρεις στ’ αλήθεια τι να αποφασίσεις. Υπάρχουν απαράβατες αρχές μέσα σου όπως το να θεωρείς την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής καταδικαστέα. Υπάρχει παράλληλα και ένα αντίβαρο: η βία φέρνει βία και πως όταν η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε αλληλοδιαδοχή χτυπημάτων αποκτά όχι μόνο διπλή μα και δυσοίωνη όψη. Έπειτα έρχεται στο προσκήνιο μια επιπλέον σκέψη: η αλλαγή κατανοείται μόνο ως ριζική. Η σωφροσύνη δεν έχει κάνει μέχρι στιγμής πολλά προς αυτή την κατεύθυνση.   

Διασχίζοντας το δρόμο για το σπίτι παρατηρώ πολλούς νέους μαζεμένους σε ένα ίντερνετ καφέ, με τα μάτια πρησμένα από το τρισδιάστατο της οθόνης, ενώ έξω άλλα παιδιά διεκδικούν, με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, την επαναφορά της ζωής σε μιαν ανθρωπινή κανονικότητα. Λέω ΝΑΙ στη διεκδίκηση της κανονικότητας (normality), ΝΑΙ το δίχως άλλο. Μα αυτή η κατάφαση είναι τόσο αθώα και μπερδεύεται εν αγνοία της σε ένα ξένο κουβάρι από καταπιεσμένα ένστικτα, καιροσκοπικές στοχεύσεις, αμοραλισμό και σαδισμό και τρομολαγνεία ώστε τα κεριά της ειρήνης να τα φτύνουν οι φλόγες και τη φωτιά του μένους τα συντρίμμια. Μόνο οι αθώοι οραματιστές μπορούν στις μέρες μας να βγουν στους δρόμους άφοβα, μα είναι οι ίδιοι που ενδέχεται από αφοβία και άγνοια να αυτοκαταστραφούν ή να χειραγωγηθούν από ετερόκλιτους τρίτους, που αποτελούν, ώς επί το πλείστον, περιπτώσεις ψυχασθένειας. Στον τελευταίο γύρο κερδίζει ο πιο αδίστακτος. Ο πιο «ισχυρός». Εκείνος που θα κοιτάξει την αθωότητα, θα την υπολογίσει ως ασθενή, και θα τη βατεύσει μέχρι θανάτου. Στο τέλος κερδίζει ο θρασύδειλος. Θρασύδειλος όποιος φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Θρασύδειλος ο λυκάνθρωπος στο φως.

Ακούς ένα αγγελικό παιδί μια σπιθαμή να φωνάζει «Θα μπορούσε να είμαι εγώ!», και θες να κλάψεις, και θες να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, γιατί ξέρει να κάνει από τη φύση του πράξη την ενσυναίσθηση (ο Ντέιβιντ Λιντς είναι μάστορας στην αντιστροφή των ρόλων, της «Inland Empire») ενόσω εμείς οι πιο μεγάλοι (και λερωμένοι) πασχίζουμε με τη λογική και την εντροπία να νιώσουμε τον πόνο του διπλανού (και είναι πράγματι σπουδαίο κατόρθωμα το γεγονός πως πασχίζεις έστω γι’ αυτό, μα αυτό δεν φτάνει).

Από ένα παιδί απουσιάζει η γνώση της γνώσης του. Έχει μονάχα τη διαίσθηση, τι να την κάνει τη γνώση; Έχει κι αυτή τα κακά της. Αυτοσυντηρείται στο καβούκι της. Αν όμως προλάβει την ηλικία της λογικής, και δεν το έχουνε ήδη φάει τα ΜΑΤ ή κάποια Νεο-Χωροφυλακή ή η μανία του ανθρωποκυνηγητού ως αντίποινα, και συνασπιστεί με πολλούς όμοιούς του, ίσως φτιάξει μια κοινωνία που θα είναι και κράτος.

Οραματίζομαι μιαν αντίσταση με πέλματα και σιωπή. Έξω από τα γραφεία, έξω από τα σπίτια, έξω από κάθε έννοια προγράμματος (Διαβάζω το δοκίμιο του Καντ «Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό» όπου γράφει πως για τον άνθρωπο δεν είναι δυνατή η προγραμματισμένη ιστορία εφόσον ούτε καθαρά λογικά μα ούτε και εντελώς ενστιγματικά πράττει). Θέλω Έξω στους δρόμους! Έξω δίχως να λέμε ή να κάνουμε τίποτα. Έξω-έξω ο εαυτός μας, εκεί έξω, μέχρι να παραλύσει η κανονικότητα του ρολογιού και να επέλθει η κανονικότητα της ύπαρξης. Μέχρι να ξαναγίνουμε άνθρωποι. Μέχρι που ο κάθε ανθρωπάκος θα συνειδητοποιήσει πως ζει ανάμεσα σε ανθρώπους και όχι ανάμεσα σε ζώα (ανδρείκελα). Μέχρι που το σώμα θα ξεράσει τον ψυχικό του καρκίνο. Μέχρι που το ζώο μέσα μας θα ξεψυχήσει.    

Ακόμη κι αν δεν προλάβουμε κάτι τέτοιο να το ζήσουμε, μπορούμε να επενδύσουμε στη ζωή των άλλων. Αυτό θα ήταν ηρωισμός.

28
Σεπ
08

Κανείς ποτέ τίποτα…

Είναι γνωστό πια πως αν δεν βροντοφωνάξεις, αν δεν κλάψεις, αν δεν σωριαστείς κάτω στο πάτωμα κανείς ποτέ δεν σε παίρνει στα σοβαρά. Για την ακρίβεια, μπορεί και να μη σε πάρει κάποιος στα σοβαρά ακόμη κι αν στείλεις όλα αυτά τα σήματα κινδύνου (αν προλάβεις, βέβαια), εφόσον οι περιπτώσεις προσποίησης είναι ανησυχητικά πάμπολλες. (“Πώς να σου πω το σ’ αγαπώ να το πιστέψεις;” — Κάπως έτσι). Είναι σχεδόν βέβαιο πως άνθρωποι που βρίσκονται όντως σε καταστάσεις κινδύνου δεν λένε τίποτα. Δεν μιλάνε. Δεν παραπονιούνται. Το πράγμα δηλαδή πάει κάπως ανάποδα. Μέχρι που μια μέρα γίνεται μια έκρηξη, που μοιάζει παράλογη σε σχέση με τον τρόπο που γίνεται ή το τι προηγήθηκε. Μερικές φορές η έκρηξη αυτή είναι και μοιραία. (Αυτοκτόνησε, λέει, στο στρατό).

Σε αυτή την παράγραφο θα περιέγραφα real stories, αλλά δεν υπάρχει χρόνος. Είναι πολλές. Είναι και πολύ προσωπικές. Πάμε παρακάτω.

Η ψυχή, σε στιγμή πίεσης, ψάχνει διέξοδο, ψάχνει έναν τρόπο να βγει από την κρύπτη. Λίγο πριν επαναστατήσει, κανείς δεν την παίρνει μυρωδιά, όλα κυλάνε κανονικά. Ο κόσμος συνεχίζεται όπως πάντα. Γιατί υπάρχει και μια ενοχή, ελληνοχριστιανικού τύπου, που σε κάνει να σκέφτεσαι: “Ο κόσμος πεινά πραγματικά κι εσύ που είσαι χορτασμένος παραπονιέσαι για το στομάχι σου;”

Η καθημερινότητα όμως είναι αδίστακτα σκληρή, και αυτό που συμβαίνει σε όλους όσοι ζούνε, ή θέλουν να ζήσουνε, λέγεται αργός θάνατος. Αργός θάνατος είναι και ο φόβος: Φοβού το φόβο φόβο φέροντα.  

Θα ήθελα η επιστήμη να εφεύρει ένα “διαθεσόμετρο” για λόγους πρόληψης. Ίσως έτσι οι φυλακές, τα ψυχιατρεία και τα σοκάκια της Αθήνας, μα και τα σπίτια και τα δωμάτια, να άδειαζαν από την τρέλα. Βέβαια ίσως έτσι να μην είχαμε την ποίηση, μα ποιος τη χρειάζεται όταν η ζωή γίνεται ποίηση; Εκτός κι αν ένα τρωκτικτό cyborg έρθει και σώσει την κατάσταση. Θα δούμε.

Πάμε παρακάτω. Σ’ ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό άρθρο του Ευγένιου Αρανίτση της στήλης “Παράδοξα” πριν από κάποιες βδομάδες.

Υγρ.: 1. Να μην ξεχνάμε να προσέχουμε τους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας. Μας μιλάνε ακόμη κι αν σωπαίνουνε. 2. Να μην ξεχνάμε να βγαίνουμε πού και πού από το σώμα μας. 3. Να μην ξεχνάμε τις προεκτάσεις του χεριού μας. 4. Να αγκαλιάζουμε αυτούς που αγαπάμε και να τους θυμίζουμε το πόσο καταπληκτικοί είναι. 5. Να φροντίζουμε λίγο το μέσα μας παιδί που το έχουμε φιμώσει για να μη σιγοκλαίει.  

 

Ευγένιος Αρανίτσης, «Βαρέα και ανθυγιεινά» (Παράδοξα), Ελευθεροτυπία, 14/09/08

Η κοινωνία έδειχνε κάποτε την τάση να αποσιωπά την εκδήλωση ψυχικών νοσημάτων εφόσον αυτά ήταν συνδεδεμένα με τις επιδράσεις του διαβόλου πάνω στο πνεύμα. Υπήρχε η τάση να ερμηνεύεται η πνευματική διαταραχή σαν μια ενδόμυχη εξόφληση αμαρτιών. Έτσι, οι συγγενείς και οι φίλοι, ξέροντας ότι οι αμαρτίες της ανθρωπότητας συνέκλιναν σ’ έναν κοινό παρονομαστή, απέφευγαν να σκαλίζουν τις αμαρτίες των διπλανών τους, ώστε να απομακρύνουν προστατευτικά το βλέμμα της περιέργειας απ’ τις δικές τους. Ιδού πώς έγινε και η Ελλάδα κράτησε το πρωτείο στις περιπτώσεις ψυχασθενών που κυκλοφορούσαν χωρίς κανείς να (ομολογεί ότι) τους θεωρεί τέτοιους, πράγμα που είχε πολύ συχνά σαν επακόλουθο την επιδείνωση της κατάστασής τους ελλείψει ιατρικής φροντίδας. Το να είσαι τρελός ή έστω «λοξός» ήταν ντροπή.

Σήμερα πάλι, και παρά τις φανφάρες των αποφοίτων ψυχολογίας στην τηλεόραση, η μνεία της ψυχικής αρρώστιας ακυρώνεται εξίσου συστηματικά — εντούτοις δεν πρόκειται για μια δεισιδαιμονική απώθηση, αλλά για αποστάσεις που τηρούνται μόνον και μόνον επειδή ο ψυχισμός έπαψε να είναι της μόδας. Όντως, το μοντέλο της ψυχής έχει ξεπεραστεί απ’ τις εξελίξεις, πρωτίστως εκείνες που αφορούν το DNA. Σ’ έναν πολιτισμό που λατρεύει και ταυτοχρόνως μισεί το σώμα, για το οποίο σε υποχρεώνει να πιστεύεις ότι αποτελεί το μείζον, το περίοπτο αντικείμενο αναφοράς, φυσικό είναι να εννοείται η ψυχή σαν ένα είδος αδρανούς συμπληρώματος ή αξεσουάρ.

Στο επίπεδο των συνεπειών, αυτή η μονομέρεια, αυτή η νέου τύπου λογοκρισία της ψυχικής επικαιρότητας, διαπερνά την καθημερινή μας γλωσσική συμπεριφορά και μπορείς για παράδειγμα να ακούσεις τους εκφωνητές των ειδήσεων να σου λένε ότι το αεροπλάνο που διέσχισε την καταιγίδα έκανε αναγκαστική προσγείωση στις Μαλβίδες και ότι, ευτυχώς, κανένας απ’ τους επιβάτες δεν έπαθε το παραμικρό, που σημαίνει, αν μη τι άλλο, πως η ρητορική των ΜΜΕ δεν καταδέχεται να αναγνωρίσει τον δίωρο πανικό 150 επιβατών σαν πλήγμα, έστω αμελητέο. «Κανείς δεν έπαθε τίποτα» σημαίνει «κανενός το σώμα δεν έπαθε τίποτα».

 

6. Να ακούμε μουσική. Να ακούμε τι λένε και οι στίχοι των τραγουδιών. Να ακούμε μουσική δίχως να κάνουμε τίποτα άλλο. 7. Εκτός κι αν χορεύουμε.

Feeling Good

Birds flying high you know how I feel / Sun in the sky you know how I feel / Reeds driftin on by you know how I feel
Its a new dawn / Its a new day / Its a new life / For me / And Im feeling good
Fish in the sea you know how I feel / River running free you know how I feel / Blossom in the tree you know how I feel
Dragonfly out in the sun you know what I mean, dont you know / Butterflies all havin fun you know what I mean / Sleep in peace when day is done / Thats what I mean
And this old world is a new world / And a bold world / For me
Stars when you shine you know how I feel / Scent of the pine you know how I feel / Oh freedom is mine / And I know how I feel

youtube πιο κάτω:

1. Nina Simone

2. και σε διασκευή οι Muse

συγκρίνετε, διαλέγετε και παίρνετε

αφιερωμένα τα τραγούδια στη Χαρά

13
Σεπ
08

Θεωρητικές σκέψεις για την πράξη της τέχνης… με αφορμή

Διαβάζοντας την Τέχνη της γραφής, τσάκισα τις σελίδες που με ενδιέφεραν περισσότερο, ώστε να τις βρίσκω μετά αμέσως, και υπογράμμισα τα σημεία με τα οποία έχω περισσότερη συναισθηματική ταύτιση, έτσι για να δω αν στην επόμενη ανάγνωση θα συμφωνώ με τον εαυτό μου, ή αν θα έχω μεγαλώσει τόσο ώστε να θεωρώ αυτά που κάποτε με εντυπωσίασαν αυτονόητα. Αν θεωρήσουμε μάλιστα πως οι απόψεις μας για κάτι δεν πηγάζουν ακριβώς από τη λογική αλλά από πάγιες αρχές που ένας θεός ξέρει πώς φύτρωσαν μέσα μας με τέτοια απολυτότητα, θα ήθελα κάποια στιγμή ό,τι αξιώματα-ρήσεις αγαπώ να είμαι σε θέση να τα υποστηρίξω (ουσιαστικά να τα επενδύσω) με επιχειρήματα. Θα ήθελα δηλαδή η λογική μου να είναι πειστική, και, με τη γλώσσα της Ανν Σέξτον, «πιστευτή».

Αυτό πιστεύω εδώ και καιρό πως γίνεται τελικά, σε πολλές συζητήσεις παρατηρώ ανθρώπους να μιλούν για το ίδιο πράγμα απλώς με άλλες λέξεις, ή άλλους να λένε τα ίδια πράγματα μα να διαφωνούν μεταξύ τους. 

Ο βομβαρδισμός της γνώσης και, κυρίως, η μανία επιβολής της (συνήθως προς εντυπωσιασμό, συνήθως για λόγους ενίσχυσης κάποιου την ατροφική αυτοπεποίθηση) με ώθησαν τα τελευταία χρόνια -όταν έπαψα να είμαι φοιτήτρια κι όταν η θεωρία σταμάτησε να έχει τόση ζωτικότητα σε σχέση με τη δύσκολη επιβίωση και τα απτά κοινωνικά προβλήματα- στο να αρνούμαι τις κατηγορικές προσταγές όσον αφορά το πεδίο της αισθητικής. Κι όταν μου λένε «πρέπει όπωσδήποτε [η χαρακτηριστική έμφαση στο ό, μια «ερμηνευτική μετάφραση»] να διαβάσεις αυτό ή εκείνο» με μια εμφανή διάθεση για πατρονάρισμα, απαντώ απλά και ειλικρινά λέγοντας πως το εσωτερικό μου ρολόι τακτοποιεί τα πάντα ανάλογα με «ό,τι με κάνει να αισθάνομαι ωραία». Η ζωή είναι πολύ μικρή για να έχουμε τύψεις σχετικά με τέτοια θέματα. Μπορεί το να σέβεσαι την επιλεκτική σου άγνοια να σημαίνει πως γνωρίζεις κατιτί παραπάνω. (Ανάλογα με το πώς το στηρίζεις, φυσικά.)

Βέβαια στο μυαλό μου στροβιλίζεται, κάποιο καιρό τώρα, η άποψη της Σούζαν Λάνκερ που βρήκα στη Διάκριση του Pierre Bourdieu (εκδόσεις Πατάκη) και την οποία μεταφέρω αυτούσια: «…η μεγάλη τέχνη δεν είναι μια άμεση απόλαυση των αισθήσεων (a direct sensuous pleasure). Αλλιώς θα θώπευε -όπως τα γλυκά και τα κοκτέιλ- τόσο το απαίδευτο γούστο όσο και το καλλιεργημένο» (75). Ίσως λοιπόν να μη θέλω να διαβάσω τα άπαντα του Άγγελου Βλάχου, από την άλλη όμως δεν είμαι σε θέση να επικροτήσω τα γραπτά της Χρύσας Δημουλίδου. Μοιάζει με το κλασικό ερώτημα: Γιατί το να γράφεις ποιήματα είναι σημαντικότερο από το να πηγαίνεις στο γήπεδο; Είναι;

Αν αντικαταστήσεις απλώς τη θεωρία με κάποια άλλη, σύμφωνα με το νόμο του Festinger, στην Κοινωνική Ψυχολογία, δεν περιπίπτεις σε εσωτερική αντίφαση. Δεν αλλάζεις τη στάση σου, απλώς την εκλογικεύεις. Βρίσκεις κάτι που να αίρει αυτό που ο Καντ ονόμαζε αντινομία ανάμεσα στην καθαρή ευαρέσκεια και στην απόλαυση των αισθήσεων. (Πάει καιρός να διαβάσω φιλοσοφία, αλλά είναι πιθανόν η χουρσελιανή φαινομενολογία να έχει περισσότερη ισχύ στις μέρες μας.) Μήπως ακόμη όλες οι θεωρίες μας υπάρχουν για να αναιρεθούν, ανάλογα με τα στάδια αυτοσυνειδησίας μας κατά Χέγκελ; Για παράδειγμα, γιατί όταν είσαι 15 χρόνων ακούς φανατικά μέταλ (ως έφηβος έχεις θυμό), αλλά σαν μεγαλώσεις ακούς τζαζ; Και, πάλι, αυτό δεν ισχύει με όλους.      

Οι θεωρητικές συζητήσεις για το τι είναι τέχνη, τι πρέπει ή δεν πρέπει να διαβάζουμε, να ακούμε ή να γράφουμε, ποια κοινωνική χρησιμότητα έχει η λογοτεχνία στις μέρες μας σε σχέση με παλιότερα ή πώς οφείλει να γίνει χρήσιμη ή απτή ή κατανοητή ή αισθαντική και όλα τα συμπαρομαρτούντα είναι ζητήματα που απασχολούν όποιον ασχολείται με τις τέχνες και κυρίως όποιον παράγει τέχνη. Γιατί όταν τα έχεις σκεφτεί όλα αυτά και έχεις υποτίθεται καταλήξει, το ίδιο σου το γούστο σε προδίδει; Γιατί μας αρέσουν αντιφατικά πράγματα; Και γιατί να μη μας αρέσουν;  

Ο λόγος που μου άρεσε η Τέχνη της γραφής, για να επιστρέψω στο λόγο αυτής της ανάρτησης, ήταν διότι τα γράμματα του Τσέχοφ, τηλεγραφικά και κατευθείαν στο θέμα, στηρίζουν την ύπαρξή τους σε συγκεκριμένα κείμενα για το οποία του ζητήθηκε η γνώμη. Δηλαδή υπάρχει μια κίνηση από την εμπειρία στην ιδέα και όχι ανάποδα. Βέβαια, αυτό δεν αποδεικνύεται εφόσον δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε τις προβολές ενός ανθρώπου, ούτε καλά-καλά του ίδιου μας του εαυτού. Πάντως είναι πειστικός και πιστευτός και η πρόθεση μοιάζει αγαθή. Κι ας μη συμφωνούμε πάντοτε.

Άλλωστε οι συγκεκριμένες συμβουλές προς νέους συγγραφείς είναι λογοτεχνία εν εξελίξει, και υπό το πρίσμα αυτό η αλήθεια και το ψεύδος μοιάζουν περιττές αναζητήσεις: «Η ποίηση είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια», Τέοντορ Αντόρνο. Αυτό ήταν και το μότο του βιβλίου Ποιον αφορά η ποίηση – Σκέψεις για μια τέχνη περιττή (Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πόλις). Και όσα γράφει ο Τσέχοφ για την αλήθεια παρακάτω, που ανήκουν στο κεφάλαιο «Να είστε φιλαλήθεις» είναι δυνατόν να αναιρεθούν, γιατί η ανθρώπινη φύση είναι και δαιμόνια και ατελής (ανάμεσα σε άλλα).        

 Υγρ.: Συμφωνώ ως επί το πλείστον, αν καταλαβαίνω πράγματι το πώς ο Τσέχοφ χρησιμοποιεί τους όρους “πραγματικότητα” και “αλήθεια”.

Άντον Τσέχοφ, Η τέχνης της γραφής. Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

 

Ούτε αρωματοπώλης ούτε ζαχαροπλάστης

Ότι ο κόσμος «βρίθει από παλιανθρώπους, άντρες και γυναίκες» είναι αλήθεια. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι τέλεια, και γι’ αυτό θα ήταν παράξενο να υπάρχουν μόνο οι θεοσεβείς. Το να πιστεύουμε ωστόσο ότι είναι στις υποχρεώσεις της λογοτεχνίας να ξεχωρίσει από το σωρό των παλιανθρώπων το «σπόρο» σημαίνει άρνηση της ίδιας της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία θεωρείται τέχνη γιατί ζωγραφίζει τη ζωή έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Ο προορισμός της είναι η απόλυτη και έντιμη αλήθεια. Το να περιορίσουμε τη λειτουργία της στην ειδική αναζήτηση του καλού «σπόρου» είναι γι’ αυτήν τόσο θανάσιμο όσο εάν υποχρεώναμε τον Λεβιτάν να ζωγραφίσει ένα δέντρο με την εντολή να μη θίξει το λασπωμένο κορμό και το κιτρινισμένο φύλλωμα. Συμφωνώ, ο «σπόρος» είναι ωραίο πράγμα, αλλά ο λογοτέχνης δεν είναι ζαχαροπλάστης, ούτε καλλωπιστής, ούτε ψυχαγωγός. Είναι άνθρωπος υπεύθυνος, έχει υπογράψει συμβόλαιο με τη συναίσθηση του καθήκοντος και τη συνείδησή του. [...] Τι θα λέγατε αν ένας δημοσιογράφος, από αίσθημα αποστροφής ή από επιθυμία να ευχαριστήσει τους αναγνώστες, περιοριζόταν στην περιγραφή έντιμων δημάρχων, κυριών του καλού κόσμου και ενάρετων σιδηροδρομικών;

            Για τους χημικούς δεν υπάρχει στον κόσμο καμιά βρομιά. Ο λογοτέχνης πρέπει να είναι το ίδιο αντικειμενικός όπως ένας χημικός. Πρέπει να είναι απαλλαγμένος από την καθημερινή υποκειμενικότητα και να γνωρίζει ότι οι σωροί της κοπριάς στην εξοχή παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο, κι ότι τα κακά πάθη είναι χαρακτηριστικά της ζωής όσο και τα καλά.

Προς Μ.Β. Κισελιέβα

Μόσχα, 14 Ιανουαρίου 1887

06
Ιουλ
08

Αν ήσουν εσύ…

«Αν ήσουν εσύ, δεν θα έβγαζα τη μάσκα»

                                   (Λένα Πλάτωνος, Ντορούτσκα, Ημερολόγια)

 

1. Τα ημερολόγια, όπως και οι επισκέψεις στον ψυχολόγο αποτελούν μερικές φορές τη μεγαλύτερη πανουργία της παραμυθίας. Έχουν καταρχήν το δικαίωμα να είναι εξομολογητικά, αν θέλουνε και ακραία στην ειλικρίνειά τους, όπως θα επιθυμούσε ίσως ένας Νίτσε για τον άνθρωπο, δίχως το φόβο της αντικειμενικότητας (αν υπάρχει), των κανόνων αισθητικής (αν υπάρχουν) ή της λογικής αλληλουχίας (αν υπάρχει). Είναι ό,τι θέλουνε να είναι, για παράδειγμα, καρικατούρες της πραγματικότητας, δολιοφθορείς, γελωτοποιοί, φρενοβλαβείς, εγκληματίες, εφόσον εξυπακούεται πως ο λόγος που γράφουν (ημερολόγιο) και επισκέπτονται τον ψυχίατρο κάποιοι άνθρωποι είναι εξ ορισμού επειδή «δεν είναι καλά». Αλλά δεν αξιοποιούν πάντα την ευκαιρία που τους δίνεται να γίνουν καλά. Σου έδωσα το ελεύθερο, αλλά εσύ δεν ήξερες πώς… 

2. …«Δεν πας καλά», είπε στην Π. χθες ένας περαστικός  και εκείνη του απάντησε «Πάλι καλά», κάνοντάς τον να εκνευριστεί ακόμη παραπάνω. «Δηλαδή το παραδέχεσαι;» ρωτά. «Φυσικά!» επιμένει εκείνη χαμογελώντας. «Δεν ακούς τι λένε; Όποιος είναι καλά σε αυτή την κοινωνία που ζούμε είτε δεν είναι καλά (στ’ αλήθεια), είτε είναι ένα ζώον (με ν) και μισό (αρχίδι). «Α, εσύ δεν πας καθόλου καλά!» αντιδρά ο Α. «Είμαι η Δεν-Πάω-Καλά (η ΔΠΚ), χαίρω πολύ. Εσείς ποιος είστε;» ρωτά ειρωνικά. «Με λένε Α.», απαντά, «και είμαι κατά της ψυχανάλυσης». «Και γιατί είστε εδώ;» ρωτά η Π. «Ήρθα για τα χάπια», απάντησε…

3. Υπάρχει και το Ταχυφαγείον Λύση Προβλημάτων. Δεν είναι κακό, κακό είναι να πηγαίνεις πρώτα στο ταχυφαγείον, δίχως να έχεις δοκιμάσει ένα σπιτικό γεύμα μπρος στον καθρέφτη, πάνω στον καναπέ, πάνω στο χαρτί, με το μονόλογο, με τον φανταστικό και μη διάλογο, όλα αυτά. Και ο ψυχολόγος δεν δαγκώνει, ειδικά αν δεν το κάνει για τα χρήματα. Πολλές φορές, πολύ απλά, δεν τα καταφέρνουμε μόνοι μας. Δεν είναι ντροπή. Το θέμα είναι να μη λέμε ψέματα στον εαυτό μας.  

4. Ενδιαφέρουσα είναι μια παρατηρούμενη μερίδα ανθρώπων. Αυτοί που γράφουν ημερολόγιο για να κατασκευάσουν για τον εαυτό τους μια νέα πραγματικότητα, να εφεύρουν ένα νέο παραμύθι, τις λεγόμενες ψευδαισθήσεις. Κερδίζεις ίσως μερικά χρονάκια παραπάνω έτσι, αν κρύβεσαι καλά από τον ίδιο σου τον εαυτό – προτού πέσει βέβαια το ταβάνι και σε πλακώσει μία και έξω. Η δε επίσκεψη στο γιατρό μοιάζει περισσότερο με επίσκεψη στο καφενείο, επιλέγουμε να πούμε αυτά που μας βολεύουν, σάμπως από ανάγκη να κουκουλώσουμε το πρόβλημα, ενισχύοντας το πρόβλημα με περισσότερα επιχειρήματα (λέγεται και εκλογίκευση). Ξεχνάμε να αναφέρουμε πως είμαστε κρυπτο-ομοφυλόφιλοι και γι’ αυτό μας ενοχλεί ο «γκέι» γείτονας, πως έχουμε κάνει στα κρυφά δυο-τρεις εκτρώσεις και αυτός είναι ο λόγος που το αγόρι μας δεν μας εμπιστεύεται πια, πως μας χτυπά ο σύζυγος επειδή το κέρατο πάει σύννεφο, ή πως το κέρατο πάει σύννεφο επειδή τρώμε ξύλο, ή πως δεν έχουμε λεφτά γιατί το ρίχνουμε «πού και πού» στο χαρτάκι με τις φιλενάδες μας ή στο καζίνο με τους συναδέλφους, ή γιατί έχουμε μανία με τα Prada ή τα ακριβά αμάξια, ενώ τα παιδιά μας, που έχουν όλα τα φόντα να σπουδάσουν, δεν βαριέσαι, ας αναλάβουν το κρεοπωλείο του μπαμπά.  

5. Τα δάκρυα πάντα βροχή. Όταν μιλάμε στους ξένους. Έτσι για να κάνουμε μια καλή αρχή, να τους εμφυτεύσουμε την εικόνα που θέλουμε να έχουν για εμάς. Είμαστε αδικημένοι. Μας συμβαίνουν διάφορα. Ο θεός μάς έχει καταραστεί. Δείξτε κατανόηση στην περίπτωσή μας. Εμείς νίπτουμε τας χείρας μας. Ελεήστε τον πτωχόν. (Το τι τραβάνε οι «δικοί μας» άνθρωποι, όταν αποφασίσουμε πως η αγάπη τους είναι δεδομένη, είναι μια άλλη ιστορία).

6. Πολλές φιλίες και σχέσεις καταστρέφονται απλώς επειδή δεν θελήσαμε να δείξουμε το πρόσωπό μας. Ο ψυχολόγος και ο εαυτός μας παραμένουν οι κύριοι ξένοι. Οι αφηγήσεις μας σε αυτούς τους Χ άγνωστους η τέλεια παραμυθία.

                    Και η ζωή συνεχίζεται…

 

«Μακριά από συγγενείς κοντά από ξένους.

Αυτή η βασική κληρονομιά από τη μαμά»

                                          (Λένα Πλάτωνος, Ντορούτσκα, Ημερολόγια).

 

Τι γίνεται λοιπόν όταν η τέχνη γίνεται ειλικρινής και τα ημερολόγια και οι επισκέψεις στον ψυχολόγο ανειλικρινή; Ό,τι καλύτερο μπορώ να ανακαλέσω από ημερολόγια είναι τα Ημερολόγια της Λένας Πλάτωνος. Είναι ειλικρινή αλλά και έντεχνα.

Και μετά το «Σ’ αγάπησα, σ’ αγάπησα πολύ» (έχουν βουίξει τα πάντα μέσα μας με αυτό το τραγούδι, το έχουνε ακούσει τα αμάξια, τα γραφεία, τα σπίτι, τα καλώδια, έχει ο στίχος ταξιδέψει στο εξωτερικό καθώς και σε παραλλαγές σε ραβασάκια) είναι σαν να έχουμε Πρωτομαγιά: 

Πρωτομαγιά / Το αεράκι παίζει με τα λευκά κουρτινάκια / Είμαι ευτυχισμένη / Έχω βρει στο ράδιο εξαίσιο σταθμό / Εκπέμπει τα τραγούδια που αγαπώ / Βέβαια εσύ λείπεις / Όμως είμαι, είμαι ευτυχισμένη / Παίρνω τους φίλους μου / Ευχόμαστε ο ένας στον άλλον / Βέβαια εσύ λείπεις / Όμως φτιάχνω μαγιάτικο στεφάνι / Από τους φίλους μου / Και την απουσία σου / Είμαι ευτυχισμένη 

Διαβάστε την ειλικρινέστατη συνέντευξη της Λένας Πλάτωνος στον Πάνο Μιχαήλ (http://greek-lolita.blogspot.com/2008/03/exposed-on-mountains-of-heart.html) για το περιοδικό Parallaxi (τεύχος 143, σελίδες 30-31) (http://www.parallaximag.gr/test/paralaxi2.html)

και αγοράστε το σιντί με μεγάλη, μεγάλη τρυφερότητα. Περιέχει 14 σύγχρονα ποιητικά αριστουργήματα. Υπάρχει και το Ηρώδειο τέλη του μήνα για το live.

02
Ιουλ
08

To Be and Not to Be – no questions

Στη Μαριλένα, 
για τη θεωρία της μη-ύπαρξης
και για το λόγο που υπάρχω

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουμε. Τα σεντόνια είναι λευκά, ο ήλιος λάμπει, η θάλασσα λάδι. Τρεις άνθρωποι προχωράνε τρία χιλιόμετρα ημίγυμνοι και τραγουδάνε. Λέξεις ηχομιμητικές σαν τους βόμβους των μελισσών, σαν το χλιμίντρισμα ενός παθιασμένου αλόγου στη μέση του πουθενά, σαν τον ήχο των φυκιών πάνω στο γυμνό πέλμα. Παπούτσια off. Μπλούζες off. Ξεχνάμε το σαμπουάν, ξεχνάμε το ρολόι. Μήτε το νερό έχουμε ανάγκη. Όλα off. Εκτός από τη μουσική.

Η Χάρβεϊ απαραίτητη (η Πόλυ αλλά και η Ανν [Σέξτον]). Μέσα στη μουσική της Βρετανίδας με το μεταμοντέρνο νυφικό (τελικά ντύθηκε στα λευκά και χάσαμε το στοίχημα) στο θέατρο Badminton, σκέφτομαι το σύνολο του χρόνου, το μέγεθος της αγάπης. Την τρυφερότητα και την οργή, τις δοτικές χειρονομίες ανδρών και γυναικών, συνάμα κάποια δύσκολα βράδια μπρος στο νεροχύτη (θα μπορούσε κανείς να τον ονομάσει και καθρέφτη ή νιπτήρα ή απλώς γυαλί). Όχι μόνο στην one woman παράστασή της με τις εντυπωσιακές εναλλαγές οργάνων, αλλά και σε ευρύτερο πεδίο, τα πάντα ξεκινάνε με ένα τραγούδι σαν το «To Bring You My Love» και τελειώνουν με ένα άλλο τραγούδι όπως το «The Desperate Kingdom Of Love». Εκείνη ξέρει τη μουσική. Την κοιτώ άναυδη. Δεν υπάρχω μέσα σε ό,τι μοιάζει με τον σπασμένο ήχο της δικής μου μικρής ζωής. Η Αμερικανίδα Ανν έλεγε πως υπάρχει μέσα στα ποιήματά της. Πουθενά αλλού. «Live for the sun». Κι εγώ εκεί.

Αν ζήσει κανείς για τον ήλιο και μέσα στον ήλιο τότε μπορεί και να μην υπάρχει ενώ υπάρχει: η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, η κατάκτηση μεγάλη σαν αγκαλιά. Έστω κι αν κρατάει ένα λεπτό. Έστω κι αν εμπεριέχει, πέρα από τον έκσταση, και εκείνο το απότομο τράνταγμα της σπονδυλικής στήλης την ώρα που γυρνά απότομα πίσω στη ζωή. Πίσω σε αυτήν που είναι χειρότερη από την τέχνη, όπως έγραψε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι. Το ράγισμα του γυάλινου ονείρου: από την ευτυχία στη ζωή, από αυτόν σε μένα, από τον κάποιον στον κανένα, από τον καθένα στο πουθενά. Το χάος γεννά άστρα, τα άστρα γεννάνε το χάος και ξανά από την αρχή. Κάτι σχετικό έγραψε ο Νίτσε («One must still have chaos in oneself to give birth to a dancing star»), αλλά δεν εμπιστεύομαι τους μαγνήτες στο ψυγείο μου. Δεν εμπιστεύομαι τίποτα σχετικό με ψυγεία. «I am not there».

«I am not there». Κάπως συμπτωματικά κατέφθασε στο σπίτι μου και η ομότιτλη ταινία (οι συμπτώσεις είναι μαγικές). Τα πολλαπλά πρόσωπα του Μπομπ Ντύλαν. Ραγισμένα κάπως και γι’ αυτό ανεξάντλητα. Σύμφωνα με την ταινία: Μπομπ Ντύλαν, Κανόνας 7: Μην δημιουργήσεις ποτέ, θα σε παρερμηνεύσουνε. Ωστόσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης της ταινίας Τοντ Χέινς (όπως άλλωστε και ο Σκηνοθέτης της ζωής μας) ξέρει καλύτερα τη συνέχεια. Ακολουθεί μια σκηνή δημιουργίας: γραφομηχανή πρώτα, πανσέληνος έπειτα. Και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ απαγγέλλει: «ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα» (διάβασα παρεμπιπτόντως το Ουρλιαχτό όταν ξύπνησα ένα βράδυ από δυσβάσταχτο πόνο στη σπονδυλική μου στήλη). Πίσω στην τέχνη. (Καταιγίδα και μετά το ουράνιο τόξο, αλλά αυτά μόνο μεταξύ μας, ή τέλος πάντων η σκυτάλη αλλάζει χέρια μέσα στο χρόνο).

Με τόσα να συμβαίνουν γύρω σου πώς να μην σκέφτεσαι; Πώς να μην υπάρχεις; (δηλαδή να πονάς – καρουζικό) «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», διαλάλησε ο Ντεκάρτ. Ωστόσο κάποτε «Δεν υπάρχεις, αλλά μην το σκέφτεσαι», λέει ένα ανέκδοτο.

Καθετί ανέκδοτο είναι αθώο. Το «να μην υπάρχεις» απαραίτητο, γιατί τότε υπάρχεις ολόκληρος.

15
Ιουν
08

Η γενιά του chronic fatigue και η αφή

Είμαι στην ηλικία που μπορώ να νοσταλγώ αυτό που θα μπορούσα να είμαι

Μια γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα, λες από τα γεννοφάσκια της, και θυμωμένη αδικαιολογήτως λες και έχει ζήσει δέκα εμφυλίους. Και η πραγματική αφή ένα δύσκολο τόλμημα, έχουμε εγερτήριο στις 7, υπάρχει και το λεωφορείον ο πόνος και το εργασιακό οχτάωρο και ο συναγελασμός, μες στον οποίο θέλουμε απλώς να κρύψουμε το πρόσωπό μας λέγοντας χαζά αστεία, ο κουρασμένος ύπνος πάνω στο βιβλίο, που μοιάζει με την μεγαλύτερη ήττα, καθώς και το κεφάλαιο «σπίτι», αυτό που θέλουμε άψογο γιατί μας βοηθά να συγκεντρωνόμαστε στα κείμενα [και στους ανθρώπους] ή γιατί έτσι μας έμαθε η μαμά.

Υπάρχει μέσα σε αυτά ένας παράλληλος κόσμος, ο κόσμος των καλωδίων, οι αποστάσεις που θέλουμε να καλύψουμε [και να συγκαλύψουμε] από ανασφάλεια μην τα χάσουμε όλα, αλλά η αφή εξακολουθεί νάναι δύσκολο όπλο, υπάρχουν και τα δυσάρεστα, συνήθως «τρομοκρατικά», τηλεφωνήματα, που μας υπενθυμίζουν κάθε φορά πως ζούμε σε βαθιά άγνοια της πραγματικότητας [και του εαυτού μας, καταπώς μας ενημερώνουν οι «γνώστες»], έπειτα οι ματαιώσεις, το βαθυστόχαστο «χάθηκες, κάθαρμα!» που μας επιφορτίζει με τύψεις. Κι εκεί που έχουμε κολλημένο το αφτί στο ακουστικό, πάλι καίμε το φαγητό – προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε να φάμε σήμερα. Γίνονται τόσα πολλά σε μία μέρα, και κάθε μέρα, τόσα ώστε παίρνουμε την απόφαση άλλο να μην πεινάμε. Και πια δεν πεινάμε. [Αν και οι ίδιοι είμαστε κατά κάποιον τρόπο «αναλώσιμοι»].

Υπάρχουν και χειρότερα ωστόσο, οι μαύρες μέρες της γραφειοκρατίας και των λογαριασμών, του ταχυδρομείου, της αναμονής για μια σφραγίδα, που για να εξασφαλίσουμε χρειάζεται να διανύσουμε πρώτα τη μισή Αθήνα, όμως δεν κοιτάμε την υπέροχη πόλη που λέγεται Αθήνα, ακούμε τον ήχο του ρολογιού, τον σταθερά αγχωτικό, που μας ωθεί να θέλουμε να το γκρεμοτσακίσουμε στον τοίχο. Και μέσα στην τόση κούρασή μας -το τρελό κινητό χτυπά πάντα τις λανθασμένες ώρες και στέλνει τα λάθος μηνύματα-, ξεπηδά η θλιβερή ανάγκη να κόψουμε όλων τα ειδών τα καλώδια: κάποιος κλαίει σπαρακτικά πάλι και δεν αντέχουμε ή σπαράζουμε εμείς μέσα και έξω μας, και δεν μας χωράει κανένα βλέμμα.

Θέλουμε πίσω τη στιγμούλα μας, ή μια νέα, ολότελα δική μας στιγμούλα, λίγα δευτερόλεπτα να νιώσουμε άρχοντες, μες στην ευλογία της φύσης που μας έχει πλάσει. Στιγμή στιγμούλα, κόβεσαι σαν κάθε οργασμός, που η ανάγκη αναγκάζει να ξεψυχήσει πρόωρα, γιατί η πραγματική αφή είναι ανέφικτο όνειρο, γιατί αυτός δεν σε αγαπάει πια ή γιατί υποψιάζεσαι πως δεν σε αγάπησε ποτέ. Όλα θα έχουνε το λόγο τους, η φύση κρύπτεσθαι φιλεί, τη μελαγχολική νύστα σπάει η νομοτέλεια, γινόμαστε ξανά πιστά στρατιωτάκια στη μάχη της ζωής, αθλητές σε έναν ατέρμονο στίβο. Έτσι, έτσι για να μην καλομάθουμε στην ηδονή μιας φευγαλέας χαράς και γίνουμε αλαζόνες.

Νομίζω πως αισθάνομαι τύψεις όταν είμαι χαρούμενη, ή απλώς φοβάμαι, όπως με έμαθαν να φοβάμαι – τρέμω τον κεραυνό εν αιθρία. Εκείνη την απότομη μεταβολή από τη χαρά στη θλίψη με τη μεσολάβηση μιας είδησης που σου αλλάζει τα φώτα ακαριαία. Γιατί ο κόσμος δεν μαθαίνεται, και σίγουρα δεν συνηθίζεται. Δεν είναι τίποτα άλλο ο κόσμος από τρόπος θέασης σε μια δεδομένη στιγμή, τίποτα άλλο δεν είναι ο κόσμος, μια αντανάκλαση, κοιμάμαι πάλι πάνω στο βιβλίο και τι με πονάει ακόμη περισσότερο είναι που δεν μπορώ να γράψω αυτό που ήταν ό,τι μου είχε απομείνει, μια άκακη διέξοδος. Τώρα είμαι ένας κουρασμένος εαυτός, που έχει μπλοκαριστεί σαν το καλώδιο. Με writer’s block αισθάνομαι ο πιο λυπημένος άνθρωπος στον κόσμο, γιατί κλοτσάω η ίδια το πληκτρολόγιο, το αφήνω να σπάσει, το εκδικούμαι, αρνούμενη πεισματικά την πιο ηδονική από όλες και την πιο ελεύθερη αφή. [Μου φτάνει και μου περισσεύει που ακούω τον ήχο των δικών σου δαχτύλων πάνω στα πλήκτρα μέσα απ' το καλώδιο - παριστάνω το πληκτρολόγιο].

Ανήκω στη γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα σάμπως από τα γεννοφάσκια μου, και θυμωμένη όχι πια, δικαιολογημένα. Ψελλίζω παραλλάζοντας στίχο της Κικής Δημουλά, όχι, δεν είμαι θυμωμένη, λέω, είμαι λυπημένη, και ατενίζω τον ορίζοντά μου κάπου ανάμεσα στο ολικό σπα ή τον υπνωτισμό. Είναι επειδή δεν ξέρω να διαχωρίσω αν είμαι κουρασμένη ή λυπημένη, λυπημένη ή κουρασμένη, αν τα δύο είναι αλληλένδετα, αν είμαι της εποχής μου θύμα ή κάποια κακή εξίσωση της γενετικής. Δεν ξέρω, αλήθεια, αν όλοι γύρω μου είναι έτσι ή αν έτσι τους βλέπω εγώ. Ξέρω πως θέλω τα καλώδια κομμένα. Θέλω τα πάντα κομμένα. Η νέα αφή.

Γενιά του chronic fatigue, «Ό,τι δεν λύεται κόπτεται – Μέχρι και τούτο το ασώματο / λαρύγγι» [Αντώνης Φωστιέρης].

26
Απρ
08

Πάντα για την ανάσταση, πάντα για την αγάπη

Πού πας [χάρτινο] καραβάκι με τέτοιον καιρό; Θα μπορούσε να ήταν ο τίτλος τού, ανακουφιστικού ομολογώ, διηγήματος του Νίκου Γ. Ξυδάκη, που δημοσιεύτηκε, σήμερα, Μεγάλο Σάββατο, στην κυριακάτικη Καθημερινή. Ο κανονικός τίτλος είναι «Χάσαμε την αγάπη», και ήταν πρωτοσέλιδο στις «Τέχνες και Γράμματα». Λέω, ευτυχώς, ευτυχώς που υπάρχει και η Αγάπη σε κάποιο πρωτοσέλιδο. Είναι ένας τρόπος κι αυτός να ζήσεις ακόμη και το Πολυτεχνείο, αναδρομικά: «Θυμήσου τον πόλεμο. / Θυμήσου, κι ας μην τον έζησες. / Κάθε άνθρωπος έχει έναν πόλεμο» [Σωτήρης Σελαβής, Μην αγαπάς, κοιμήσου, Νεφέλη 2007, σ. 34].

Όλα για την αγάπη λοιπόν, οι νέοι γράφουν. Πώς τα καταφέρνουν κάποιοι άλλοι νέοι να ξεχνάνε κάτι τόσο απλό; Θυμούνται ωστόσο απέξω κι ανακατωτά τη Θεωρία του Χάους [χάθηκε ο Έντουαρντ Λόρενς αυτό το μήνα, για να δούμε ποιος θα τον αναστήσει επιστημονικά] και διέπονται από το σύνδρομο της πεταλούδας [άπαξ και πετάξει, χαθήκαμε], από το σύνδρομο της ευφάνταστης καταδίωξης. Κι αν αυτό είναι σαλεμένη μνήμη, είναι άραγε η λησμοσύνη η νέα Θεωρία του Τίποτα;

Ευλογημένο καραβάκι, προχώρα, στραβός είναι ο γυαλός, εσύ καλά αρμενίζεις. Εσύ κι εγώ που μιλάμε για την αγάπη, που προπαγανδίζουμε την καλοσύνη, που νοσταλγούμε την αθωότητα, που είμαστε ίσως τόσο αθώοι ώστε να μην υπάρχει γυρισμός, εμείς που μετανιώνουμε για τα λάθη μας, εμείς που συγχωρούμε, εμείς που αποκαλύπτουμε δίχως ντροπή ή φόβο ή θυμό τα ασθενή μας σημεία [νά, χθες κάηκα απ' το ζεστό σωλήνα του μπάνιου, μη με αγγίξεις σήμερα στον καρπό / νά, σήμερα πρήστηκαν οι καρποί μου γράφοντας, ακούμπησέ με σε παρακαλώ εδώ], και όλοι εσείς που μπορείτε εκ φύσεως να κάνετε όλα αυτά δίχως ιδεολογικά, μεταφυσικά και άλλα ερείσματα.

- Μην τα λες αυτά για την αγάπη! [μιλά πού και πού κι η Δυσδαιμόνα]. Αυτός εδώ που βλέπεις θέλει να σε καρφώσει στον τοίχο! Γιατί δεν ακούς;  -«Looking away shall be my only negation». [Πάλι ο Νίτσε, πάλι Gay -γιατί όχι;- Science]. Δεν ακούω. Εγώ στο καραβάκι μου θα αρμενίζω. Στην ανάγκη θα καρφώσω ένα ημερολόγιο στον τοίχο προτού γυρίσει ο χρόνος. [Γυρίζει ο καιρός ρόδα κι ας μην είναι Πρωτοχρονιά]. Θα μελετήσω όχι μόνο τον καρδιοαγγειακό ιστό μα και όλων των ειδών τα καρφιά [επειδή τα φοβάμαι - έχω κι εγώ σαν όλους τους άλλους καρφωθεί από δαύτα τα αδέσποτα]. Καλά θυμάμαι.

Πήρα λοιπόν το σφυρί και βάλθηκα να καρφώνω πρόκες στον λευκό μου τοίχο. Σαν πρόκες άλλωστε πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις, οι ημέρες, τα χρόνια, να μην παίρνει τίποτα κανείς άνεμος, να μην ρουφάει τίποτα κανένα όπιο.

Καρφώνω και βρίσκω τοίχο. Με βρίσκει μέχρι και ο τοίχος. Ο ιός του χρόνου. Bad timing, λες εσύ, baby. Bad memory, baby, λέω εγώ.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, θυμάμαι, χτύπησε η καμπάνα για τη Σταύρωση για να χτυπήσει κι εμένα το καμπανάκι μου κραυγάζοντας Κάτω το σφυρί! Ο Θεός αγαπά και τον κακό νοικοκύρη, κατά βάθος. Μου χτυπάει καμπανάκια. Οι άλλοι δεν ήταν που σταυρώσανε τον Υιό; Κάποτε-κάποτε κάποιο εμπόδιο έρχεται απλώς για να μας «σώσει». Κάτω το σφυρί λοιπόν, σήμερα. Και τότε, θυμάμαι, δεν ξεχνώ, και πάλι μπορώ, μπορώ και αγαπώ.

Ένας τοίχος είναι ο Θεός. Οι βουλές του άγνωστες. Μάστορας μήτε, πάστορας ποτέ.

Αλλά γυναίκα «με το πρόσωπο στον τοίχο» με δυο μελανόμορφες πρόκες-μάτια για τον κάθε «γύψο». -Your dear angel, μου ψιθυρίζει η μαμά. -My Ms. God-Dog, ψιθυρίζω κι εγώ. Κι εσύ μου γράφεις από μακριά, Μην ανησυχείς για τα μάτια, έχεις τη Sexton. Και κλαίω. Κλαίω σαν καντηλανάφτης. Το σπίτι αυτό είναι μια προσευχή σε όλες τις διαστάσεις του χρόνου. «Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες»… Αλλά το σπίτι αυτό είναι μια προσευχή για όλες τις διαστάσεις του χρόνου.

Πάντα κάτι ανασταίνεται, ένα φύλλο πάντα σαλεύει.

 

* Καλή Ανάσταση σε όλους όσοι αντέχουν ν’ αγαπάνε ακόμα.   

19
Μαρ
08

Γιατί είναι μόνο ποίηση

God is in your typewriter!

mbar-lock-typewriter-aa_1_8_239.jpg

                                Σ’ αυτόν που λέει πως κουράστηκε και πως δεν γράφει ποιήματα

 Ζωή δίχως κενά. Δίχως απορίες. Με μαθηματική ακρίβεια η κάθε χειρονομία. Λεπτό μη χάσεις. Σήμερα θα ξυπνήσεις στις 8, θ’ ανοίξεις το παράθυρο στις 8 και πέντε, στις 8 και έξι θα ελέγξεις τη μετερεωλογική κατάσταση του ουρανού (όχι από οικολογικό ενδιαφέρον αλλά για να σφυγμομετρήσεις τον εσωτερικό σου καιρό, ίδιο των μελαγχολικών), θ’ ανάψεις το ραδιόφωνο στις 8 και δέκα -σε τονώνει το πρωινό βρίσιμο, σήμερα ο εκφωνητής χαζοχαίρεται με μουσική υπόκρουση τις «Τύψεις» του Χριστιανόπουλου από «Τα τραγούδια της αμαρτίας» του Χατζιδάκι- στις 8 και είκοσι θα κάνεις ένα ντους, θα χτενίσεις τα μαλλιά κομψά και θα φορέσεις ένα φόρεμα που θα θυμίζει γυναίκα-χαμόγελο, κι όλα αυτά για να ξεχάσεις, θα βγεις στο δρόμο στις 8 και σαράντα κι από απόσταση ο κύριος περιπτεράς, του οποίου το όνομα αγνοείς γιατί ζεις στην Αθήνα, ξανά τα ίδια, θα σε χαιρετίσει κοιτώντας το ρολόι, φωνάζοντάς σου «Αργείτε, δεσποινίς», θα περπατήσεις όλη τη Βουλιαγμένης, με βήμα σταθερά σημειωτόν, γιατί οι μεσήλικες αργόσχολες μπροστά σου πάντα περπατούν αργά κοιτώντας τις βιτρίνες, θα προσπεράσεις σαν τολμηρός οδηγός δυο τύπους που σου σφυρίζουν και σε λένε «κουκλάκι» τους, θα κάνεις την κουφή, την τυφλή, την άλαλη, γιατί δεν θες να τσακωθείς για το τίποτα, θα σε πνίξει ένας λυγμός σαν βρεις τον πράο-άνθρωπο-του-μετρό να πουλάει ακόμα χθεσινά χαρτομάντιλα, στην είσοδο θα αντικρίσεις τους τρεις-Χάρους-της-Δευτέρας να σου ζητάνε το εισιτήριο, θα περιμένεις το τρένο στο ακριβές σημείο, εκείνο που σου επιτρέπει να κινηθείς τόσο αριστερά όσο και δεξιά πριν σε συνθλίψει ο συρφετός και μείνεις απέξω, και μπαίνεις αισίως όσο πιο μέσα γίνεται στο βαγόνι για να κουρνιάσεις επιτέλους ήρεμα σε κάποια γωνία, αλλά είναι κι αυτή μια κόλαση ανάμεσα σε κάποιον Ίμο με το άι ποτ στη διαπασών και σε κάποιον κύριο Τίποτα. Ο κύριος Τίποτα με τα πολλαπλά πρόσωπα σε παρακολουθεί που ανοίγεις ένα βιβλίο, σκύβεις μέσα στο βιβλίο καθώς απορείς, «Τι να σκέφτεται άραγε ο κύριος Τίποτα που στρέφει το βλέμμα απέναντι στην κυρία με τις καμέλιες;» Ευτυχώς ένα βιβλίο γίνεται λήθη, είναι η σπηλιά όπου κρύβουμε τις σκέψεις μας, είναι ο κλεπταποδόχος μιας αιώνιας ευτυχίας.

Η Αθήνα θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, ένας μακρόσυρτος θρήνος, αν μπορούσες μονάχα να δεις το τέλος της. Γιατί μυρίζει καμένα δάση παντού και στάχτη, μυρίζει και μολότοφ, ξανά αστυνομικοί, ξανά αναρχικοί, ξανά βία στην Μπενάκη και πέντε-έξι καμένα αυτοκίνητα. Άλλα πολλά συμβαίνουν και θα συμβαίνουν διαρκώς, βυθισμένα στην αφάνεια του ιδιωτικού, σήμερα ξύπνησα απλώς για να θυμώσω: «Γιατί ο αδερφός της φίλης μου βρέθηκε νεκρός σ’ ένα κελί ανήμερα των αρραβώνων του;». Θέλω να ξέρω γιατί τα χρόνια περνούν και κανείς δεν μιλάει, θέλω να ξέρω γιατί κάποιοι μπορούν να κλαίνε σε κηδείες αγνώστων τη στιγμή που για κάποιους άλλους συγγενείς ο θάνατος γίνεται εύκολα και σιωπηρά αποδεκτός σαν υποχρέωση άλλων.

Όχι, δεν υπάρχει Θεός. Τον εφευρίσκουμε. Τις ημέρες εκείνες που μοιάζει σάμπως και μπορείς να περπατήσεις κατά μήκος της αμμουδιάς δίχως την απειλή του κύματος, σαν βρέχεσαι χωρίς να είσαι βρεγμένος, στις ώρες εκείνες που η ανθρωπιά είναι υπόθεση της γραφομηχανής, γιατί «God is in your typewriter!» Εκεί όλα επιτρέπονται και όλα εξηγούνται. Αλλά μόνον εκεί.

Οι συγγραφείς κατά βάθος το γνωρίζουν πως κι οι ίδιοι άλλο δεν είναι από μια εφεύρεση. Γράφουν για ν’ αλλάξουν τον εαυτό τους (άγνωστο αν αλλάζουν τους αναγνώστες τους). Αλλά δεν έχουν πάντα τις αντοχές. Αν είμαι εγώ αυτό που γράφω, θα ήθελα να μην είμαι. Θα ήθελα τα πλήκτρα του κόσμου να τ’ ακουμπά στ’ αλήθεια κάποιος αγαθός Θεός, μόνο και μόνο για να συνεχίζουν να γράφουν οι υποψήφιοι αυτόχειρες, να κατέγραφε, δίχως κενά και δίχως απορίες, τον άλλο δρόμο, αυτόν που ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί, μα ούτε και πρόκειται ποτέ να σταματήσει.

Το πιο πάνω κείμενο δημοσιεύτηκε πέρσι στο περιοδικό (δε)κατα [τεύχος 11].

04
Μαρ
08

digital reality

Μετα-ψηφιακές απιστίες

 betty_boop_skeleton.jpg

Ένας άνθρωπος έχει περίπου δέκα λεπτά την ημέρα για να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Όταν φτάσει η περιβόητη ώρα, κοιτάζεται, σκέφτεται, μιλάει μια γλώσσα παράξενη και μετά καταλήγει στον καθαγιασμό του προσώπου του: «και αμαρτίαν ουκ έχω». Δεν έχει αμαρτήσει, εφόσον το λέει φυσικά και το πιστεύει, δε θέλει και αποδείξεις, κανείς δεν αμαρτάνει στην ουσία, αν το καλοσκεφτείς, με την έννοια τουλάχιστον ενός προπατορικού αμαρτήματος που ανήκει στις μετα-τύψεις του χριστιανισμού. Όχι δεν αμαρτάνεις γιατί, ούτως ή άλλως, ως πιστός ορθόδοξος θα μετα-λάβεις (και θα καθαρθείς). Το θέμα είναι η κάθαρση.

Ο κόσμος λένε πως άρχισε να «χαλάει» μετά την αμαρτία των πρωτοπλάστων. Είπαν πως χάλασε ο κόσμος για ένα μήλο και πως, μετά, «καθάρισε» ο Θεός και το μήλο και τους φταίχτες. Και τα τέκνα παιδεύουσιν. Η φήμη αυτή έχει πλέον διασπαρθεί, χάλασε ο κόσμος για ένα μήλο, «εντάξει», με ρωτάει ένα παιδάκι, «δηλαδή το να τρως μήλα είναι αμαρτία;» «Δεν είναι αμαρτία, καλό μου, να τρως μήλα, ποιος σου είπε τέτοια πράγματα: ‘‘Τα πάντα πλην κρέας εν αίματι ψυχής ου φάγεσθε’’». Ένα μήλο την ημέρα όμως τα κάνει όλα πέρα, τόσο το γιατρό (γιατί εκτονώνεις και τις όποιες επιθυμίες σου) όσο και αυτόν στον οποίο έχεις ορκιστεί αιώνια πίστη. Όλα πέρα.

Η Εύα και ο Αδάμ ήταν δύο στον αριθμό, τρίτος δεν υπήρχε, εξ όσων μας είπανε. Αλλά ήταν και ο Θεός στη μέση, άρα πρόκειται για μεταφυσική απιστία. Τώρα έχουν αλλάξει οι εποχές, μετα-λαμβάνεις και καθαίρεσαι και καθαρίζεις. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο χωράει στους δύο τρίτος. Χωράει; Αμ δε; Και καλοχωράει. Η επιθυμία για το μήλο έφερε στην πορεία κι άλλους Αδάμ και Εύες στο εγκόσμιο προσκήνιο, γίνανε πολλοί για να κάνουνε παρέα, πλήθυναν και τα μήλα, αποκτήθηκε και ποικιλία και τώρα δε νιώθει κανείς μόνος μα ούτε και βαριέται. «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».

Υπολογίζω πως θα υπήρχε μια καλή εποχή κατά την οποία για να φτάσεις στο σημείο να φας το μήλο του αλλουνού θα έπρεπε να είχες κάποιο σοβαρό λόγο. Να είχες βρει Τον Έρωτα, την απόλυτη αγάπη. Τώρα το μήλο του αλλουνού τρώγεται και ευχαρίστως και χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Μάλιστα, όσο περισσότερα μήλα τόσο το καλύτερο. Έχει γίνει και το μήλο ένας αριθμός. Έχει, δηλαδή, και το μήλο τα κακά του. Αλλά δε φταίει το μήλο, «δεν είπαμε πως το μήλο δε φταίει, καλό μου, αυτό να το θυμάσαι, δεν είναι αμαρτία να τρως μήλα». Η φύση έχει προνοήσει γι’ αυτό: επειδή δε χωράνε στη ζωή μας και στον οργανισμό μας τόσα μήλα, μετά τα αφοδεύουμε. Φυσικές λειτουργίες. Delete.

Πολλά μήλα προκαλούν πολλές αφοδεύσεις. Και μπορεί να μην τα κρατάς τα μήλα γιατί δεν έχεις και πολλή εμπιστοσύνη στον ανθρώπινο παράγοντα -κάτι σαν το ερώτημα κατά πόσο έφταιγε ο Αδάμ ή η Εύα-, αλλά έχει εφευρεθεί ήδη μία «Trust Digital» για να σβήνει όχι μόνο τα μήλα αλλά και τα ίχνη της βρώσης τους. Πριν από έξι χρόνια στην Αμερική, η εν λόγω εταιρεία προστασίας και ασφάλειας του λογισμικού, εφόσον ανακάλυψε πρώτα πως τα sms – text messages – μηνύματα [τα κάποτε ερωτικά ραβασάκια] που νομίζαμε ως ανεπιστρεπτί σβησμένα από τα κινητά μας μπορούσαν να αναγνωσθούν από τρίτους ανεπιθύμητους, ανακάλυψε και τον τρόπο να τα εξουδετερώνει. Για λόγους ασφάλειας: μηνύματα με αποδείξεις εξωσυζυγικών σχέσεων ίσον κίνδυνος-θάνατος για τα νοικοκυριά. Αλλά τώρα που μπορεί να σβήσει τα ίχνη, «Άγγελος Εξολοθρευτής» η «Trust Digital», δεν υπάρχουν αποδείξεις και έτσι ούτε και μήλα υπάρχουν, τα φάγανε, δηλαδή μετα-λαμβάνουμε και καθαρίζουμε. Διασφαλίζεται έτσι η πίστη στην απουσία τεκμηρίων, και ακολούθως διασώζεται η πίστη στις ανθρώπινες σχέσεις. Ωραία και καλά όλα: μετα-ψηφιακή απιστία ίσον καθόλου απιστία.

Δέκα λεπτά για να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, «είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω».

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο αφιέρωμα “Απιστίες”, τεύχος 7
25
Φεβ
08

Το πολύπλοκο πένθος

bfcompass1.jpg 

Οι πιο ωραίες ιστορίες γράφονται απ’ το ίδιο το βίωμα, πάντα σε λευκό χαρτί με κόκκινο μελάνι. Κόκκινο απαραιτήτως: με πολύ αίμα, γιατί δεν νοθεύεται, γιατί συντηρείται από πράγματα όπως τα δάκρυα και τη χολή. Χρειάζεται κάποιο πένθος για να γεννηθεί η μυθοπλασία. Άραγε το πένθος του ρεαλισμού ή ο ρεαλισμός του πένθους;  

Υπάρχουν συγγραφείς που μπορούν να φανταστούν ένα βίωμα. Αν είναι, ας πούμε, σαν τον Πολ Όστερ το κάνουν καλά κι απ’ την ανάποδη. Αν θέλουν όμως να γίνουν σαν τον Φραντς Κάφκα, κλειδαμπαρώνονται ολοβραδίς σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο υποφέροντας, και εμπνέονται – με την ελπίδα το βιβλίο-πόνημα ν’ αποκτήσει το κύρος της Μεταμόρφωσης. Μια μεταμόρφωση για μια καλή ιστορία, πολλές μεταμορφώσεις για πολλές καλές ιστορίες. Αν ένας συγγραφέας ζει για να γράφει, θα πρέπει να υποστεί σοβαρές προσωπικές αλλοιώσεις, φορώντας προσωπεία και κάνοντας πρόβες.

Όταν η μυθοπλασία γίνεται αυτοσκοπός, χρειάζεται και ο δημιουργός να ξεφύγει απ’ τις οριοθετήσεις της πραγματικής του ζωής, να γίνει «μύθος». Και, σαν μύθος, ο συγγραφέας ν’ αποκτήσει μια διάσταση θεϊκή, με όχι απαραίτητα θετικό πρόσημο. Μπορεί μεν έτσι να γράφονται ωραίες ιστορίες (όχι, βέβαια, πάντα), αλλά η ζωή ενός συγγραφέα, καθώς παίρνει αδιάκοπα τη μορφή μιας πρόβας, παραμένει ατελής πράξη. Τελειώνει και ξαναρχίζει κάτω απ’ το βάρος της ανάγκης για την τέλεια επίδοση. Θα μπορούσε κανείς να ονομάσει τη διαδικασία και ως την «Αυτοσυνειδησία του Απόλυτου Έρωτα», συχνά λέγεται πως η Τέχνη είναι ένα πρόσωπο προσωπικό, βιώνεται ελεγιανά. Ελεγειακά κατανοείται καλύτερα ωστόσο, καθώς μοιάζει διαρκώς με την «επείγουσα συνουσία», το «σπαρακτικό κειμήλιο», όπως το έγραψε πολύ σωστά ο Νίκος Καρούζος. Όσο είναι η μυθοπλασία η επείγουσα ερωμένη, η ζωή, ως ρεαλισμός, θα παραμένει μια προδομένη συν-ούσα.

Όταν ο συγγραφέας-μύθος μεταμορφώνεται ο ίδιος σε ήρωα μυθοπλασίας, ενδέχεται να χάσει τον άνθρωπο από μέσα του. Γιατί, όπως το είπε η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, «Τώρα δεν ωφελεί σε τίποτα να παριστάνω ότι είμαι δύο άνθρωποι». Καλύτερα ένα παραμύθι δίχως τέλος λοιπόν, παρά η ζωή ξανά από την αρχή. Θέλει βέβαια μια ιδιαίτερου βάρους δύναμη η απομυθοποίηση. 

Aν το παρακάνει κανείς με την παραμυθία, στίχοι σαν του Κώστα Καρυωτάκη μπορεί κάποια στιγμή ν’ αντιστραφούν επικίνδυνα: θα βάλω στη σάρκα, στο αίμα σχήμα βιβλίου μεγάλο. Δεν είπε κανείς ωστόσο πως ο υπερρεαλισμός είναι κατανάγκην κακόγουστος.

Κάπως έτσι όμως φτάνει κανείς από το ρεαλισμό του πένθους, τη ζωή, στο πένθος του ρεαλισμού, την τέχνη.

[Ζητείται επειγόντως πυξίδα!]




“When pain surpassing itself becomes Exotic”, Parturition, MINA LOY

 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

κατά του ρατσισμού

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα "συμβόλαιο συμβίωσης" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό "συμβόλαιο" μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

Blog Stats

  • 49,209 hits