ΒΙΒΛΙΑ / ΧΟΡΕΥΤΕΣ

panagiotou_xoreftes

Κριτικές & βιβλιοπαρουσιάσεις

Το βλάσφημο κορίτσι της ελληνικής ποίησης, του Γιάννη Αντιόχου

Literature | Νοέμβριος 9, 2014

Όλες οι λογοτεχνίες, γράφει ο Βύρων Λεοντάρης, εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα και μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες, κ.λπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη, καταλήγοντας: Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλαδή κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών. (Βύρων Λεοντάρης, Εκδόσεις Έρασμος, 1985). Ένα από αυτά τα βλάσφημα κατ’ εμέ παιδιά της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, είναι και η γεννημένη το 1980, στη Λευκωσία, Ευτυχία Παναγιώτου. Πολλοί που θα διαβάσουν αυτήν την απόπειρα ανάγνωσης της τρίτης ποιητικής της συλλογής, «Χορευτές», εκδόσεις Κέδρος, θα σπεύσουν να κρυφομιλήσουν σε τρίτους πως η Παναγιώτου και ο Αντιόχου συνδέονται με βαθιά φιλία τα τελευταία οκτώ έτη. Θα τραυλίσουν μικρές άφωνες λέξεις προσπαθώντας να αποδυναμώσουν τα λόγια μου, μα ίσως ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν πως η Παναγιώτου γράφει και για τον Γιάννη Αντιόχου και αφού αποφασίζει να εκδοθεί είναι άξια είτε της σιωπής, είτε της κριτικής. Φοβάμαι πολύ για την Ευτυχία Παναγιώτου, φοβούνται και άλλοι σημαντικοί ποιητές τον καθημαγμό της από το ποιητικό σύμπαν που έχει δομήσει με την ποίησή της. Για τούτο και μόνο στέργω την ποίησή της και αν είμαι αυτός που μπορεί να φωτίσει τα σκοτεινά μέρη του ποιητικού της σύμπαντος, το κάνω με μεγάλη αγάπη και σεβασμό στην μετανάγνωση των ποιημάτων της. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως η διεργασία του ύπνου περιλαμβάνει πέντε στάδια και χαρακτηρίζεται από δύο τύπους: ο ύπνος τύπου REM, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ταχεία κίνηση των οφθαλμών ο ύπνος βραδέων κυμάτων (κύματα δέλτα) Περαιτέρω υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι που παρουσιάζουν αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν παράλυση ύπνου ή υπνοπαράλυση. Αρκετά συχνά, όταν κάποιος βιώνει παράλυση ύπνου έχει την εντύπωση ότι βλέπει όνειρο. Αυτό εξηγεί αρκετές περιγραφές ονείρων στα οποία το άτομο βρίσκεται ξαπλωμένο και ανίκανο να κινηθεί. Τυχόν παραισθήσεις κατά τη διάρκεια της παράλυσης, κάνουν αυτή την κατάσταση να αναγνωρίζεται όλο και πιο συχνά ως όνειρο, αφού κάποιος μπορεί να βλέπει ιδιόρρυθμα ή “ονειρικά” αντικείμενα. Ανοίγοντας λοιπόν το ποιητικό της σώμα βλέπουμε το δηλωτικό motto του Νίκου Καρούζου: να γυρίζεις/ στην καλή πλευρά σου, για να ακολουθήσει το ποίημα που υπερτιτλίζεται ως «Η ετυμηγορία του ύπνου». Η ποιητική της αφήγηση αρχίζει με έναν συριγμό μακρόσυρτο, είναι αυτό που εγώ λέω η ιυγή του θείου ερπετού, όταν καταλαμβάνεται ο ποιητής από τη δεδηλωμένη ποιητική του βίωση, ένα ιδεολογικό και μεταφυσικό υπερεγώ που αναλαμβάνει τα ηνία να μεταγράψει τον αισθητό και υπεραισθητό κόσμο αναπτύσσοντας σχέσεις ντετερμινιστικού μοντέλου. Ο μακρόσυρτος συριγμός της Παναγιώτου μου είναι τόσο οικείος καθώς ακούγεται: από το φάρυγγα του διαδρόμου./ Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·/ τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν. / Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα, τις νευρικές σελίδες που γυρνούν, / τον παφλασμό των λερωμένων υφασμάτων. (…) Και λέω πως μου είναι οικείος μια και όλοι εμείς που κατοικήσαμε τις πόλεις με τις παλιές μονοκατοικίες, περιδιαβήκαμε σε σπίτια με μακριούς διαδρόμους, που ένωναν τα δωμάτια όπως τα σύγχρονα νοσοκομεία. Διάδρομοι που φιλοξενούσαν σε κάθε άνοιγμα μικρά μονόπρακτα δράματα συγγενών, διάδρομοι που τα φέρετρα των παππούδων μου παρέλασαν τιμητικά μέσα σε κλάματα μέχρι την εξώπορτα, την ώρα που μια γυναίκα πάντα κάνει έναν δυνατό κρότο να ξορκίσει το κακό και να φέρει την ησυχία, έτσι όπως λέει και η Ευτυχία Παναγιώτου: Ησυχία./ Μόνο μια θηλιά μέσα μου/ ταλαντεύεται σφυρίζοντας./ Και το πτώμα σου/ – που σαλτάρισε, είπανε./ Γύρισε ξανά πλευρό. Και αφού δηλωθεί η υπνοπαράλυση, αυτό που λέμε μόρα του ύπνου, αμέσως στην ποιητική σύνθεση της Παναγιώτου αλλάζουμε στάδιο του ύπνου, γεμίζοντας το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με κύματα δέλτα, να μην μπορεί να αντισταθεί στην εγκατοίκηση των μαριονετών κι έτσι ξεπηδούν: «Ο ρήτορας», το «Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου», ο «Αστεροειδής», ένας «Βυζαντινός Θίασος», ένας φαλλός σε γύψινο βάζο, κι ένας που ήταν ψηλός, ήταν χακί· όπως τα τανκς, στο ποίημα «Περί ύψους». Αλλιώς πολύ μου κάνουν όλες αυτές οι μαριονέτες με τις εγκλωβισμένες επιθυμίες ή τις απισχνασμένες μνήμες μας, να μαρτυρούν τη βεβαιότητα του ανέφικτου εαυτού μας και εν προκειμένω του ποιητικού υποκειμένου. Και ενώ «εγώ εκοιμήθην, ο ύπνος εξηγέρθη», οδηγώντας την Παναγιώτου στη φάση ύπνου REM, μη μπορώντας κανείς να μην πεταρίσει τα βλέφαρα «Σφυρίζοντας στο προαύλιο της πατρίδας» ή καθηλώνοντας τον αναγνώστη στο πως μπορεί η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη μάντης, να αναδομεί, μεταπλάθοντας όμως, την Ελιοτική Έρημη Χώρα εντός του ποιητικού σύμπαντος της Ευτυχίας Παναγιώτου. Είναι από τις στιγμές που ζήλεψα πολύ μέσα στην ανάγνωση αυτής της ποιητικής σύνθεσης και δη:

Όταν πεθάνουν

ποιητές,

οι στίχοι το μαθαίνουν.

Θα μαρτυρήσουν.

Τροχίζοντας με οιμωγές

τη μοίρα μισθοφόρων.

Διαδράμει με περισσή ευκολία κι ο έρωτας από την ενότητα της φάσης REM αφού:

Όπως στα παιδικά μας φιλμ,

το φουσκωμένο σύννεφο

μόνο βροχή του έστελνε από πάνω,

και μέχρι να φτάσει σπίτι

εκείνο πάλι του πετούσε σταυρωτά

καρφιά.

Έτσι που να ορκίζομαι πως το ποίημα «Ο σαλταδόρος», είναι γραμμένο από τον πολύ αγαπημένο μου αμερικανό ποιητή Nick Flynn, (Some Ether). Η παραπάνω όμως δήλωση, χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μην παρεξηγηθώ. Θέλω να υποδηλώσω την εκλεκτική συγγένεια της Παναγιώτου με τον Αμερικανικό κανόνα της ποίησης και την ικανότητά της να παρουσιάσει στην αναιμική ελληνική πραγματικότητα την ιερή αυτή βλασφήμια, όπως κάνει ο Flynn στην Φυσική Κινουμένων Σχεδίων, Μέρος 1 (Cartoon Physics, Pt., 1). Το αισθητικό αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι απολαυστικό, το σώμα της αρχίζει να δονείται, συντελείται «Η δράση του σώματος πριν από τον κυνισμό». Έτσι στο ποίημα «Λίγο πριν σηκωθείς», ομολογεί: «Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού, / ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς» και εδώ κείται η αποκάλυψη, πως η Ευτυχία Παναγιώτου είναι γνώστης του φυλετικού διμορφισμού του παγονιού, καθώς το αρσενικό είναι που έχει την εντυπωσιακή χρωματιστή ουρά σα βεντάλια, ενώ το θηλυκό στερείται αυτής της εντυπωσιακής εμφάνισης. Η Παναγιώτου λοιπόν μιλάει ακαριαία για τη μονομαχία του σώματός της, αφού όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος, μην πεις πως ήτανε κατακτητής· / στα γόνατα είχε πέσει. Και έτσι αίφνης, παρόλο τον παραδεδεγμένο της έρωτα, τουλάχιστον ως αντικείμενο του πόθου, έχει αυτό που κάθε θηλυκή ύπαρξη θα επιθυμούσε, τον ικέτη στα πόδια της, η ίδια κυλώντας όλο το βάρος του κόσμου ή του σύμπαντός της, λαμβάνει αυτή τη «Σισύφεια στάση» καθώς εικάζω πως από τον Υμηττό, το φρικώδες φως διαπερνά τις γρίλιες της σκοτεινής της κάμαρας. Μέσα στο λάβρο ξημέρωμα «Κοιτάζοντας τον ήλιο» στεκόμαστε στο ένα πόδι,/ σε στάση προσοχής, /με τα χέρια πιασμένα. /Ο τρόπος να μιλήσεις για τον ήλιο. Και τούτο μου φέρνει στο μυαλό μια πολύ αρχαία άσκηση ή χαιρετισμό του ήλιου που ονομάζεται στο γνωστικισμό ως Ρούνα ΦΑ. Ξυπνητή και πλέον συνειδητή αποφασίζει «Γκρεμίζοντας τον ύπνο (Ηλίας Λάγιος)» να χορέψει, υπερτονίζοντας εν κατακλείδι:

Θα μαρτυρήσεις, θα το πεις:

Τι μαγική ακροβασία στο κενό,

κι ότι δική σου ήταν, δική σου όταν

–αίνιγμα

μες στα πετρώματα –

μια φορά κι έναν καιρό

μες στη φωνή βουλιάζοντας.

Το βιβλίο έχει ακόμη μία ενότητα που ονομάζεται Προθέρμανση και αποτελείται από ένα ποίημα με τέσσερις στίχους. Πιστεύω πως τοποθετήθηκε εκεί για να προστατέψει την ποιήτρια από αυτές τις βουβές φωνές των συνδαιτημόνων που μόλις τελειώσουν με το ποιητικό σώμα της Παναγιώτου θέλοντας κι άλλο φρικώδες φως θα οδηγηθούν σε ασφαλή συμπεράσματα. Προσωπικά μου περισσεύει και το απαλείφω από την δική μου ανάγνωση. Της εύχομαι να την κατανοήσουν αυτοί που εκείνη επιθυμεί. Καλό της ταξίδι.

http://www.literature.gr/ Το βλάσφημο κορίτσι της ελληνικής ποίησης, του Γιάννη Αντιόχου | Literature.gr

*

Χορεύουνε βαρύ ζεϊμπέκικο οι λέξεις
Ποίηση του μέλλοντος από τριανδρία των γυναικών

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Lifo (στήλη Radiobookspotting), 27.11.2014

1. Πυξίδα η ανάγκη. Όπως αγαπούσε ο Μπόρχες το αστυνομικό μυθιστόρημα γιατί διασώζει μια κάποια τάξη μες στο χάος, έτσι αγαπάμε την ποίηση εκείνη που δεν μένει σε μια λυρική (ενίοτε ανυπόφορα λυρική) έκφραση ενός κατατεμαχισμένου εγώ, αλλά που διασώζει τη γλώσσα, άρα τη σκέψη, συνεπώς τη στάση τη φιλοσοφική/πρακτική απέναντι στα πράγματα, τουτέστιν πάμε από κείνο το, μεγαλειώδες τότε, στα seventies, και απογειωμένο «η ποίησις είναι η ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» του Ανδρέα Εμπειρίκου, στο τάχατες γειωμένο, χαρτογραφικό, σκακιστικό «ποίηση είναι η πραγματικότητα σε ελεύθερη απόδοση» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Μεγάλο άχθος, αλλά και λυτρωτικό μαζί. Ο ποιητής σήμερα μεριμνά, κυρίως, να σώσει τη γλώσσα. Άρα οφείλει να καταβυθιστεί στη γλώσσα, να πάει στα κοιτάσματα, να δουλέψει στα ορυχεία της γλώσσας. Η πολυτέλεια έχει παραμερίσει. Η ανάγκη γίνεται πυξίδα. Αρχηγεύει η ανάγκη. Πας όπου πας με την ανάγκη στο πλευρό σου.

2. Η ετυμηγορία του ύπνου. «Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,/ η επιταγή αλλάζει χέρια / κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά./ Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο / κάτι σκαμμένα πρόσωπα / τις σόλες σέρνουν / προς τη χαράδρα./ Ονόματα σκληρά ηχούν,/ και τα κιτάπια,/ με σύντομες –των άβουλων– κραυγές,/ σφαλίζουν.// Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα / Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί./ Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους./ Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν / ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,/ σηκώθηκε να σφουγγαρίσει».

3. Παλιό/Καινούργιο. Ο ποιητής, η ποιήτρια, περιπολεί τα γλωσσικά τοπία. Χάνεται/χώνεται/χύνεται στο παρελθόν επίτευγμα, καταβυθίζεται, σκαλίζει, ψάχνει, ανεβαίνει στην επιφάνεια, παίρνει βαθιά ανάσα, κυκλοφορεί στο σήμερα, στη γλώσσα του σήμερα, στη σκέψη του σήμερα. Το αρχαίο τον βοηθάει να ζήσει στο σήμερα. Το παλιό γίνεται η φωνή του καινούργιου, γίνεται το καινούργιο που ανακαλύπτουμε ξανά μες στις πτυχές του χρόνου, γίνεται πάλι ο τρόπος μας να είμαστε υπερμοντέρνοι. Πώς το έλεγε ο Winckelmann; Ο μοναδικός τρόπος να είμαστε απόλυτα μοντέρνοι, να μην μπορεί κανείς να μας μιμηθεί, είναι να μιμηθούμε τους παμπάλαιους, τους αρχαίους. Τρία ατράνταχτα παραδείγματα: Γκι Ντεμπόρ, Tόμας Πίντσον, Νίκος Καρούζος. «Στην Καλαμάτα κλάματα / στο Δίστομο μαχαίρια». Και: «Αμ τι γαρ!».

4. Χορός τα χωρατά σου. «Ήσουν ωραίος~ σαν πνιγμένος Έλληνας./ Το γέλιο σου ως το λαρύγγι, ανέβαινε./ Ήταν πως θα σε σφίξει στην καρδιά / σαν μέγκενη ή σαν κρασί./ Μα, εσύ τσουγκρίζεις το ποτήρι σου,/ χορός τα χωρατά σου, κι αγορεύεις […]».

5. Ευτυχία Παναγιώτου. Στέκει ανάμεσα στην εσκεμμένα ξεχαρβαλωμένη pop art της Γλυκερίας Μπασδέκη (1969) και στον διογκούμενο μορφολογικά μοντερνισμό της Κατερίνας Ηλιοπούλου (1967). Μπορείς να πεις ότι είναι η τριανδρία (!) των γυναικών που γράφουν από τώρα την ποίηση του μέλλοντος, παίζοντας διαρκώς με το παρελθόν. Η Ευτυχία Παναγιώτου (Λευκωσία, 1980), πιο πολύ από την Μπασδέκη και την Ηλιοπούλου, γίνεται των άστρων ο σκύλος («με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη»). Στέργει να σκαλίσει εκεί που σκάλισε ο Γιώργος Ιωάννου για να γράψει εκείνα τα ανυπέρβλητα λαϊκά άσματα στο «Κέντρο Διερχομένων» παρέα με τον Νίκο Μαμαγκάκη. Στους Χορευτές (εκδ. Κέδρος) οι καθρέφτες μπόρεσαν να αλλαξοπιστήσουν, το φουσάτο αίφνης γίνεται υπόκρουση του χάους, ακούμε το μοιρολόι μιας χαρτορίχτρας, βλέπουμε τον ήρωα να ιππεύει για την αιματώδη δύση. Παίρνει τις λέξεις η ποιήτρια και τις χορεύει, όπως σ’ εκείνο το ιρλανδέζικο τραγούδι ο άνεμος χορεύει το κριθάρι. Πώς αλλιώς; Αφού «η κόλαση είναι / η πιο φλογερή καβαλιέρος / στους φυγόκεντρους εφιάλτες μας».

6. Ο Σαλταδόρος. «Κι αν είναι, λένε, σαν σφυριά / του ποιητή η δουλειά / είναι γιατί χρειάζεσαι μια σκαλωσιά / ν’ ανέβεις ως το σύννεφο,/ στη ρίζα, λένε, τ’ ουρανού ν’ ανέβεις, με γλίστρημα κανένα / –αλλιώς του κάκου– / κι όχι γιατί είναι σαν σφυρί / η δουλειά του ποιητή./ Ένα ψάρι σε τηγάνι δεν είναι ψάρι σε ταψί».

7. For those in the know. Διαβάζω τους Χορευτές και τριγυρνάνε στο μυαλό μου μουσικές του Nικ Κέιβ, ποιήματα του Γιάννη Τζώρτζη, σελίδες του Ρέιμοντ Κάρβερ, πίνακες του Γκίκα και του Μπουζιάνη, πλάνα του Παρατζάνοφ, φωτογραφίες του Στράτου Καλαφάτη κι εκείνη η θαυμάσια ταινία (Oh Boy) του πιτσιρικά από το Βερολίνο, του Jan-Ole Gerster (Χάγκεν, 1978), που, όπως η Ευτυχία Παναγιώτου, έστερξε να πάει πίσω για να έρθει πολύ, μα πολύ, μπροστά.

radiobookspotting.blogspot.gr/ Πηγή: http://www.lifo.gr

*

Σε τεντωμένο σχοινί | του Γιώργου Λίλλη

ο αναγνώστης στις 3 Δεκεμβρίου, 2014

Στο εξώφυλλο του βιβλίου μια γυναίκα περπατά πάνω σ’ ένα όχι και τόσο τεντωμένο σχοινί κρατώντας ένα ψαλίδι, ενώ το κοινό την παρακολουθεί. Δεν νομίζω πως είναι τυχαία η επιλογή αυτής της εικόνας της τρίτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Παναγιώτου με τον τίτλο Χορευτές. Η ποιήτρια προσπαθεί να ισορροπήσει μπροστά στο αναγνωστικό της κοινό, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι σταθεί σ’ αυτή τη θέση όταν το σχοινί έχει λυγίσει και προφανώς κινδυνεύει να πέσει και φυσικά να εκτεθεί. Η ποίηση ούτως ή άλλως ήταν πάντα μια αγωνιώδης προσπάθεια να βρούμε έναν τρόπο όπου ο εσωτερικός μας κόσμος βρίσκει ένα μέτρο ισορροπίας με τον εξωτερικό. Η ύλη και το πνεύμα αντιμάχονται διαρκώς. Και ο ποιητής μοιάζει λίγο με γελωτοποιός ή διασκεδαστής, αφού γνωρίζει πόσο ρευστές είναι οι ισορροπίες που κρατάνε τις ζωές μας. Παρ’ όλα αυτά επιμένει. Συνεχίζει. Και μέσα από αυτή την επιμονή κερδίζει να υπερβεί καθετί που μας φυλακίζει στον απόλυτο ρεαλισμό.
Η νέα ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τέσσερα χρόνια μετά την Μαύρη Μωραλίνα, είναι ένα βιβλίο ωριμότητας. Έχοντας κατακτήσει τη φωνή της, μας εισάγει σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, θέλοντας να υπερασπιστεί τη δύναμη της ποίησης να ανατρέπει ακόμα και τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα. Οι Χορευτές δεν είναι μόνο οι ποιητές αλλά και οι αναγνώστες. Τους φαντάζομαι σ’ ένα μικρό Underground θέατρο, όπως εκείνο που ο Χάρυ Χάλερ, πρωταγωνιστής του Έρμαν Έσσε στον Λύκο της στέπας, ανακαλύπτει κρυμμένο πίσω από ένα τοίχο, σ’ ένα σκοτεινό δρόμο, όπου προσκαλούνται μόνο οι τρελοί να παρευρεθούν. Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αλλά θα μετέφραζα την τρέλα ως μια μάχιμη στάση, εντελώς συνειδητή, σε έναν κόσμο που έχει χάσει ήδη εδώ και πολύ καιρό την ουσία του και χάνεται μέσα στο χάος. Η Παναγιώτου επιθυμεί να στήσει το χορό της σε μια τέτοια σκοτεινή σκηνή, συμμετέχει στο θίασο του παραλόγου, με κίνητρο τη σπουδή του πόνου, την αναζήτηση της καθαρής ματιάς πάνω στα πράγματα. Εξάλλου το περιγράφει και η ίδια με πολύ όμορφο λυρικό τρόπο στο ποίημα «Βυζαντινός θίασος»:

Η ζωή είναι βέρα πολύτιμη
που σου περνούν στο σκοτάδι
με μισόκλειστα μάτια.

Αυτοί και μόνο οι στίχοι θα αρκούσαν για να χαρακτηρίσω την Παναγιώτου σπουδαία ποιήτρια. Γιατί η σκέψη που μεταφέρει μπορώ να την οικειοποιηθώ. Γιατί περιγράφει με τον πιο άμεσο τρόπο μεγάλες αλήθειες. Γιατί ζει την ποίηση, αλλιώς δεν θα μπορούσε να γράψει έτσι. Δεν είναι λόγια, είναι απόσταγμα από συναισθήματα που έχουν καταφέρει να γίνουν σκέψεις. Αν σταθούμε μόνο στον σουρεαλιστικό τρόπο γραφής της, που είναι θα έλεγα εντυπωσιακός χωρίς να μιμείται τους δασκάλους του παρελθόντος, δεν θα καταφέρουμε να διακρίνουμε το βάθος των ποιημάτων μας. Ο θίασος της Παναγιώτου προσφέρει θέαμα, αλλά και περισυλλογή. Φως και σκοτάδι. Φωνές αλλά και σιωπή. Είναι ένας παράδοξος τρόπος να μιλάς για τον έρωτα και το θάνατο με τον τρόπο που εισβάλλουν στην ποίησή της, αλλά και μια δραματική υπόσταση για την ούτως ή άλλως δραματική διάσταση της ζωής:

κι αδειάζω τον πόνο
μπουμπούκι που εκρήγνυται
ν΄ ανοίγουν τα πέταλα
(θα γίνουμε δυο).

Κι αλλού:

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
— που σαλτάρισε, είπανε.

Παρέθεσα τα πιο πάνω αποσπάσματα για δείξω πώς κινείται η ποιήτρια ανάμεσα στην απώλεια και τον έρωτα. Γιατί στους στίχους της κρύβεται η πιο αυθεντική ευαισθησία. Πάνω στην σκηνή του μουσικού θεάτρου της, τελικά δεν υποκρίνεται, αλλά ξεγυμνώνεται. Εκτίθεται. Και μου αρέσει αυτή η τόλμη:

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής

στα γόνατα είχε πέσει.

Ουδέν σχόλιο σ’ ένα άρτιο ποίημα που προσωπικά με απογείωσε. Είναι ένας άλλος τρόπος να εισβάλλεις στο χώρο και το χρόνο. Να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στον κόσμο ή το αντίθετο, όπως σε παρατηρεί εσένα ο κόσμος. Για όσα δεν θέλουμε να μιλάμε, για όσα δεν θέλουμε να παραδεχθούμε, κι όμως μέσα μας το καρδιοχτύπι, η αγωνία, μας έκλεψε όλες μας τις άμυνες να μη φανούμε νικημένοι. Χωρίς όμως καμία διάθεση πεσιμισμού. Αλλά σαν μια παραδοχή για όσα χάσαμε μέσα στο πέρασμα του χρόνου αλλά και γι’ αυτά που μας περιμένουν να κερδίσουμε.
Βρίσκω στους Χορευτές πολλούς στίχους που με συγκίνησαν, που με ώθησαν να συμμετέχω παρά να είμαι θεατής στο χορό της ζωής. Μια ώριμη κατάθεση, που χρειάστηκε πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί. Η Παναγιώτου δεν επαναπαύεται σ’ αυτά που έχει πετύχει, βάζει τον πήχη ψηλά και συνεχίζει να αναζητά:

Μπρος στην λεηλασία στέκεσαι
ανυπεράσπιστη.

Αν είσαι μέσα ή έξω δεν θα το μάθεις.
Ρίψεις, ποδοβολητά και δάκρυα θα σε διώκουν.
Απ’ τα πνευμόνια σου όμως, ωτακουστή,
θα εκτιναχθούν αλλόγλωσσα πτηνά.

Αυτό. Τίποτα παραπάνω. Φαντασμαγορία, υπέρβαση, ρίγος. Η δύναμη της αληθινής ποίησης.

*

Από των ονείρων το υλικό, από της ποίησης το κάλεσμα

γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

3 Δεκεμβρίου, Fractal

Ψιχαλιστός έρχεται ο στίχος: Is all that we see or seem/ But a dream within a dream? Μα, κι αν ο Πόε – τότε γιατί όχι ο Τσέλαν; O little root of a dream. Ποτιστικό έρχεται το όνειρο της Πηνελόπης στη ραψωδία Τ της Οδύσσειας που ο Οδυσσέας-αετός αιωρούμενος πάνω από το μέλαθρο του ανακτόρου του, μασάει χήνες, μακελεύει χήνες και ανακράζει: «Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι ο Οδυσσέας ο άνδρας σου». Το αντί-φιλμ (αντιπραγματικότητα;) του Άντι Γουόρχολ που κινηματογράφησε την Μπριζίτ Μπαρντό, για πέντε ώρες και είκοσι λεπτά, την ώρα που κοιμόταν – που δραπέτευε από την πραγματικότητα. Όλα τείνουν προς την ονειρική διάσταση.
Όμηρος, ξανά: Δύο είναι οι πύλες των ονείρων. Η μία είναι φτιαγμένη από φίλντισι, ζεστό ελεφαντόδοντο, απατηλό υλικό. Η άλλη είναι φτιαγμένη από κέρας: σκληρό υλικό, το θρύπτεις και μένει αναλλοίωτο. Όπως η πραγματικότητα. Η Ευτυχία Παναγιώτου στους «Χορευτές» διατρέχει από την «Ετυμηγορία του ύπνου» (εναρκτήριο ποίημα της συλλογής) έως το «Η μάρτυρας τραγουδά την αλήθεια» (ακροτελεύτιο ποίημα) την ενύπνια φύση μιας ποίησης που βρίσκεται σε εγρήγορση – κάτι σαν τα Σωκρατικά ενύπνια που του δήλωναν με ποιο τρόπο θα πεθάνει.
Από φίλντισι και κέρας είναι φτιαγμένη αυτή η συλλογή. Το απατηλό και το εύθραυστο και το ακροσφαλές (ο παραδαρμός των ημερών), συναντιέται με το ενεργητικό παρουσιαστικό των στίχων, με της ποιήτριας την άλλη καταβύθιση που μοιάζει ονειρική, αλλά πάνω από όλα είναι ιλιγγιώδης, κυριευμένη από μια έξαρση.
Η Παναγιώτου διανοίγει το πλάνο σε αυτή τη συλλογή: συνομιλεί με το κοινωνικό, με της Ιστορίας την τεθλασμένη εικόνα. Συνομιλεί με την ποίηση, με την άγρυπνη έκφραση του ποιητικού σώματος. Σκαρφαλώνοντας, αλλά και πέφτοντας σε όλα τα στάδια του ύπνου, οδηγείται από την άφευκτη ακινησία στην αριστοτέλεια «ομοιότητα» των ονείρων (αν δεις βουνό, βουνό θα είναι), για να ορθωθεί στίχος και ποίημα σε ένα χορευτικό ντελίριο – μια ακροβασία στο κενό – το αδέλφι του ανθρώπου- το κενό.
Οι στίχοι, βαθμηδόν, εξιστορούν οράματα, εικόνες ενός άλλου τόπου που και αυτός δικός μας είναι – κρυφός, τραχύς και ανεπεξέργαστος και τώρα έρχεται το ποιητικό σώμα να τους δώσει υπόσταση. Από την «καλή πλευρά» του Καρούζου, έως την «εξέγερση του ύπνου» και από το «γκρέμισμα του ύπνου» του Ηλία Λάγιου έως τον «αρχαίο έρωτα» του Χατζιδάκι, η Παναγιώτου προβάλει τις πηγές. Τις δικές της –το λεκτικό ισοδύναμο της ακραιφνούς σχέσης της με τους ποιητές-, αλλά και των ανθρώπων την άφευκτη ονειροβασία. Η σύνδεση των ποιημάτων σε ένα σώμα είναι ευκρινής: είναι μια πορεία. Δεν επιδέχεται αποσπασματικές επιλογές. Τα μέρη και τα μόρια της είναι δεμένα το ένα με το άλλο στην αλυσίδα της ποιητικής διαδρομής. Συμβαίνει αυτό που γράφει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης για την έκπαγλη «Νέκυια»: «Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ διήγηση δὲν ἔχει, καὶ ἐδῶ, ἐσοχὲς καὶἐξοχές, εἰσπνοὲς καὶ ἐκπνοές• ἀλλοῦ ἡ κίνησή της ἐπιταχύνεται, ἀλλοῦ ἐπιβραδύνε¬ται, κάποτε φαίνεται νὰ σταματᾶ σὲ προσωρινὴ ἀνάπαυλα – αὐτὲς οἱ ἐναλ¬λαγὲς ρυθμίζουν τὸ σύνολο τῆςἀφήγησης καὶ τῆς ἐξασφαλίζουν τελικῶς συνέχεια καὶ συνοχή.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην ποίηση της Παναγιώτου. Είναι, δε, μια βαθιά, διαπεραστική, λυτρωτική καταβύθιση σε μια γλώσσα που ανασαίνει που φέρνει καινούργιες ουσίες στο στίχο και που ξεπερνάει τα προσχήματα του μοντερνισμού για να έρθει σε εμάς καθαρή, νοητική, πλημμυρισμένη από ποιητική στίλβη. Εντέλει, είναι μια ποίηση-κάλεσμα στο συνειδητό να διαφύγει από τη σπασμωδική αρχιτεκτονική του, να αποκτήσει την πατίνα μιας έξαρσης, ενός οράματος, μιας άλλης ανθρώπινης φύσης.

*

Κείμενο της Πηνελόπης Πετράκου, περιοδικό Κλεψύδρα, τ.χ. 7, 2014, σ. 91

Κλεψύδρα_τχ. 7_2014_Κριτική Πηνελόπης Πετράκου*

Της Αναστασίας Γκίτση
(Βακχικόν, τ.χ. 28)

Να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου

Με τη χρήση προτροπής του Καρούζου άρχεται η περιπλάνηση στις ποιητικές σελίδες της Ευτυχίας Παναγιώτου. Ετυμηγορεί ο ύπνος με ήχους μακρόσυρτους, επιβεβλημένους από τον φάρυγγα, ήδη, του διαδρόμου. Η αθώα παιδικότητα σαβανώνεται, ήδη, από τα γενοφάσκια της. Μέσα, στο πιο μέσα της, ταλαντεύεται μόνο η θηλιά και το πτώμα του “εσύ”. Πάλι από την αρχή. Συμβουλή εν είδη προστάγματος “γύρισε ξανά πλευρό”.
Η Ευτυχία Παναγιώτου χορεύει τις λέξεις, και το κάνει καλά, σε πλήρως εναρμονισμένο χορό “Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών” άλλοτε σε βαρύ ζεϊμπέκικο του κάτω κόσμου, άλλοτε σε βαλς και άλλοτε σ’ανάλαφρη πιρουέτα. Χορεύει και τις λέξεις και τους ανθρώπους. Τον ρήτορα, την χαρτορίχτρα, τις υφάντρες, τον σαλταδόρο, τον καθένα από εμάς με τον ρόλο ή τους ρόλους, σε πληθυντικό αριθμό, τους παρασύρει σε αέναο χορό, σε αειφόρα κίνηση με κάθε στίχο να χτίζει τον επόμενο, με κάθε αράδα να προϋποθέτει την προηγούμενη, με κάθε τίτλο να εισπηδά επιδέξια μέσα στο ποιητικό corpus της συλλογής.
Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙
στα γόνατα είχε πέσει

Η μονοτονία δεν συνάδει με τη γραφή της Ευτυχίας Παναγιώτου, ούτε και η ευπεψία των εννοιών. Δυσκολεύει, παιδεύει και εν τέλει δικαιώνεται καθώς οι αφηγηματικές κλωστές της που συνέχουν ιστορίες απόκοσμες και αντίξοες, δένουν αναγνωστικά το βλέμμα και υπνωτίζουν το πνεύμα. Τα ποιήματα της συλλογής της Παναγιώτου δεν θα παλιώσουν, επειδή κατορθώνει να ανασαίνει τις λέξεις στα μηνίγγια, επειδή τις ακροβατεί (αξίζει να υπογραμμιστεί η υποβλητική φωτογραφία του εξωφύλλου που ανήκει στον Ιωάννη Στρατουδάκη) στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, της ελευθερίας και της δουλείας, του καλέσματος και του αποχαιρετισμού.
Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
-κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Με ροπή προς το αντίθετο από αυτό που υποψιαζόμαστε, με έμφαση στο πρόσωπο που αγκομαχά πίσω από αλλεπάλληλα -εκούσια ή ακούσια- προσωπεία, η Παναγιώτου δείχνει με το δάκτυλο μια ζωή που απομακρύνεται από κοντά, ή που πλησιάζει επικίνδυνα και απειλητικά. Δείχνει τον φόβο, την κόλαση, δείχνει το πρόσωπο μας.
Τόσα κορμιά χαϊδέψαμε
στο χαμίνι του πατρικού κλήρου.
τα μυρωμένα μας μέλη ακόμα γλιστρούν
το ’να μες στ’άλλο μουδιασμένα
και το κέντημα της ηδονής μας, νωπό,
πλέκει ένα πρόσωπο,
που είναι η ζωή μας.

Και αφού μας τα δείχνει όλα αυτά, η ίδια συνεχίζει, σε ύφος χορευτικό, να γρονθοκοπεί στον πυρετό της αγάπης.

http://www.vakxikon.gr/content/view/2121/11483/

*

Σύγχρονη ποίηση, του ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Χορευτές, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 64

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο

Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.

Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου

που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι

του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,

από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει

― Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,

και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα

ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος

και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,

αυτό που αναδύθηκε

― Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

Το προηγούμενο βιβλίο της Ευτυχίας Παναγιώτου (Μαύρη Μωραλίνα, 2010) προσέχθηκε ιδιαίτερα, ίσως γιατί, πατώντας στη μεταπολεμική ποιητική παράδοση, διέκρινε, διορατικά, τις γόνιμες περιοχές (όπως είναι π.χ. η ποίηση της Ελένης Βακαλό) απ’ όπου θα μπορούσε να υπάρξει μια συνέχεια. Όμως η κάθε είδους συνέχεια, ακόμα και η πιο διορατική και προωθημένη, απλώς πιστοποιεί, για εμάς τους κρίνοντες, την απαραίτητη φιλολογική σκευή και γνώση των νεωτέρων, αλλά και καθησυχάζει την αμηχανία μας μπροστά στα ενδεχόμενα που μας επιφυλάσσονται απ’ αυτούς, τα οποία ίσως να είναι και ανατρεπτικά των βεβαιοτήτων μας και της βολής μας.

Κανείς δεν γράφει για κάποιο βιβλίο χάριν αυτού, ακόμα και αν προτάσσει το πιο μειλίχιο ή και ψυχόπονο προσωπείο του. Τις δικές του επιλογές προβάλλει, τα δικά του κριτήρια υπερασπίζεται, τον δικό του ορίζοντα προσδοκιών. Με αυτή την έννοια, η Μαύρη Μωραλίνα δεν ήταν ένα «επικίνδυνο» βιβλίο, όσο και αν ήταν ίσως και επώδυνη η διαδικασία μέσα στην οποία η ποιήτρια έψαυσε τα όρια του ποιητικού μοντερνισμού, επιχειρώντας μάλιστα να τον επικαιροποιήσει, με τρόπο ομολογουμένως εξαιρετικό.

Στην ανά χείρας, τρίτη ποιητική συλλογή της Παναγιώτου, τα πράγματα σοβαρεύουν, και γίνονται όντως επικίνδυνα. Αυτό το βιβλίο, δεν γράφεται με βάση την παραδοχή της κρίσης του μοντερνισμού, αλλά με δεδομένο ότι αυτή η κρίση δεν είναι πλέον ανατάξιμη. Μια τέτοια διαδικασία ποιητικής αυτοσυνειδησίας δεν είναι μόνο επώδυνη αλλά και δημιουργική. Το πιστοποιούν άλλωστε τα τεκμήριά της, που, στην περίπτωση της Παναγιώτου, είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη μορφή των ποιημάτων, όταν δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα, και στην παρούσα μορφή τους, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο.

Είναι μια διαδικασία βίαιης ωρίμανσης, όπου θα έπρεπε να διαχειριστεί την επιτυχία της, δηλαδή να βγει έξω από την επικράτεια του πραγματωμένου έργου της, εν προκειμένω της Μαύρης Μωραλίνας. Έξω από τη δημιουργική μαθητεία, έξω από την ασφάλεια που παρέχει η αναμόχλευσή της.

Έστω και αν η συλλογή εκείνη την υπερέβαινε, και ταυτόχρονα επρόκειτο για μια επίτευξη απόλυτα δική της, το ζητούμενο τώρα ήταν τι θα επιλέξει, ως καλλιτεχνική στάση. Και η καλλιτεχνική στάση είναι συνώνυμη με τη διακινδύνευση. Όπως και μερικοί ακόμη ποιητές της ηλικίας της (τριαντάρηδες), δείχνει να έχει συνείδηση αυτής της ταύτισης της τέχνης, με την έκθεση, με το ρίσκο, με τη διακινδύνευση. Μια στάση η οποία επί πολλές δεκαετίες ήταν δυσεύρετη στη νεοελληνική ποίηση, γι’ αυτό και έχουμε πολλούς καλούς ποιητές, αλλά ελάχιστες διακριτές ποιητικές.

Δεν επενδύω υπέρμετρες προσδοκίες σε αυτούς τους νεώτερους ποιητές, όμως και μόνο η παράμετρος θεωρία που υπάρχει στα προαπαιτούμενά τους, ως αναγκαιότητα να οριστούν σε σχέση με αυτήν διαμορφώνοντας την ποιητική τους ταυτότητα, τους απομακρύνει από την κυρίαρχη πρακτική του ναΐφ, το οποίο βέβαια σήμερα δεν διαθέτει καμιά αίγλη λαϊκότητας και αυθεντικότητας, αλλά είναι συνώνυμο ενός ιδεολογικά επικίνδυνου νεορομαντισμού, που δεν μπορεί να καταλήξει παρά στον κοινοτισμό.

Σήμερα πια θαμπώνουν οριστικά τόσοι και τόσοι μεταπολεμικοί, που αναπαύθηκαν στη σκιά των επιτεύξεων της γενιάς του ’30, και επανέρχεται, προσωπικά στον καθένα που γράφει ποίηση, το σκληρό, αλλά πάντα παρόν και θεμελιώδες ερώτημα: τι νέο κομίζετε εις τέχνην; Γιατί η κοινωνική συνθήκη «ποίηση» αφορά πολλά πράγματα, αλλά δεν αφορά κατ’ ανάγκην την ποίηση ως τέχνη. Ποιηματογράφους έχουμε αρκετούς, και όντως γράφουν αξιοπρεπή και αξιόλογα ποιήματα. Είναι ένα σημαντικό κοινωνικό και πολιτιστικό κεφάλαιο. Όμως την ποίηση, ως τέχνη, και τους ποιητές, ως καλλιτέχνες, είναι που αναζητούμε όταν γράφουμε λογοτεχνική κριτική, τα αισθητικά προτάγματά τους οφείλουμε να κρίνουμε και να αναδεικνύουμε.

Στους Χορευτές, λοιπόν, η Παναγιώτου, βγαίνοντας από την επικράτεια των αισθητικών προκείμενων της διαπίστωσης, ή και της ταυτοποίησης της κρίσης του μοντερνισμού, ανοίγεται σε ένα πέλαγος τρόπων και ποιητικών ερεισμάτων, επιχειρώντας να τιθασεύσει τις δυνάμεις και τις απαιτήσεις που αυτά εγείρουν, δηλαδή τη νοσταλγία, τη μίμηση, την επισημείωση, αλλά και την ανέξοδη πρόκληση. Αυτοί οι τρόποι και αυτά τα ερείσματα εκτείνονται από την κυπριακή ιδιόλεκτο μέχρι τον Εγγονόπουλο, από το δημοτικό τραγούδι μέχρι τον Καρούζο, από τον Σολωμό μέχρι τον Λάγιο, από την ποίηση ποιητικής μέχρι τη λαογραφία, από τον Ώντεν μέχρι τον δεκαπεντασύλλαβο, από το παρόν στο διάσπαρτο παρελθόν.

Δεν υπάρχει ένας ρυθμός που διατρέχει το βιβλίο, έστω με τις διακυμάνσεις του και τις παραλλαγές του, δεν υπάρχει ένα ασφαλές ρεπερτόριο το οποίο καθησυχάζει τις ανασφάλειές μας. Οι χορευτές ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί, όπως στο εξώφυλλο, υπό το βλέμμα ενός ισχνού κοινού, με το τεράστιο ψαλίδι στα χέρια του καλλιτέχνη, να απειλεί τη δεδομένη, για το κοινό, δεξιοτεχνία του και τη συνακόλουθη ασφάλειά του. Και πάλι, όμως, η εξουσία δεν βρίσκεται στο χέρι του, δεν διαθέτει το προνόμιο της επιλογής της ύπαρξής του, ούτε βέβαια της τελευταίας λέξης, γιατί οι χορευτές είναι πολλοί μέσα στο βιβλίο, πολλοί και μέσα σε κάθε ποίημα. Τελικά, ο χορευτής είναι ένα απείκασμα της φιγούρας του καλλιτέχνη, στα μάτια του κοινού. Ακόμα και η αυτοκτονική πτώση του, απλώς θα τους διασκέδαζε αδιάφορα.

Μα εσένα το μυαλό σου στο χορό.

Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο της Παναγιώτου διαλέγεται ισότιμα με το ακόμα ισχνότερο κοινό, το οποίο δεν συντίθεται από φυσικά πρόσωπα και άλλα εφήμερα, αλλά από τα αισθητικά αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Ένα κοινό που ποτέ δεν ξεπέφτει στο επίπεδο της κοινότητας και στην ιδεολογία του κοινοτισμού, γιατί η αριστοκρατικότητα της τέχνης, ως εξόχως ανταγωνιστική συνθήκη, είναι που το συνέχει. Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν την κ. Παναγιώτου, ως νέα και υποσχόμενη ποιήτρια, ως «αντιπροσωπευτική της γενιάς της», και τα τοιαύτα που δεν εμπνέουν, και ας δούμε το βιβλίο της όπως παίρνει τη θέση του, ας ακούσουμε τους ήχους και ας αναδεχθούμε τις δονήσεις που προκαλεί η τριβή του με άλλα άξια βιβλία, στην προθήκη του ιστορικού παρόντος.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Τελικά, ποιο είναι το αισθητικό πρόταγμα του βιβλίου; Είναι μήπως μεταμοντέρνο; Σίγουρα βρίσκεται έξω από την επικράτεια του μοντερνισμού. Προσπαθεί να οριστεί μέσα στη σημερινή, ασαφή, και ίσως μεταβατική, ιστορική συνθήκη. Τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή το έμφυλο, το πολύτροπο, το οιονεί πολυφωνικό, το ανομοιογενές, ο σπασμένος ήχος και η εκ νέου εμφάνισή του, σε μια διαδικασία ήπιων μεταμορφώσεων και μεταλλάξεων, ούτε κρύβονται ντροπαλά ούτε φωνάζουν περιφερόμενα ως δηλώσεις προθέσεων. Υπάρχουν όμως, και λειτουργούν, εγείροντας απαιτήσεις σύνθεσης, διαύγασης, δημιουργίας διακριτού ύφους και ποιητικής, φτιάχνοντας, ψηφίδα την ψηφίδα, τις ίδιες τις προϋποθέσεις τους. Αναμένουμε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αλλά και πιο δύσκολη, τη συνέχεια.

Υ.Γ. Το βιβλίο διαθέτει, σε μελετημένες δόσεις, τις απαραίτητες «αποδείξεις», για όσους αξιολογούν την «θεματική» ως το ισχυρότερο κριτήριο, και μόνο δι’ αυτού μπορούν να δουν αν ένα βιβλίο διαθέτει τις αναγκαίες αγκυρώσεις στο παρόν και στην ιστορία. Για παράδειγμα: Οι Μοίρες παίζανε/ γεμάτο ζάρι/ – Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο -/ την τύφλα τους λευκό κουτσό./ Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.// Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.

*

Κριτική από την Άλκηστη Σουλογιάννη («Τα Ποιητικά», τ.χ. 16, Δεκέμβριος 2014, σ. 18. )

Σουλογιάννη_Ποιητικά

Σουλογιάννη_Ποιητικά_2*

16311049-page-001*

Γράμμα σε μια ποιήτρια που χόρευε όπως η γάτα της
Αρθρογράφος Δημήτρης Αθηνάκης • 05/03/2015
Latenighter’s Booktales
του Δημήτρη Αθηνάκη

Ευτυχία μου,
Στον προφορικό λόγο, δεν ξέρω αν το «Ευτυχία μου» ακούγεται με κεφαλαίο ή με πεζό έψιλον. Για να το ξεκαθαρίσω, αλλά και για να ξεμπερδέψω, θα πω ότι και με το ένα και με το άλλο είμαστε μέσα.
Έχω διαβάσει με πολλή προσοχή το βιβλίο σου. Μεταξύ μας, το έχω διαβάσει περί τις 350 φορές, στην πρώτη του μορφή, στη δεύτερη, στην τρίτη, σελιδοποιημένο, στημένο, φορεμένο, πονεμένο και αγαπημένο. Εδώ είναι η στιγμή που θα έπρεπε να πω κάτι του στιλ «κάθε φορά ανακάλυπτα και ένα καινούργιο μυστικό που μου έλεγε το βιβλίο σου» ― μπλιαχ, δηλαδή. Ή ότι έβρισκα συνεχώς κάτι παλιό, κάτι δικό μου, κάτι δικό σου, κάτι της δύσμοιρης πραγματικότητας, κάτι της παροντικής Ιστορίας, κάτι που ήξερα μα δεν μπορούσα να το πω. Μπλιαχ, επίσης.
Οι Χορευτές σου είναι ένα βιβλίο ελαφρύ ― αν κρίνει κανείς από το χαρτί του. Είναι μαζί κι ένα βιβλίο πάμβαρυ, σαν το κάρμα των ηρώων και των ηρωίδων σου, που θα το κουβαλάνε και στις επτά ή δεκαεπτά ζωές που είναι προορισμένοι να ζήσουν.
Αναρωτιέμαι εάν εσύ έχεις καθόλου σκεφτεί ότι οι ήρωες και οι ηρωίδες σου είναι νεκροί. Αν έχεις κάπου μέσα σου χαϊδέψει τ’ άψυχα σώματα των χορευτών που παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας. Και τι εννοώ; Απλώς ότι έχεις πάρει την ψυχή αυτών των χαρακτήρων και την κάνεις βόλτα στο σπίτι, στην πόλη, σε μια άλλη πόλη, σε ένα άλλο σπίτι, σ’ ένα αυτοκίνητο που παλεύεις να οδηγήσεις, σ’ ένα πανεπιστήμιο, σ’ ένα κρεβάτι. Το ξέρω ότι δεν ακούγεται ωραίο αυτό το «νεκροί» ή αυτό το «άψυχοι», αλλά, Ευτυχία μου, τους έχεις απαλλάξει από τις έγνοιες του κόσμου, από τις συμβάσεις μιας κάποιας κοινωνίας, από τις σώνει και ντε καθημερινές τους ασχολίες, τα άγχη ― τις επιθυμίες ακόμα ακόμα.
Οι χορευτές του βιβλίου σου είναι απαλλαγμένοι. Η αναγκαστική περίφραξη της κοινωνίας που θέλει τα μέλη της ενεργά και προσηλωμένα σ’ έναν σκοπό, αυτόν που θέλει τους πάντες να παλεύουν, να προσπαθούν και να επιμένουν, στους ήρωες και στις ηρωίδες γίνεται ένας χορός που εξυμνεί το τίποτα ― ένας ατέλειωτος χορός απαλλαγής από την επίκτητη καλότητα ―αλλά όχι καλοσύνη― και την αναγκαστική υπέρβαση εαυτού. Οι χορευτές σου, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος χωρίς την Ιστορία, είναι ο χρόνος χωρίς ρολόι, είναι η αγάπη χωρίς «έχω δουλειά, θα σε πάρω μετά». Οι Χορευτές είναι το βιβλίο της σωτηρίας από το ανόητο ―και πόσο πληκτικό, θε μου― «πρέπει να ζήσω».
Ευτυχία μου,
Οι χοροί και τα τραγούδια του βιβλίου σου, οι στίχοι που έγραψες κι εκείνοι που δανείστηκες, τα γράμματα που επέλεξες κι εκείνα που σε επέλεξαν νομίζω ότι λοιδορούν τις αποτυχίες, βγάζουν γλώσσα στις επιτυχίες και χορεύουν πάνω στο κουφάρι του αιώνιου Συντάγματος της ομορφιάς. Η ομορφιά δεν πρόκειται να σώσει κανέναν κόσμο, αφού ο κόσμος δεν έχει ανάγκη να σωθεί ― αν είχε ανάγκη να σωθεί, δεν θα ήταν κόσμος, δηλαδή στολίδι, θα ήταν ένα τσουβάλι με δικαιωμένες πράξεις και υπάρξεις. Γιατί είναι κάπως οξύμωρο να πρέπει να ζήσεις, να προσπαθείς να σωθείς, αλλά τελικά να μένεις στην προσπάθεια ― είτε έχεις λανθασμένο στόχο είτε ο τρόπος σου είναι για τα περιστέρια.
Αυτή είναι η ομορφιά των ποιητών και των ποιητριών, ωστόσο. Εντάξει, όχι όλων μας ― ας μην είμαστε τόσο συνδικαλιστές με το σινάφι μας. Η ομορφιά αυτή, Ευτυχία μου, είναι ο κόσμος τους, αυτός που έχει ξεσκονίσει από πάνω του τα μέτρα και τα σταθμά, τα άρθρα, τις παραγράφους και τις εγκυκλίους της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν είναι ένας άλλος κόσμος ―εφικτός ή μη―, είναι ένας κόσμος που ξενυχτάει πάνω στην ανθρώπινη ευτυχία, και στην τραγωδία μαζί, κάνοντάς τες απλές εμπειρίες μιας καλά κρυμμένης δικαιολογίας της ύπαρξης της ύπαρξης. (Κι αναρωτιέμαι πάλι: υπάρχει η ύπαρξη;)
Όταν έπιασα τους Χορευτές στα χέρια μου, τυπωμένους πια, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ―επιτέλους!― κερδίσαμε τη ζωή μέσα σε μερικές σελίδες. Ξεφορτωθήκαμε τα «ποιος είμαι και πού πάω» και ζαλωθήκαμε ένα πανέμορφο «γουστάρω». Έγινε ξάφνου η Αθήνα το πιο ωραίο μέρος του πλανήτη, τα πιο όμορφα (και τα πιο πολύπαθα) μέρη του πλανήτη έγιναν δικά μας, έγιναν οι γειτονιές κάτι ξεχασμένες σπηλιές των Άνδεων, έγιναν οι άνθρωποι κορμιά που περπατούν στη Γη χωρίς σκοπό ― επιτέλους!
Ευτυχία μου,
Το ξέρω ότι διαβάζω τα βιβλία των άλλων με αρχικό γνώμονα τις δικές μου θεωρίες. Το ξέρω, επίσης, ότι προσπαθώ να τα καταλάβω με τη δική μου σκευή. Είμαι σίγουρος ότι είμαι ελλιπής αναγνώστης, κατέχω την απόλυτη ημιάγνοια, περιφέρομαι στα βιβλία και στις λέξεις μ’ ένα ανυποχώρητο και οριστικό «ίσως», χαϊδεύω τα γράμματα των άλλων μ’ ένα ανήμπορο «γιατί;». Ακόμη και οι παρουσιάσεις που κάνω, σαν αυτήν εδώ απόψε, είναι μια φοβισμένη απόπειρα να εντάξω όλα τα παραπάνω σ’ έναν κατάλογο από μικρές επιτυχίες, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω τα μιστά μου, δηλαδή την αγάπη και τα ζεστά χέρια, τις αγκαλιές και τους χορούς.
Οι Χορευτές σου, όμως, Ευτυχία μου, δεν με έχουν ανάγκη. Όλη η παρουσία μου εδώ είναι μία ανέξοδη περφόρμανς για να πω απλώς ότι είσαι μία σπουδαία ποιήτρια, για να φωνάξω, χωρίς φωνή, ότι, όταν εσύ γράφεις, εγώ όντως παρακολουθώ τον κόσμο απ’ την αρχή και του χαρίζω νέα επίθετα, νέα ουσιαστικά, νέα επιρρήματα ― μόνο και μόνο για να τον προσαρμόσω στις δικές σου λέξεις. What do you offer your friends to make them so supportive, λέει η Σάρα Κέιν, κι εγώ μένω με το στόμα ανοιχτό. Επειδή απλώς υπάρχω για να τους θαυμάζω. Φτάνει; Ποιος ξέρει…
Η γενικότητα ―παρότι απαραίτητη στον κόσμο της πολύμορφης αλληλεγγύης― που λέει ότι τα πάντα είναι πολιτικά, ότι ο έρωτας, η τέχνη, η ύπαρξη η ίδια είναι πολιτικά είναι ένας άλλος τρόπος να σοβατίσουμε τις πληγές από τις σφαίρες ενός πανανθρώπινου εμφυλίου, που ξεδιπλώνεται ανάμεσα σ’ εκείνους που γνωρίζουν και σ’ εκείνους που δεν θέλουν να μάθουν, ανάμεσα σ’ εκείνους που μαθαίνουν αναγκαστικά και σ’ εκείνους που ξεχνάνε εκόντες άκοντες. Η ποίηση δεν βρίσκεται κάπου στη μέση ― βρίσκεται πάνω πάνω, στα σκοπευτήρια και στους πυργίσκους των φυλακών, στις κορυφές των λόφων που χώνονται μες στις πόλεις, στα πατάρια κρυμμένων μπαρ, στα ψηλοτάκουνα κάποιων γυναικών και στα ποσέτ αφόρετων κουστουμιών. Η ποίηση ―και θα βάλω ένα «σου» εδώ― είναι ένας χορός της ξηρασίας, μία λιτανεία για ήλιο, ένας εξορκισμός-πρόσκληση στον διάβολο, μια επανάσταση που δεν έχει κίνητρο: η ποίηση, Ευτυχία μου, και ιδίως η δική σου, είναι η απουσία δικαιολογίας ― είναι ο θόρυβος των κωφαλάλων.
Ευτυχία μου,
Για τα σπουδαία βιβλία, για τα βιβλία εκείνων που αποχαιρετούν το αμήχανο «νέος και πολλά υποσχόμενος», όπως έχει γράψει ο Κώστας Βούλγαρης στην κριτική του για τους Χορευτές, δεν έχεις να πεις, σε μια τέτοια παρουσίαση, τίποτε πέρα από όσα έχεις ήδη γράψει εσύ στο βιβλίο σου. Το γράμμα μου αυτό είναι ακριβώς εκείνη η αμηχανία να μιλήσω γι’ αυτό το βιβλίο ― μόνο σε σένα μπορώ ν’ απευθυνθώ, αλλά και σ’ όσους και όσες είναι σήμερα εδώ, μπας και πάνε ν’ αγοράσουν τους Χορευτές, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και πρέπει να βγάλεις και κάνα φράγκο, μεταξύ μας.
Ευτυχία μου και ευτυχία μου,
Τόσα χρόνια που σε ξέρω, τόσα και τόσα που έχουμε προσπαθήσει μαζί, δεν έχω καταφέρει ―και το λέω με πολλή περηφάνια― να ξεχωρίσω μέσα μου την Ευτυχία που αγαπώ από την Ευτυχία που θαυμάζω• την Ευτυχία με έψιλον κεφαλαίο και την ευτυχία με έψιλον πεζό. Έχω, όμως, καταφέρει να διαχωρίζω ―κάθε, μα κάθε φορά― το πόσο ο θεός της φιλίας μας κάνει παρέα με τον δαίμονα της ποίησής σου που διαβάζω. Είμαι σε θέση, πιο σίγουρος από ποτέ, να βρίσκω συνεχώς την τρύπα για ν’ ακούσω την καρδιά σου και το κουράγιο να τρυπώσω στα γραπτά σου.
Κυρίες και κύριοι,
Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου χρειάζεται κουράγιο. Οι Χορευτές της είναι ένα έργο ανίερο, ένα έργο που έχει μετατρέψει τη διαρκή, ναΐφ, κατάφαση στην ομορφιά και την ευτυχία (με έψιλον πεζό) σε έναν ατέρμονα εμφύλιο μεταξύ ενός απώτατου «δίνομαι» κι ενός αφειδώλευτου «δίνω». Η ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου είναι η αγάπη που δεν τιθασεύεται, ο έρωτας που δεν πτοείται, η παρέα που δεν λογαριάζει, το σώμα που δεν αντιστέκεται. Η ποίησή της, όλες της οι λέξεις, είναι η μάχη του καλού με το καλύτερο, είναι η νίκη πάνω στην αδάμαστη επιθυμία να μη θέλεις ό,τι, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει, αλλά να ποθείς όσα πάντοτε σε κάνουν να θέλεις να υπάρξεις εσύ. Και να υπάρξεις ωραία.
Ευτυχία μου,
Μπράβο σου, μωρό μου.

http://allwrite.gr/gramma-se-mia-poiitria-poy-xoreve-opws-i-gata-tis/

*

Γιώργος Κορδομενίδης, «Βιβλία στο κομοδίνο», Εντευκτήριο, τχ. 106, σ. 170

Εντευκτήριο_Χορευτές*

Αλέξανδρος Παν. Στεργιόπουλος, Οδός Πανός, τ.χ. 166, Απρίλιος-Ιούνιος 2015, σ. 184

2015-07-14 10.56.04

*

Γιώργος Βέης, «Ποιητικές αναγνώσεις», Τα Ποιητικά, τ.χ. 18, Ιούνιος 2015, σ. 26

20150625_124500

20150625_124526

*

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, «Χορευτές», εκδ. «ΚΕΔΡΟΣ», 2014

Από την πρώτη της συλλογή η Ευτυχία Παναγιώτου αποφασίζει δυναμικά να μας εισβάλλει στον στρόβιλο και στην δίνη του πειράματος της γλώσσας, της γραφής, του ποιήματος. Στους «Χορευτές», μια εντέχνως έντονη διατύπωση του συνειρμού, νομίζω πως αυτό το πείραμα έχει φτάσει στην αποκορύφωσή του. Περιγραφικά η συλλογή αποτελείται από μια σειρά ποιημάτων που θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με όνειρα, ή με ένα συνεχές και μεταβαλλόμενο όνειρο κατά την διαδικασία του ύπνου. Θα έλεγα πως ο λόγος της Παναγιώτου σ’ αυτή τη συλλογή, σχοινοβατεί (δεν είναι τυχαίο το εξώφυλλο) ανάμεσα σε μία έξω-ρεαλιστική γραφή και στην προσπάθεια σχηματισμού δομών ποιήματος που θα έμοιαζαν με τα κτίρια του Antoni Gaudí. Η συλλογή είναι επιτυχώς χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες που τα ποιήματα τους δίνουν την γραμμική ένταση της ονειρικής διαδρομής. Το περιεχόμενο των ποιημάτων είναι εξαιρετικά διευρυμένο, δεν θέλω να προσπαθήσω να το καταγράψω, αντιθέτως το αφήνω στην ελευθερία του αναγνώστη, όμως πάντα υφέρπει η διερώτηση για την υπόσταση και γραφή ενός ποιήματος

Αντώνης Ψάλτης, στήλη «Το βιβλίο της βδομάδας», Θράκα.

*

«ΧΟΡΕΥΤΕΣ»: Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΙ…

«Χορευτές», Ευτυχία Παναγιώτου, εκδ. Κέδρος

Γράφει η Τέσυ Μπάιλα

Λίγο πριν σηκωθείς 

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,

ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βάλς.

Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι

όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,

μην πεις πως ήτανε κατακτητής˙

στα γόνατα είχε πέσει.

Ευτυχία Παναγιώτου

Με ένα ονειρικό εξώφυλλο, καθόλου τυχαία επιλεγμένο και ιδιαίτερα σημειολογικό, κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Χορευτές» της Ευτυχίας Παναγιώτου από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Τα ποιήματα που την απαρτίζουν με κεντρικό άξονα την ονειρική περιδιάβαση στην αυστηρή αισθητική του υπερρεαλισμού μοιάζουν με ονειρικές διεργασίες της ψυχής, μια ώριμη καταγραφή του υπεραισθητού σε όλη του την ένταση.

Οι αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται η Παναγιώτου γίνονται η αφορμή για ένα ταξίδι μέσα στα συναισθήματα. Τρυφερός σαν ακονισμένη λεπίδα ο λόγος της  στέκεται σε εικόνες αφοπλιστικά εντυπωσιακές και σκηνοθετεί τις λέξεις σε έναν σχοινοβάτη χορό συναισθημάτων. Εικόνες ενός ανεπεξέργαστου κόσμου συνομιλούν διακειμενικά με τα οράματα αλλοτινών δημιουργών και η πορεία των ποιημάτων της Παναγιώτου ακολουθεί μια αφηγηματική διαβάθμιση με απώτερο σκοπό την ανθρώπινη εγρήγορση, τον πνευματικό οργασμό και εν τέλει τη λύτρωση.

Με βαθιά συναίσθηση πως η ποίηση πρέπει να καινοτομεί προκαλώντας νέες αναφλέξεις η Παναγιώτου μοιάζει να ξεπερνά τον μοντερνισμό και όλα όσα τον ταλανίζουν και να καταθέτει τον προσωπικό της ποιητικό ίλιγγο, παρουσιάζοντας τις εκφάνσεις του ύπνου, της προσωπικής ύπνωσης και της απτής πραγματικότητας του κόσμου που μοιάζει να χάνεται από τη σύγχρονη συλλογιστική.

Στην Τρίτη της ποιητική συλλογή η Παναγιώτου ακουμπά τις σκέψεις της σε δύσκολες έννοιες και ρισκάρει να τις φέρει στην επιφάνεια του χαρτιού της συνεγείροντας με αυτό τον τρόπο τις δυνάμεις που θα ορίσουν την ποιητική της έξαρση, πυροδοτώντας αυτή του αναγνώστη. Ταυτόχρονα σηματοδοτούν την κινητοποίηση του και τον αναγκάζουν να περιδιαβαίνει από το παρελθόν στο παρόν, από την κυπριακή διάλεκτο στον Καρούζο, τον Σολωμό και τον Λάγιο, από τη διάσταση του ύπνου και της παράλυσής στην αντίληψη πως τούτος ο λόγος τελικά σε αυτόν αναφέρεται και αυτό αγωνιά να του δείξει.

Στο Thinkfree, 13.10.2015

*

[…]

Η Ευτυχία Παναγιώτου, για παράδειγμα, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980, αλλά πλέον ζει στην Αθήνα. Οι «Χορευτές» (εκδόσεις Κέδρος 2014) είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή και αποτελείται από επιμέρους τμήματα που αποτίουν φόρο τιμής στην ποίηση από όπου και αν προέρχεται, από τον Σοφοκλή και τα δημοτικά άσματα, μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ηλία Λάγιο. Έχοντας στη φαρέτρα της τη λιτότητα, την εύστοχη επανάληψη και το έντονο σκάψιμο στην εύφορη γη των λέξεων, πετυχαίνει να αναγάγει τους στίχους στον τίτλο της συλλογής, που τελειώνει ως εξής: “το μολύβι σέρνει το σώμα μο. Όρθιο στον αέρα – αντιστέκεται. Χορευτικό το ύφος, Σαολίν. Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης».

[…]

Θανάσης Βαβλίδας, Απόσπασμα από το κείμενο «Ποίηση χωρίς σύνορα», Βακχικόν

*

Vassilis Lambropoulos, «Melancholy science, poetry, and music», στο μπλογκ  Piano Poetry Pantelis Politics, 4 Δεκεμβρίου 2015

The Greek Generation of the 2000’s moves in ellipses comparable to those traced by Adorno’s “melancholy science.” Its steps are uncertain, wavering from dance to funeral march to lullaby, like Sokolov’s lento pace in Chopin’s early mazurka (1827):

As amply documented in the brand-new landmark anthology Futures, edited by Theodoros Chiotis, the Left melancholy of this poetry, specifically, its disenchantment with history as covenant, explores the practices of a “good life” without hopes for revolutionary redemption. The “Dedication” of Adorno’s Minima Moralia (1951) begins: “The melancholy science, from which I make this offering to my friend, relates to a realm which has counted, since time immemorial, as the authentic one of philosophy, but which has, since its transformation into method, fallen prey to intellectual disrespect, sententious caprice and in the end forgetfulness: the teaching of the good life.” The melancholic Greek poetry seeks the authenticity of an immanent ethics.

The dominant mode of Adorno’s book (subtitled Reflections from Damaged Life and written in 1944-47) is dispirited inversion. For example, its title alludes to Aristotle’s Magna Moralia, the designation “melancholy science” to Nietzsche’s The Joyful Science, the section title “The Health unto Death” to Kierkegaard’s The Sickness unto Death, and the aphorism “the whole is the false” to Hegel’s “the whole is the true” (Phenomenology of the Mind). A similar kind of dispirited inversion is used with comparable virtuosity and insight by writers like Bulgarian Julia Kristeva and American Judith Butler, who develop their own post-Freudian theories of melancholy, as well as French Simone Weil and Canadian Anne Carson, who explore “decreation” as “the undoing of the creature in us.” Their scholarly, philosophical and literary work can provide a very complex and resonant framework for the study of Greek female poets. Since we have been talking here about music and dance, as well as “History,” we may listen to the last poem* of the collection Χορευτές/Dancers (2014) by Cypriot Eftychia Panayiotou whose work is thoroughly immersed in musical forms and meters.

Minima Moralia is dedicated to Adorno’s “other self,” his friend Max Horkheimer. The work’s “Dedication” explains: “The immediate occasion for writing this book was the fiftieth birthday of Max Horkheimer on February 14, 1945. The composition transpired in a phase in which, due to external circumstances, we had to interrupt our common work. The book wishes to proffer thanks and fidelity, by refusing to recognize the interruption. It is testimony to a dialogue interiéur: there is no motif herein, which does not belong as much to Horkheimer as to the person who found the time for formulation.” These words are perfectly appropriate for this blog too, which is dedicated to my friend, the pianist Pantelis Polychronidis. Since “due to external circumstances, we had to interrupt our common work,” my entire blog “wishes to proffer thanks and fidelity, by refusing to recognize the interruption.” It would be true to stress that “there is no motif herein, which does not belong as much to [Polychronidis] as to the person who found the time for formulation.” It would be also true to stress that equally indispensable friends make much of today’s Greek poetry an eminently collaborative pursuit and achievement.

 

* Eftychia Panayiotou:

“Η μάρτυρας τραγουδά την αλήθεια” (pp. 51-2)/“The truth” (Chiotes pp. 27-8)

 

Life in the rubble,

your glass eyes weep centuries.

You have escaped

dreams’ rags.

On the tracks of postwar bombers,

you trespass on strangers’ homes.

Before the pillage you stand

defenceless.

 

Do not scream as the flash goes off.

Fear seals and sews

shut the eyes of History.

The hands, do not place them on the ears.

Paleolithic lovers summon you.

Which corpse had they embraced in their wailing,

which danger squawk had petrified their gazed

they will attest to.

 

Airdrops, footfalls and tears;

they hound you.

The lunacy you sought,

to upraise your head.

If you are in or out will always elude you.

But from your lungs, eavesdropper,

birds speaking foreign tongues will burst forth.

 

Singing you build

and solely with force,

with your chords shaking

cracking rocks,

for a woman who –

striding on the sand

for a spear which –

drew two snails.

 

You will confess, you will declare that

it was magic

(artistry

over the void)

and that  she was yours,

yours when,

a riddle amongst the rocks,

 

once upon a time

going under.

*

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

(από το ποίημα «Η ετυμηγορία του ύπνου»)

Η Ευτυχία Παναγιώτου (1980) γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράζει ποίηση, αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει τα «Ερωτικά ποίηματα» της Ανν Σέξτον, καθώς και ποιήματα της Ανν Κάρσον. Έγραψε τα βιβλία ποίησης «Μέγας κηπουρός» (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) , «Μαύρη Μωραλίνα» (Κέδρος, 2010) και «Χορευτές» (2014). Ζει στην Αθήνα.

Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου αποτελείται από τρεις πράξεις, πρόλογο κι επίλογο. Ποιήματα που αφήνουν πίσω τον μεταμοντερισμό κι επαναφέρουν μια οικουμενική σύνθεση ρεαλισμού και ρομαντισμού. Και μολονότι ο ρομαντισμός υπολείπεται του ρεαλιστικού στοιχείου, ωστόσο είναι εκείνο που απομένει στο τέλος της ανάγνωσης κάθε ποιήματος. Άλλωστε αφού η καθημερινότητα – ο κόσμος φροντίζει να σε αγκυλώνει παντοιοτρόπως, το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι προστατεύσεις τα υπολείμματα ενός λοιδορούμενου πνεύματος.

Στίχοι οικοδομημένοι με πλούσιο λεξιλόγιο, λέξεις προσεκτικά τοποθετημένες πάνω στο χαρτί, δομή που σε αγκιστρώνει σαν ανίδεο θεατή – ακόμα κι αν ξέρεις. Κάθε αράδα ξεσκίζει το δέρμα σου με προσοχή, όχι για να μην πονέσεις, αλλά για να το νιώσεις, μέχρι να αναδυθεί φωταυγές το νέο δέρμα, ανάλαφρο κι αδέσμευτο από τα περιττά βαρίδια. Κι όσα αποκαμωμένα, τα αληθινά, έρχονται από το παρελθόν στέκονται καταγής κοιτώντας τα σκοτάδια να φλέγονται.

Όμως κι εσύ «μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού». Αυτή είναι η συμμετοχή σου. Κι αν προσπάθησες να τα πάρεις σκοτώνοντας το παγόνι, το δίκαιο παραμονεύει. Αν πάλι αγνάντεψες τ’ αληθινά ωραίο, κράτα τη μνήμη ζωντανή, συνοδοιπόρος θα στέκει τις πιο δύσκολες στιγμές.

Ένας αλληγορικός παραλληλισμός –αυτό δεν είναι άλλωστε η ποίηση;– διατρέχει τη συλλογή σε όλη την έκτασή της. Μια εξαιρετική συλλογή από κάθε άποψη. Και το εξώφυλλο, χαρακτηριστικό, δίνει το στίγμα.

Ακόμα και αν δεν διαβάζετε ποίηση, αξίζει πραγματικά να αναζητήσετε την ποίηση της Ευτυχίας Παναγιώτου. Μια γροθιά στο στομάχι, ένα μοιρολόγι στο αφτί, μα τελικά ένας φίλος που θα σου λέει πάντα αλήθειες.

Στέφανος Ξένος, στο Diavasame.gr, 8.1.2016

*

Τα ποιήματα της Κυριακής

by artpress on August 21, 2016

Επιμέλεια ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ

Στα ποιήματα της Κυριακής  η Ευτυχία Παναγιώτου (από την ποιητική συλλογή «Χορευτές», Εκδόσεις Κέδρος,  2014).

Υποδοχή: Στον παράξενο θίασο της Ευτυχίας Παναγιώτου, κοιτάζω και εγώ προς τον Εγγαστρίμυθο του εναρκτήριου ποιήματος της συλλογής. Οι άρτια λαξεμένοι στίχοι της, θαρρείς και έρχονται από κάποιο τοπίο πέραν της πραγματικότητας, στην πορεία όμως της ανάγνωσης κερδίζεται η εγγύτητα, αποκαλύπτεται το ενιαίο της ονειρικής ατμόσφαιρας που επιμένει να μην αναγνωρίζεται μόνο ως «Ετυμηγορία του Ύπνου», αλλά να βρίσκεται σε κάθε κίνηση του χρονικού σύμπαντος. Στο «Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου» (τι τίτλος αλήθεια), ο χορευτής «ολόστροφος την ομορφιά ορίζει», θυμίζοντάς μας ότι η ομορφιά δεν υπάρχει apriori, αλλά δημιουργείται παντού και ιδίως στα βάθη του απόκοσμου. Οι «Χορευτές» της Ευτυχίας Παναγιώτου, έρχονται πολυποίκιλοι και πολύχρωμοι από κάθε πτυχή των μακρινών ορίων του ασυνείδητου. Χορογραφία παράξενη, κυκλική, φωτεινή μέσα στα επαναστατημένα κύματα του ύπνου (Εγώ εκοιμήθην, ο ύπνος εξηγέρθη), ανοίγει σαν τη βεντάλια των φτερών του παγονιού (Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού), φωτίζοντας με τους χρωματισμούς της μη επισκέψιμα ακόμη τοπία της συνειδητότητάς μας.

Μουσικήδιάθεση: Vandaveer – Fistful Of Swoon

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s