Ετικέτες

,

Έσπασε όλους τους καθρέφτες στο σπίτι. Περπάτησε γυμνή με κλειστά τα παντζούρια. Στην πόρτα της ένα ειδοποιητήριο, «Απουσιάζω εκτάκτως», και στον τηλεφωνητή ηχογραφημένο ένα μήνυμα, σχεδόν ανέκφραστο, έλεγε: «Ζήστε ενάρετα».

Από καιρό τώρα λείπει. Είναι μια άβολη συνθήκη. Συνήθως, στις πιο άσχημες στιγμές επιφορτίζεις τον εαυτό σου με κακόβολες σκέψεις. Πότε τις ξεθάβεις από το ντουλαπάκι του παρελθόντος, πότε από τις παρούσες φοβίες σου, πότε από ένα απροσδιόριστο άγχος για το μέλλον, κατά βάση απαισιόδοξο. Μια μουσική ανάλογη και χειρότερη της κατάστασης, κατά κανόνα, προστίθεται για λόγους ατμόσφαιρας. Συντονίζεσαι. Επιλέγω την κατηγορία «παρελθόν» και μελαγχολώ ελεύθερα. Νιώθω πως το δικαιούμαι· αλλά μονάχα ιδιωτικώς. Σε σπασμένα μέτρα, «The Thrill is Gone» από Diamanda Galás -μουσική για «διασαλευμένους», λένε, πανκ, τραβεστί, γκοθ, ναρκωμανείς-, ψάχνω μια επιστολή, θα ‘μουν δε θα ‘μουν δεκαοχτώ όταν την έγραψα, είχα αποφασίσει τότε να τη στείλω ίδια κι απαράλλαχτη σε διαφορετικούς παραλήπτες. Ήταν ένα πείραμα, δε θα το ονόμαζα εφηβικό. Αν θα το ξανάκανα τώρα; Δεν ξέρω. Αποπειράθηκα να το στείλω για να «κόψω» αντιδράσεις. Κατέληξα όμως, έκτοτε, να κόβω επαφές. Κι αυτό είναι το λιγότερο.  

Ήμουν αρκετά ώριμη όμως για να ξέρω πως στη ζωή όλα αλλάζουν. Ένα γεγονός στο χρόνο όλα μπορεί να τ’ αλλάξει, ο χρόνος τους ανθρώπους τούς αλλάζει, αν και δεν είχα αποφασίσει, κι ακόμη το ψάχνω, κατά πόσο είναι ο χρόνος αυτός που μας μεταμορφώνει ή αν, απλώς, εκδιπλώνει αυτό που ήμαστε. Από ιδεολογία και κάνοντας μποϊκοτάζ στο «αθάνατο αρχαιοελληνικό πνεύμα» που είχε βγάλει τότε ρίζες μέσα στ’ αφτιά μας, δεν έγινα ποτέ καλή στ’ Aρχαία, όμως θυμάμαι έναν ξέμπαρκο στίχο από τον Οιδίποδα. Για να γίνεις κακός χρειάζεται μονάχα ένα παραστράτημα, ενώ για ν’ αποδείξεις πως είσαι καλός παίρνει μια ολόκληρη ζωή. Παραφράζω, αλλά το νόημα παραμένει το ίδιο. Πιάνω την επιστολή λοιπόν και συγκρίνω τους χαρακτήρες από τις απαντήσεις που είχε δώσει ο καθένας. Να ψάχνεις ονόματα και καταλόγους… Πες καλύτερα φαντάσματα. Σ’ ένα χαρτί, λοιπόν, υπάρχει ακόμα ο κατάλογος δέκα ονομάτων. Όσο φαίνονται δηλαδή τα ονόματα, έπρεπε να την πληρώσει κάποιος και την πλήρωσε το χαρτί, μισοκαμένο και ταλαιπωρημένο πια από γνωστές αυτόματες και ανθρώπινες αντιδράσεις επιθετικότητας και πόνου. Αυτούς που δεν απάντησαν ποτέ τούς είχα διαγράψει από τη ζωή μου μετά το πέρας ενός χρονικού διαστήματος τριών μηνών, φυσιολογική διορία να βάλουν σε τάξη τα συναισθήματά τους. Έπειτα κουράστηκα να περιμένω. Το πήρα απόφαση. Τους άλλους που είχαν το θάρρος να με μισήσουν κατάμουτρα τους σεβάστηκα. Και τους καληνύχτισα. Υποχρεωτικά.

Πάνε τώρα δώδεκα χρόνια; Κρίμα, γιατί από κάποιους δεν το περίμενα. Ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη: πρώτος ο νεανικός μου έρωτας, που διακήρυττε πως θα με αποκαταστήσει θέλω δε θέλω, με ταπείνωσε με την πρώτη ευκαιρία οικτρά, κατά έναν τρόπο που αρνούμαι να περιγράψω, μάλλον για λόγους υπερηφάνειας. Με διέψευσαν και κάποιοι άλλοι, φίλους τούς νόμιζα, στους οποίους είχα εναποθέσει τεράστιες ελπίδες και προσδοκίες, ίσως γιατί είχαμε περάσει βίο και πολιτεία μαζί. Το ανώριμο της τότε ηλικίας τους δε σχετιζόταν με το ήθος τους, δεν έβρισκα κανένα ελαφρυντικό για τη στάση τους, άλλωστε απ’ αυτά που ακούω από δω κι από κει είμαι σίγουρη πια πως δεν έχουν μέχρι στιγμής κάνει κάτι με τη συνείδησή τους. Ίσως και να το διαισθανόμουν τότε, στα δεκαοχτώ, εκ των υστέρων πάντως το διαπιστώνω: έψαχνα έναν τρόπο να αποκοπώ από ανθρώπους δίχως να αισθανθώ τύψεις. Είναι από αυτά για τα οποία δεν μπορείς να επιχειρηματολογήσεις ακριβώς. Μου πήρε πολλά χρόνια να το ξεπεράσω. Αλλά μέσα στον βασανιστικό στρόβιλο συναισθημάτων που εναλλάσσονταν με ταχύτητα από τη μετάνοια στη θλίψη κι απ’ την αυτοκαταστροφή στην οργή, έμαθα να συγχωρώ τους ανθρώπους για ό,τι εμπίπτει στις έμφυτα περιορισμένες δυνατότητές τους να νιώσουν, έστω, κάτι. Κι αυτό είναι κάτι· η μάθηση.

Είστε υπέρ ή κατά; Εκείνον τον διώχνανε αμφίπλευρα, αλλά είχε τη δική του σιωπή κι αξιοπρέπεια, παρά τα διαδικαστικά. «Μα δεν υπάρχει τέλος πάντων μια λιγότερο καταδικαστική κρίση;» σκέφτομαι. Έπρεπε να πεθάνει πρώτα. Κι επειδή δεν υπάρχει άλλου είδους κρίση πιο αντάξια απ’ το θάνατο, μαθαίνω πως στη ζωή είναι καλύτερο να κάνεις αυτό που αισθάνεσαι από ένστικτο, σωστό ή λάθος – αδιάφορο. Να κάνεις απλώς αυτό που σου ταιριάζει άμα φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Κόμπος και χτένι, τουλάχιστον όπως διαγράφονται μέσα σου. Γιατί κατά τ’ άλλα δεν ασχολούνται οι άνθρωποι ιδιαιτέρως. Για μένα όμως το γράμμα ήταν το χτένι. Από αυτές τις καταστάσεις μέσα σου που είτε ντρέπεσαι να τις παραδεχτείς ή που απλώς τις σέβεσαι υπερβολικά, τόσο που να μην αντέχεις να βλέπεις να εκχυδαΐζονται στα μάτια και στο στόμα άλλων. Τότε όμως δεν ήξερα ούτε από ντροπή ούτε από εκχυδαϊσμό συναισθημάτων και απόψεων μέσω αυτής της απροσδιόριστης δύναμης ελέγχου που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» – γι’ αυτό κι έστειλα το καταραμένο το γράμμα. Οι Αρχαίοι το ήξεραν καλά και φαίνεται πως είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με την κοινωνική «εντροπία». Φυσικά, αρνητική. Από κει θα βγήκε και το ελληνικό φιλότιμο, ωστόσο περισσότερο με την έννοια της «τιμής». Όσο κι αν τους αποφεύγω, καίρια επανέρχονται στο νου μου, αθάνατοι ναι, πνεύμα δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Ο Αισχύλος όμως προσέφερε πολλά στην ιστορία και στην ανθρώπινη ψυχολογία ως προς το θέμα της προσωπικής ενοχής. Για να εξελιχθούμε τουλάχιστον ως συνειδήσεις και ως τραγικοί άνθρωποι. Μερικοί.

Τότε δεν ένιωθα τίποτα από όλα αυτά τα «περίπλοκα» συναισθήματα. Τι άλλο να διέθετα από μια έμφυτη ειλικρίνεια και αθωότητα; Παιδική αφέλεια; Τα δεκαοχτώ είναι, και πώς να μην είναι, μια ηλικία ελπίδας; Άνοιγμα προς το μέλλον, μονοσήμαντα αισιόδοξο, όπου όλα μοιάζουν πιθανά φτάνει μονάχα να το οραματιστείς. Η μετά το σχολείο κατάσταση: το καλοκαίρι με τα όνειρα και τους στόχους, η ένταξη στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η συνεπακόλουθη ωρίμαση. Και, φυσικά, η ψευδαίσθηση. Ωρίμασα κάπως απότομα και ανώμαλα μετά το σχολείο, από τότε που αποφάσισα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από τον άνθρωπο – τότε ήταν που έμαθα να «περικόπτω». Και να «περικόπτομαι». Θα έγραφα ευχολόγιο αν πίστευα πως μια ευχή μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο και τη δυσμενή κατάληξη των πραγμάτων. Ήθελα ν’ αλλάξω τον κόσμο! Όμως, ειλικρινά, είναι ασφαλέστερο να μην εντρυφούμε σ’ αυτή τη ματαιότητα. «Με το μηδέν και το άπειρο να συμφιλιωθούμε», το ήθελε και το έκανε χωρίς να το εντάξει ως προμετωπίδα στην τελευταία του συλλογή. Άντε να εξηγήσεις διαφορετικά πόσο αδιαπραγμάτευτα είναι συναισθήματα και αξίες. Ίσως γιατί είναι προσωπικά και δε στηρίζονται στη λογική, παρά σε ένα συναίσθημα που δεν ηρεμεί αν δεν το εκτονώσεις.

Χθες είδα στον ύπνο μου πως έπεφτα από ένα πλοίο στον αφρό. Τι να σημαίνει αυτό ακριβώς, δεν είμαι βέβαιη, θυμήθηκα τη Χαρώ στις Νύφες, ίσως γιατί δεν μπορούσε ποτέ να ξεχάσει. Αυτό θα πει μνήμη «συναισθηματική», αν υπάρχει τέτοια ανθρώπινη λειτουργία, εγώ τη λέω έτσι. Αποφασίζω πως την καθορίζουν δύο πράγματα: το ένα είναι η δυνατότητα να θυμάσαι τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που συντέλεσαν στο να γίνεις αυτό που είσαι, και το άλλο να αντέχεις να φοβάσαι, να φοβάσαι όλα αυτά που φοβάται όποιος ξέρει. Μνήμη θα πει μνήμα.

Λόγω απαρασάλευτης μνήμης, κάποιους ο χρόνος τούς αφήνει ίδιους κι απαράλλαχτους, γι’ αυτό πανδαμάτωρ δε γίνεται ποτέ. Τόση ώρα, λοιπόν, προσπαθώ να γράψω ένα κείμενο για μια κοπέλα που χάθηκε πριν από δύο χρόνια, αλλά δε βρίσκω τη δύναμη. Σκέφτομαι πως η καταγραφή είναι υπαινικτική του φόβου της λήθης κι ότι εγώ δε γράφω γιατί δε θέλω ποτέ να ξεχάσω. Προτιμώ να αυτομέμφομαι γι’ αυτό που της συνέβη παρά για το ότι την ξεχνώ. Μπορώ να σηκώσω ένα τέτοιο βάρος. Γιατί κλαίω δύο χρόνια τώρα το ίδιο, χωρίς διακυμάνσεις, και σκίζω χαρτιά, πένθος και θυμός μαζί για το αναπότρεπτο, μετά τα καίω τα χαρτιά από φόβο μην και τα δει κανείς και, καταχράζοντάς τα, τα μολύνει. Ώς πότε όμως; Ωραίος άνθρωπος από τα παιδικάτα της. Ήταν όμορφη και έξυπνη, μα πιο πολύ διέθετε πηγαίο βάθος. Βάθος-ρουφήχτρα. Δεν ήταν γι’ αυτό τον κόσμο. Ο θάνατος ως αισιόδοξη κατάληξη του ανθρώπου δε θεωρείται μεμπτός; Κάποτε θ’ αλλάξει κι αυτή η συνθήκη, όταν μάθουμε να σεβόμαστε. «Σα δε ντρέπεσαι, να λες τέτοια για την κοπέλα, πως πήγε εκεί που έπρεπε να πάει!» Έτσι έλεγε η θεία μου, επίσης παρούσα, ακούω ακόμα τη φωνή της, θεία κουτσομπόλα, εγκέφαλος κουκούτσι, συναισθηματική κατάσταση ασυνειδητοποίητη, μονίμως σωστή, κατά τη δική της κρίση. Πάει και η θεία, τη θάψαμε το καλοκαίρι, κι έχει μείνει στη μνήμη μου η φωνή της: «Σα δε ντρέπεσαι».

Κάποτε ντρέπομαι, προσπαθώ σκληρά να κόψω επαφές και με τις ερινύες-ενοχές μου, μια που όλο στις περικοπές είμαι από τότε που με θυμάμαι, αλλά τις πεισιθάνατες σκέψεις μου τις θέλω. Είναι τουλάχιστον δικές μου. Είναι ζήτημα οπτικής βέβαια, κι αυτό όταν μπορείς πράγματι να κοιτάξεις. Ο Οιδίποδας που πήγε κι έβγαλε τα μάτια του ήξερε πιο πολλά απ’ τον καθένα, απλώς του έλειπαν κάποιες προϋποθέσεις για να το «αποδείξει». Λάθος του ήταν που έβγαλε τα μάτια του, δεν ήταν το άλλο το σφάλμα του. Λες και θ’ άλλαζε κάτι, πέρα από κάποιο στοιχειώδες αίσθημα οίκτου από την κοινωνία. Και το χειρότερο, με τον Οιδίποδα και τις σημερινές εκθειάσεις τού «πάθος μάθος», είναι σα να σου λένε να πας να βγάλεις τα μάτια σου με το πρώτο παραστράτημα. Αυτοκτόνησε η Ελένη για να αυτοτιμωρηθεί;

Εμφανίζεται συνέχεια, στοιχειό και στοιχείο. Είχε δίκιο όταν έλεγε πως κατά τη «μέλλουσα κρίση» ξυπνάνε οι ανυπολόγιστοι άνθρωποι σαν το απόλυτο μέτρο της ζωής να σου θυμίζουν τη γοητεία του αφανούς. Είναι η ευχάριστη έκπληξη να μαθαίνεις πως τελικά μπορείς να συνυπάρχεις, έστω αμυδρά, στα μυαλά και στην καρδιά. Έτσι ενδεχομένως να γεννιούνται οι άνθρωποι στη ζωή μας. Εκ των έσω: με μια επιστολή προς δέκα, έχασα τους εννιά, κέρδισα τον ένα στον υπέρτατο αριθμό. Πνιγμένη μέσα σε χίλιες ακανόνιστες σκέψεις, αποφασίζω λοιπόν πως ο Οιδίποδας είχε λάθος: ένα καλό μπορεί να σου ανατρέψει ολάκερο τον κόσμο. Δε χρειάζεται ολάκερη ζωή για να αποδείξεις την καλοσύνη, παρά μόνο ένας άνθρωπος με μία χειρονομία. Γελώ και κλαίω μαζί σαν σκέφτομαι πόσο παρούσα είναι μες στην απουσία της. Και κυρίως μετά την απουσία της.

Από τους δέκα η Ελένη ήταν η μία παραλήπτρια του γράμματος και από τότε αγαπημένη φίλη. Για την ακρίβεια, έκτοτε δεν απέκτησα άλλους φίλους. Φίλους, όπως το εννοώ εγώ. Είχα, έχω και θα έχω την Ελένη, αυτό είναι τελεσίδικο. Πριν δώδεκα χρόνια, μόλις διάβασε το γράμμα με επισκέφτηκε στο σπίτι συντετριμμένη. Σαν τώρα, με αγκαλιάζει σφιχτά και μου ψιθυρίζει: «Συγχώρεσέ με που δεν ήξερα». Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι να άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου να κλάψει παρουσία άλλου. Μου λέει, «Τίποτα στη ζωή δεν πάει χαμένο, ακόμη και ο πόνος μάς μαθαίνει κάτι πολύτιμο, να μη μιλάμε τόσο πολύ και με τόση ευκολία». Με τον πόνο επιστρέφουμε στην κοιτίδα μας, είναι αλήθεια, Ελένη. Είσαι όμως, ακόμα και τώρα, το ίδιο σίγουρη; Χαρώ, και τι δε θα ‘δινα να μάθω τι σκέφτεσαι, αν σκέφτεσαι πια.

Με αγαπούσε. Δυστυχώς γι’ αυτήν, και δυστυχώς και για μένα, η αγάπη της υπερέβαινε αυτά που θα μπορούσα να της δώσω. Κάποτε σκέφτομαι πως η αγάπη δεν ανήκει σε κάποιο γένος. Ή πως θα μπορούσε τέλος πάντων να το υπερβεί. Εγώ, που δεν μπόρεσα να υπερβώ τίποτα, φαίνεται πως την αγάπησα λιγότερο, ή και καθόλου, γιατί η αγάπη είναι μια απόλυτη έννοια. Η Ελένη την έκανε την επιλογή της. Ήταν γενναία ή, απλώς, ισχυρογνώμων. Με μένα τι θα γίνει δεν ξέρω ακόμη. Παλεύω. Παλεύω. Επί του παρόντος, γεμίζω το σπίτι με γάτες.

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι. Ποιοι άνθρωποι και ποια αγάπη; Φοβάμαι να τη συγκρίνω με κάτι λιγότερο. Μέσω της σύγκρισης και της αποστασιοποίησης, σαν κοιτάς τον εαυτό σου από ψηλά, έγραφε ο Νίτσε, απεκδύεται την τραγικότητά του. Ίσως τελικά να μη χρειάζονται μάτια για να κοιτάξεις. Βλέπω θα πει κλείνω τα μάτια. Το είπε ο Γουόλς, εγώ το αντέγραψα από κάποιαν που τον αντέγραψε. Δεν είμαστε τελικά και τόσο μόνοι. Πάντα κάποιον θ’ αντιγράφουμε.

Η Ελένη και το γράμμα, τι θα γινόταν χωρίς το γράμμα, θα υπήρχε η Ελένη; Μα αυτή είχε σπάσει προ πολλού όλους τους καθρέφτες, και μια μέρα περπάτησε γυμνή και ματωμένη μπρος στα ανοιχτά παράθυρα. «Απουσιάζω εκτάκτως», το ίδιο σπαρακτικό μήνυμα, ο ίδιος σπασμένος ήχος, πάντα μα πάντα τα ίδια και τα ίδια, η «Σιδερένια Γυναίκα» είναι εδώ, είναι εδώ, αλλά πάντα θα κόβεται η γραμμή.

 

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άνευ [Κύπρου], τεύχος 25, το Καλοκαίρι του 2007.

 

 

 

 

Advertisements