Ετικέτες

,

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

arnolfini_wedding_portrait.jpg

 

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο

 

Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.

Από το απέναντι πεζοδρόμιο, γύρισα να κοιτάξω· στραφήκατε και μ’ αποχαιρετήσατε με το χέρι.

Ένα ποτάμι άνθρωποι και οχήματα κυλούσε ανάμεσά μας· ήταν η ώρα πέντε ενός οποιουδήποτε απογεύματος· πού να το φανταστώ πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;

Δεν ξαναειδωθήκαμε· ένα χρόνο μετά, είχατε πεθάνει.

Και τώρα εγώ αναζητώ αυτή την ανάμνηση και την κοιτώ και λέω πως ήταν μια φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο χωρισμός ο άπειρος.

Απόψε, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό και ξαναδιάβασα, μήπως και τα καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει τη στιγμή που πεθαίνει η σάρκα.

Και τώρα πια δεν ξέρω αν η αλήθεια βρίσκεται στη μοιραία μεταγενέστερη ερμηνεία ή στον αθώο αποχαιρετισμό.

Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, καλό είναι να μη δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.

Όταν αποχαιρετάς κάποιον, είναι σαν ν’ αρνείσαι τον αποχωρισμό, είναι σαν να λες: «Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο». Οι άνθρωποι επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί, όσο κι αν θεωρούν ότι είναι τυχαίοι κι εφήμεροι, ξέρουν πως είναι κατά κάποιον τρόπο αθάνατοι.

Ντέλια, κάποτε [κοντά σε ποιο ποτάμι;] θα ξαναπιάσουμε αυτό τον αβέβαιο διάλογο και θ’ αναρωτηθούμε μήπως κάποτε, σε κάποια πόλη που βυθιζόταν σ’ έναν κάμπο, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, Μετάφραση-Επιμέλεια: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, σ. 550.
Advertisements