Ετικέτες

,

400px-equation_of_time.png

Γυρνάω στο αγαπημένο μου σπίτι, το σπιτικό της μαμάς και του μπαμπά, και σαν μου περάσει η έξαρση του συνδρόμου της κόρης [περνάει άραγε αυτό;] με πιάνει η γνωστή μου μοναχική ιδιοτροπία [δεν θέλω και πολύ] «σουτ-μη-μου-μιλάτε-μολύβι-και-χαρτί-εδώ-και-τώρα-σκοτώνω-άνθρωπο» [πάντα ενδόμυχα, αλλά όπως και να το κάνουμε έχω Αυτό-Το-Ύφος]. Πρόκειται για καθαρή νεύρωση, τίποτα το σπουδαίο [εκτιμώ την άποψη του πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Αντώνη Γεωργίου σε πρόσφατη συνέντευξη: «Δεν νομίζω πάντως ότι το να γράφεις είναι κάτι μεγάλο και σπουδαίο», συμφωνώ και επαυξάνω]. Αρχίζω λοιπόν να ξηλώνω σαν μανιακή όλα τα ντουλάπια, κάθε φορά από την αρχή -πάσχω από την προσωρινή μνήμη RAM ως υπερκινητικό μηχανάκι, με τη διαφορά ότι διαθέτω και χιούμορ-, για να βρω ένα πρόχειρο σημειωματάριο [ξεχνάω τα σημειωματάριά μου πέρα δώθε, εφόσον το να γράφεις δεν είναι τίποτα σπουδαίο αλλά μια νεύρωση, επίσης προσωρινή σαν τη μνήμη – τελικά το καθετί σε αυτή τη ζωή είναι προσωρινό, στο τέλος όλοι θα επιστρέψουμε στον αιώνιο ύπνο].

Η μαμά μού θυμίζει με ύφος [κάποια πράγματα είναι κληρονομικά] το «άγιο συρτάρι», κάτω από το παμπάλαιο ραδιόφωνο, όπου κρύβουμε τα επίσης παμπάλαια Τετράδια. Κυπριακά τετράδια με το περίφημο σύμβολο του αγρινού [της μασκότ της Κύπρου και είδους υπό εξαφάνιση – να αγαπάμε τα ζώα ως εαυτούς, είμαστε όλοι ζώα με περικεφαλαία, ουδέν μονιμότερον του επίσης προσωρινού] και με το περιλάλητο σύνθημα «Δεν ξεχνώ» [που μας έχει καταστρέψει, λέω να τροποποιήσουμε το σύνθημα γιατί, συν τοις άλλοις, μας έχει φάει η αρτηριοσκλήρωση και η μνησικακία – άντε να βρούμε λύση στο ζήτημα, νισάφι πια και έλεος].

Σε αυτά τα τετράδια λοιπόν βρήκα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, λέω να θυσιαστώ για να εξαντλήσω παλιά και καμένα χαρτιά – τη μνήμη μου.

*

Μιλώντας για τα «Δεν ξεχνώ», πριν μια βδομάδα χάσαμε το θείο. Όταν υπάρχει ο θείος δεν υπάρχει ο θάνατος, λοιπόν, έτσι εφαρμόζεται η φιλοσοφία του εμπειριστή Επίκουρου [είναι και επίκαιρος τώρα με το νέο καθεστώς], σύμφωνα με την «Επιστολή προς Μενοικέα»: «Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί, ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά». Εγώ παρα-αισθάνομαι, είμαι homo sentimentalis, και έχω κουραστεί από αυτή τη σοφιστεία περί όντος και μη-όντος. Υπάρχει και ο βιωμένος θάνατος, ο θάνατος των άλλων, ας μην είμαστε τόσο εγωκεντρικοί πια. Τι να πεις και τι να νιώσεις σε μια κηδεία [τι extreme παράσταση, τω όντι], όπου η άλλη μου θεία φώναζε πάνω στο φέρετρο «Χαιρετισμούς» και κόντεψα να λιποθυμήσω. Δεν μπορούσα να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να φαντάζεται πιθανές συνομιλίες νεκρών [στον παράδεισο ή στην κόλαση; – αδιαφορώ] όπως στην «Αθανασία» του Μίλαν Κούντερα. Αλλά άλλο μυθοπλασία και άλλο πραγματικότητα – εύχομαι να έχει ήδη καταστεί σαφές πως ο στόχος αυτού του σχιζοειδούς blog είναι η υποστήριξη αυτής της ιδέας.

Μιλώντας για τα «Δεν ξεχνώ» λοιπόν, σε ένα άλλο πατριωτικό επίπεδο [πατρίδα είναι η ζωή, όχι η γη], θυμάμαι τι είπαν για το ζήτημα του χρόνου τρεις αγαπημένοι μου άνθρωποι. Πρώτη η μαμά, με την ανακοίνωση του μαντάτου από τον μπαμπά – πόσο σιχαίνομαι τους προβλεπόμενους προλόγους, πρέπει να βρούμε πρόλογο στον πρόλογο κι εγώ πίσω στο κάθισμα άυπνη από το ταξίδι να μισοκοιμάμαι τον ανακοινωθέντα εφιάλτη: «Όταν ένας άνθρωπος χαμογελά, νομίζεις πως θα ζήσει αιώνια». Δεύτερος ο μπαμπάς [πάντα ο καημένος αναλαμβάνει το ρόλο του μάντη κακών]: «Όταν τον θάψουμε, θα επέλθει η γαλήνη, ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα». Το ίδιο είχαμε πει και για τη γιαγιά και για ένα διάστημα πιστεύαμε πως το λευκό γατάκι που εμφανίστηκε στο σπίτι μας [ονόματι Μίλτος, ήταν ωστόσο θηλυκός – θα μιλήσω για το γάτο και το όνομά του μιαν άλλη φορά] αποτελούσε μετεμψύχωση [και μετενσάρκωση] της γιαγιάς Ευτυχίας. Μόνο ο χρόνος, σωστά, «έχει ο καιρός γυρίσματα», είχα πει στον φίλο μου τον Μπάμπη μια φορά και μου απάντησε καταλλήλως – είναι ο άτιμος λάτρης των λογοπαιγνίων: «Έχει ο καιρός γυρίσματα, εμείς δεν έχουμε καιρό». Δεν έχει καθόλου άδικο. Γι’ αυτό κι εγώ κάθε πρωί σφουγγαρίζω το σπίτι [το έγραψα άλλωστε σε προηγούμενη ανάρτηση – «Πράγματα που κάνουμε… για να ξεπεράσουμε – ουχί να ξεχάσουμε»], για την ακρίβεια, ξεσκονίζω ραφάκια σαν άλλη Πουλχερία.

Συνοψίζοντας τις παραπάνω αντιλήψεις για το χρόνο, αλλάζοντας όμως τη σειρά, καταλήγω στο εξής modus vivendi, τη δική μου απάντηση στο αίνιγμα του χρόνου:

  • Να πράττεις με την ιδέα ότι αύριο θα πεθάνεις [«κι έκαμαν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου», Ανδρέας Εμπειρίκος].
  • Να εμπιστεύεσαι την επούλωση των πληγών στο χρόνο [πανδαμάτωρ χρόνος – δεν ξέρω ποιος το είπε, ας με διαφωτίσει κάποιος].
  • Να χαμογελάς. Το χαμόγελο είναι το απόλυτο «ξόρκι στο θάνατο» [διαβάστε τα υπέροχα ποιητικά σφηνάκια στο «Ξόρκι στο θάνατο» του Patrick Dubost, εκδόσεις τυπωθήτω, 2005].
Advertisements