Ετικέτες

,

God is in your typewriter!

mbar-lock-typewriter-aa_1_8_239.jpg

Σ’ αυτόν που λέει πως κουράστηκε και πως δεν γράφει ποιήματα

Ζωή δίχως κενά. Δίχως απορίες. Με μαθηματική ακρίβεια η κάθε χειρονομία. Λεπτό μη χάσεις. Σήμερα θα ξυπνήσεις στις 8, θ’ ανοίξεις το παράθυρο στις 8 και πέντε, στις 8 και έξι θα ελέγξεις τη μετερεωλογική κατάσταση του ουρανού (όχι από οικολογικό ενδιαφέρον αλλά για να σφυγμομετρήσεις τον εσωτερικό σου καιρό, ίδιο των μελαγχολικών), θ’ ανάψεις το ραδιόφωνο στις 8 και δέκα -σε τονώνει το πρωινό βρίσιμο, σήμερα ο εκφωνητής χαζοχαίρεται με μουσική υπόκρουση τις «Τύψεις» του Χριστιανόπουλου από «Τα τραγούδια της αμαρτίας» του Χατζιδάκι- στις 8 και είκοσι θα κάνεις ένα ντους, θα χτενίσεις τα μαλλιά κομψά και θα φορέσεις ένα φόρεμα που θα θυμίζει γυναίκα-χαμόγελο, κι όλα αυτά για να ξεχάσεις, θα βγεις στο δρόμο στις 8 και σαράντα κι από απόσταση ο κύριος περιπτεράς, του οποίου το όνομα αγνοείς γιατί ζεις στην Αθήνα, ξανά τα ίδια, θα σε χαιρετίσει κοιτώντας το ρολόι, φωνάζοντάς σου «Αργείτε, δεσποινίς», θα περπατήσεις όλη τη Βουλιαγμένης, με βήμα σταθερά σημειωτόν, γιατί οι μεσήλικες αργόσχολες μπροστά σου πάντα περπατούν αργά κοιτώντας τις βιτρίνες, θα προσπεράσεις σαν τολμηρός οδηγός δυο τύπους που σου σφυρίζουν και σε λένε «κουκλάκι» τους, θα κάνεις την κουφή, την τυφλή, την άλαλη, γιατί δεν θες να τσακωθείς για το τίποτα, θα σε πνίξει ένας λυγμός σαν βρεις τον πράο-άνθρωπο-του-μετρό να πουλάει ακόμα χθεσινά χαρτομάντιλα, στην είσοδο θα αντικρίσεις τους τρεις-Χάρους-της-Δευτέρας να σου ζητάνε το εισιτήριο, θα περιμένεις το τρένο στο ακριβές σημείο, εκείνο που σου επιτρέπει να κινηθείς τόσο αριστερά όσο και δεξιά πριν σε συνθλίψει ο συρφετός και μείνεις απέξω, και μπαίνεις αισίως όσο πιο μέσα γίνεται στο βαγόνι για να κουρνιάσεις επιτέλους ήρεμα σε κάποια γωνία, αλλά είναι κι αυτή μια κόλαση ανάμεσα σε κάποιον Ίμο με το άι ποτ στη διαπασών και σε κάποιον κύριο Τίποτα. Ο κύριος Τίποτα με τα πολλαπλά πρόσωπα σε παρακολουθεί που ανοίγεις ένα βιβλίο, σκύβεις μέσα στο βιβλίο καθώς απορείς, «Τι να σκέφτεται άραγε ο κύριος Τίποτα που στρέφει το βλέμμα απέναντι στην κυρία με τις καμέλιες;» Ευτυχώς ένα βιβλίο γίνεται λήθη, είναι η σπηλιά όπου κρύβουμε τις σκέψεις μας, είναι ο κλεπταποδόχος μιας αιώνιας ευτυχίας.

Η Αθήνα θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, ένας μακρόσυρτος θρήνος, αν μπορούσες μονάχα να δεις το τέλος της. Γιατί μυρίζει καμένα δάση παντού και στάχτη, μυρίζει και μολότοφ, ξανά αστυνομικοί, ξανά αναρχικοί, ξανά βία στην Μπενάκη και πέντε-έξι καμένα αυτοκίνητα. Άλλα πολλά συμβαίνουν και θα συμβαίνουν διαρκώς, βυθισμένα στην αφάνεια του ιδιωτικού, σήμερα ξύπνησα απλώς για να θυμώσω: «Γιατί ο αδερφός της φίλης μου βρέθηκε νεκρός σ’ ένα κελί ανήμερα των αρραβώνων του;». Θέλω να ξέρω γιατί τα χρόνια περνούν και κανείς δεν μιλάει, θέλω να ξέρω γιατί κάποιοι μπορούν να κλαίνε σε κηδείες αγνώστων τη στιγμή που για κάποιους άλλους συγγενείς ο θάνατος γίνεται εύκολα και σιωπηρά αποδεκτός σαν υποχρέωση άλλων.

Όχι, δεν υπάρχει Θεός. Τον εφευρίσκουμε. Τις ημέρες εκείνες που μοιάζει σάμπως και μπορείς να περπατήσεις κατά μήκος της αμμουδιάς δίχως την απειλή του κύματος, σαν βρέχεσαι χωρίς να είσαι βρεγμένος, στις ώρες εκείνες που η ανθρωπιά είναι υπόθεση της γραφομηχανής, γιατί «God is in your typewriter!» Εκεί όλα επιτρέπονται και όλα εξηγούνται. Αλλά μόνον εκεί.

Οι συγγραφείς κατά βάθος το γνωρίζουν πως κι οι ίδιοι άλλο δεν είναι από μια εφεύρεση. Γράφουν για ν’ αλλάξουν τον εαυτό τους (άγνωστο αν αλλάζουν τους αναγνώστες τους). Αλλά δεν έχουν πάντα τις αντοχές. Αν είμαι εγώ αυτό που γράφω, θα ήθελα να μην είμαι. Θα ήθελα τα πλήκτρα του κόσμου να τ’ ακουμπά στ’ αλήθεια κάποιος αγαθός Θεός, μόνο και μόνο για να συνεχίζουν να γράφουν οι υποψήφιοι αυτόχειρες, να κατέγραφε, δίχως κενά και δίχως απορίες, τον άλλο δρόμο, αυτόν που ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί, μα ούτε και πρόκειται ποτέ να σταματήσει.

Το πιο πάνω κείμενο δημοσιεύτηκε πέρσι στο περιοδικό (δε)κατα [τεύχος 11].

Advertisements