Ετικέτες

,

Πέρασε και η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αφήνοντάς μας μια γλυκόπικρη γεύση σχετικά με το τι φαίνεται να συμβαίνει τελικά στα ποιητικά δρώμενα στην Ελλάδα. Αλλά κρατούμε το γλυκό κομμάτι, αυτό που προκάλεσε μια γόνιμη συζήτηση μετά και γέννησε μια υπόσχεση: στο άμεσο μέλλον θα κινητοποιηθούμε [και θα χρειαστούμε την αμέριστη συμπαράστασή σας]. Τι θα κάνουμε για την ποίηση;

Στην εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, το τελευταίο πάνελ, που αποτελούνταν από μια νέα γενιά ποιητών, τους Δημήτρη Αθηνάκη, Γιάννη Αντιόχου και Γιάννη Στίγκα, έδωσε μια κλοτσιά στον ύπνο, χάρισε ένταση και πάθος, κοιτώντας από τη δική του οπτική τη φύση, το περιβάλλον, τον άνθρωπο. Τρία ποιήματα, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, κέρδισαν το χειροκρότημα αλλά και το θαυμασμό των μυστών της ποίησης, όσων κατάφεραν να αντέξουν τρεις ώρες συνεχούς απαγγελίας συνολικά.

Τι θα κάνουμε με και για την ποίηση; Πολλά θα κάνουμε, θα κάνουμε πολλά. Πιο καταβυθιστικός ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει. Θα κάνουμε πολλά γιατί έχουμε τρελούς ποιητές με όραμα, έχουμε πόθο και πάθος, είμαστε και αγύριστα κεφάλια και εν πάση περιπτώσει, και να θέλαμε «φρόνιμα» να καθίσουμε, δεν γίνεται: μας τρώει η ποίηση και δεν έχουμε αντιστάσεις.

Πώς μπορεί να κινητοποιηθεί το νέο αίμα υπέρ της ποίησης, υπέρ της ποίησης εντός κοινωνίας, υπέρ της ποίησης σε κάθε ανθρώπινη χειρονομία, υπέρ της ποίησης γενικά;

Το να μιλάς για αυτήν είναι το πρώτο βήμα, το να πράττεις υπέρ της είναι το δεύτερο. Για αρχή, παραθέτω το πρώτο από τα τρία ποιήματα των εξαιρετικών παλικαριών που διάβασαν τις προάλλες. Ένα ποίημα σε δύο φωνές, όπως φαίνεται από τη δομή του ποιήματος, με αισθαντική, όπως λέω εγώ, και λυρική διάθεση, με εικόνες νόστου αλλά και πόθου, και, ως προς την τεχνική, με κολπάκια -δεξιά κι αριστερά- που ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα αντιληφθεί.

«Έτσι είπαν», είπε ο Δημήτρης Αθηνάκης:

man-walking.jpgblackfigure.jpg

– έτσι είπαν –

Το ήξερες πως περπατούσες μόνος, δίχως θυμό πια, στο δρόμο του χειμώνα

Ήταν, έτσι είπαν, ο δρόμος αυτός χορταριασμένος, δίχως θυμό πια

[Περπατούσες…]

…και πίσω σου έσβηνε η γη, κατάπινε τα δέντρα, τα πούλια,

τον ουρανό τον ίδιο

Ήταν, έτσι είπαν, ο κατατρεγμός από την πόλη που εγκατέλειψες

Κι άφησες, έτσι είπες, σειρά σου τώρα, να σβήνει και να σβήνει αυτό που πίσω

σου πατάς

[Δεν ξέρεις πού πηγαίνεις]

Δεν μπορείς, έτσι είπαν, να φυλαχτείς, όχι πια, απ’ όμορφα καλοκαίρια

[Έτσι είπαν]

Ήταν, πού περπατάς, η πάλη του καιρού με την ανάγκη

Ήταν, πού περπατάς, ο πόλεμος που ξέσπασε χωρίς αναπαμό

Χωρίς τίποτα να θυμίζει άνθρωπο ένα γύρω

«Δεν ήμασταν μόνοι μας ποτέ», σκεφτήκαμε μαζί

[Πού περπατάς;]

Ήταν μαζί μας, έτσι είπαν, οι πόθοι μιας εκδρομής

σ’ έναν πλανήτη Άλλο

[Μόνος κι αυτός, έτσι είπαν, και τρομαγμένος

απ’ ουρλιαχτά της φύσης –

Έχει ο καθένας τη δική του

– Τι νόμισες;]

Κι ήταν ένας αέρας που ξέσπασε τη νύχτα εκείνη…

σήκωσε κι έκλεψε τους ήχους του δάσους και

δεν τους γύρισε ποτέ πίσω

να τους αφήσει να αισθανθούν τον κόσμο

– έναν άλλο, πιο πράσινο θαρρείς, πιο μόνο ίσως

[όχι

δεν είναι μόνος του κανείς

κανείς δε μένει μόνος]

Ο αέρας όμως, να, ξαναγύρισε και σκόνταψε σ’ ένα φύλλο

Ένα φύλλο που τώρα έμεινε να κοιτά τις υγρές του άκρες

μέσα σε τούτο το δασάκι που πάτησες

προσπαθώντας να γλιτώσεις

απ’ τη βροχή που έστειλε η νύχτα

Και, βλέποντας γύρω, ένα ακόμη ουρλιαχτό αφήνεις να σπαράξει

 

«Πού περπατάς;»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Advertisements