Ετικέτες

,

Όχι μόνο είναι οι ισχυρές φιλίες ποίηση, αλλά οι ισχυρές φιλίες δημιουργούνται από την ποίηση. Τον Γιάννη Αντιόχου τον γνώρισα κατ’ όνομα κυρίως από το τελευταίο του βιβλίο, αυτό το ψυχοβγαλτικό και δαιμόνιο Curriculum Vitae [εκδόσεις Μελάνι, 2006]. Ακολούθησε μια, όπως τη λέμε χαριτωμένα, «καρμική σύμπτωση», εφόσον εμφανίστηκαν δημοσιευμένα, την ίδια εποχή, ποιήματά μας εμπνευσμένα από το «Marche Funèbre» του Σοπέν [έλειψαν οι άλλες μουσικές του κόσμου;], του Γιάννη στο e-poema του Βασίλη Ρούβαλη και το δικά μου στο Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη [για τα σχετικά ποιήματα μπείτε στο blog του Γιάννη Αντιόχου δεξιά]. Δεν μας έφταναν όλα αυτά, ανακαλύψαμε πως ήμαστε και οι δύο μεταφραστές της Ανν Σέξτον [ο Γιάννης έχει μεταφράσει επίσης τον Τεντ Χιούζ, και πρόκειται επίσης να κυκλοφορήσουν μεταφράσεις ποιημάτων της «αιώνιας ερωμένης του» Σύλβια Πλαθ, αλλά και μεταφράσεις Αμερικανών Ποιητών του 20ού αιώνα που χάρισαν τη ζωή τους στη «Θηριώδη Μούσα»]. Η αισθητική φαίνεται να καθορίζει και την ποιότητα της ανθρώπινης επικοινωνίας, η ανθρώπινη επικοινωνία καλοφτιάχνει και την αισθητική μας.

Ως προς την εκδήλωση του Γαλλικού Ινστιτούτου για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης… Έχετε γελαστεί, αν νομίζετε πως μπορεί να γράψει μόνο αυτά που έχετε δει [που είναι πολλά άλλωστε]… Αν ισχύουν οι ακόλουθες ποιητικές οριοθετήσεις… μπορεί να γράψει και πολιτική ποίηση, μπορεί να γράψει και κοινωνική, μπορεί να γράψει και οικολογική, μπορεί να γράψει τα πάντα. Η διαφορά του από τους «επαγγελματίες» ποιητές ωστόσο είναι πως παραμένει Γιάννης Αντιόχου, παραμένει ταυτόσημος με τον εαυτό του.

Το ότι υπήρξε, και ως ποιητής αλλά και ως πανταχού παρών φίλος, «μάντης της λύπης μου» αρκετές φορές -ευκαιρία να το μάθει λοιπόν- αποτελεί το λιγότερο που μπορώ να του πω για την ώρα.

Διαβάσατε: Γιάννης Αντιόχου, Η Εθνική μας Πυρκαγιά: 

Η Εθνική μας Πυρκαγιά

head-on-fire.jpg

Κι ύστερα έρχεται ο χρόνος

να γιατρέψει ό,τι οδυνηρό έχει συμβεί

παυσίπονος τον πόνο ν’ απαλύνει

και να στοιβάξει νέες εικόνες

εξορίζοντας τις παλιές στο πιεστήριο του νου

*

Κι ο μόνος πόνος που ανθίσταται

είναι αυτός του να χάνεις άνθρωπο

και τούτος

εγωιστικός˙

για να θυμάται ο καθένας τους νεκρούς του

και να τους ψέλνει∙

και να τους θρηνεί∙

αφού είναι ο άνθρωπος που φεύγει

και μόνο για τούτον έφτασε ο πολιτισμός

να τον διαβάζουνε νεκρό στις εκκλησιές

για το καλό κατευόδιο

*

Γεμίζοντας όμως ετούτη τη σελίδα λέξεις

με είδη πουλιών και ζώων:

γυπαετούς, αρπαχτικά, σαύρες και νυχτερίδες

τσακάλια και τρανόσαυρες,

όρνια και πετρίτες,

χιονότσιχλες, αετογέρακες, φιδαετούς κι ελάφια-

που όχι μόνο τα ονόματά τους

δεν ξέρω επαρκώς να ορθογραφήσω

αλλά ούτε καν το τιτίβισμα, τον συριγμό

το κελάηδισμα και τον κρωγμό τους

δεν έτυχε να ακούσω

*

κι αν βάλω τις λέξεις

με τα χρώματα που αφήνουν στο χώμα

η σάλβια, η λευκή παιώνια, ο έβενος του Σίμπθορπ

ή τις μυρωδιές των μανιταριών

που ψηλώνουν κάτω από τον ουρανό των ελάτων

κάθε που ο ήλιος ανατέλλει

ενώ ταπεινός ο άνθρωπος κοιτά από χαμηλά

*

κι αν βάλω και τη νύχτα

καθώς ξεντύνεται τ’ άστρα της

και σκιάζει τους ανθρώπους

με τους μικρονυχτοβάτες και τους τυφλασπάλακες

τυλίγοντάς τους με σιωπή

Θα χρειαστεί να πάρω και μια μεγάλη φλόγα

-όπως αυτή που θυμάμαι

στα βιβλιόσημα του σχολείου

και στα σπιρτόκουτα του κρατικού μονοπωλίου

εκείνη που έκαιγε μπροστά στο πουλί των συνταγματαρχών

η αναμμένη πυρά του έθνους-

και θα τη βάλω σφραγιδόλιθο στην πρέσα του νου

*

Κάθε που ο χρόνος θα πιέζει

με εικόνες

κι άλλες εικόνες

εικόνες φρίκης

θα μένουν τ’ αποκαΐδια της πυρκαγιάς

πάνω σ’ ένα ποίημα

που είχε ανθρώπους, πουλιά και ζώα

αγρούς, οσμές, έλατα, νύχτα κι ουρανό

κατακαίγοντάς τα

-τι τραγική ειρωνεία;-

με την αναμμένη πυρά του έθνους.