Ετικέτες

,

Είναι ένας από τους συνταρακτικότερους νέους ποιητές που έχω διαβάσει, έχει ήδη εκδώσει δύο ποιητικά βιβλία, την Αλητεία του αίματος [Γαβριηλίδης, 2004] και το Η όραση θ’ αρχίσει ξανά [Κέδρος, 2006] και δεν βιάζεται καθόλου να κάνει το επόμενο βήμα. Πιστεύει πως η ποίηση είναι ένα από τα δυσκολότερα αθλήματα [off the record], πράγμα που φαίνεται άλλωστε και στη γραφή του: μοιάζει με έναν σαχτουρικό [και όχι μόνο] ποιητή που στροβιλίζεται ανήσυχος μέσα στη σάρκα των λέξεών του, που τρυπάει το σώμα του με βελόνες για λίγο ουρανό στα μέτρα του. Υπάρχει, αν το βλέπω, ένα κάτοπτρο ριζωμένο εντός του το οποίο ερωτοτροπεί με έναν ήλιο που «έχει φτερούγες» αλλά και που «σέρνεται μέσα». Υπάρχει, το βλέπω, μια απόλυτη κατανόηση της ισορροπίας τού μέσα και του έξω, εφόσον το κάτοπτρο αυτό ανακλά διαμέσου εκπληκτικών μεταφορών [χρειάζεται να ανεβάσεις αρκετά τον ιδιωτικό σου πήχυ για να καταλάβεις] το σπαραγμό της τόσο σκληρής μα εξίσου τρυφερής πραγματικότητας, η οποία αφορά τόσο τον ίδιο όσο και τον καθένα. Κρατώ το αισθητικό αποτέλεσμα: κινητοποίηση. Πόση αναστάτωση πια, διαβάζοντάς τον, μουντζουρώνω χαρτιά και κοιτώ άναυδη κάτι που μοιάζει με «αρρενωπό» στίχο. Μου φτάνει ο [ίσως όχι και τόσο ανάποδος] καθρέφτης. Μου φτάνει και μου περισσεύει.

Ιδού τι διάβασε ο Γιάννης Στίγκας στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Κάπως έτσι κλείνει εδώ και ο δικός μας κύκλος.

Αυτό κουρδίζει μόνο του

 hieronymusboschthesevendeadlysinscirca1485.jpg

Ιερώνυμος Μπος, Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα

*

Τόσα πολλά γρανάζια

που δεν θα βρω ποτέ

πώς μάτωσε η Άνοιξη

                           και φτύνω

το παιδικό μου πράσινο

το τελευταίο κουμπί του ονείρου

Γυμνά τα πράγματα

                              συμβαίνουν γρηγορότερα

με το που κάνεις την αρχή

                              σ’ οσμίζεται το τέλος

είναι μια μαύρη λιτανεία η Άνοιξη

και με κλωτσάει να γίνω                            

                                               

                              ολόκληρη η δίψα μου

 

-κι ας πουν ότι πρόκειται για παρένδυση-

Δεν θέλω πια να με λένε Γιάννη

        θέλω δυο δράμια

        κάτασπρη τύχη

                         ας είναι έστω

                                     και κάθε Τετάρτη

    

Advertisements