Ετικέτες

, ,

Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου, εκδόσεις Μελάνι, Οκτώβριος 2007

 kodon.jpg

Κάποια μυθιστορήματα είναι εκ φύσεως δύσκολο να αποκοπούν από τη ζωή του δημιουργού τους. Στην περίπτωση του μοναδικού μυθιστορήματος που έγραψε ποτέ η Σύλβια Πλαθ, και μοναδικού ούτως ή άλλως, του Γυάλινου κώδωνα (The Bell Jar), έχουμε ως δεδομένο τη συνταρακτική αυτοχειρία της, το Φεβρουάριο του 1963, σχεδόν ένα μήνα μετά την έκδοση του βιβλίου. Αν θεωρήσει κανείς μάλιστα τον Γυάλινο κώδωνα ως καθρέφτη της πραγματικότητας που βίωνε η Σύλβια, ενδέχεται και να πιστέψει πως η ίδια δεν ήθελε πραγματικά να αυτοκτονήσει, ήθελε απλώς να δοκιμάσει τα όριά της -ή και τα όρια των άλλων-, μέσω μιας αναπαράστασης αυτοχειρίας, όμοιας με τις οριακές διαδικασίες στις οποίες υποβάλλει το συγγραφέα, αναπαριστώντας τον, η ίδια του η φαντασία. Το τι είναι εντέλει μυθοπλασία και τι ζωή στην περίπτωση της Σύλβια παραμένει ασαφές, η δε υπερανάλωση σε ποικίλες ψυχαναλυτικές υποθέσεις θέτει εκτός τροχιάς το λογοτεχνικό ενδιαφέρον για το συγγραφικό της έργο. Γιατί έχει ειπωθεί, όπως είθισται να λέγεται για τους αυτόχειρες, ότι το έργο της Σύλβια Πλαθ είναι υπερεκτιμημένο – το φάντασμά της ήταν εκείνο που πλανήθηκε παντού στοιχειώνοντας ανά γενιές τους αναγνώστες της.

Η ίδια πρέπει να είχε προβλέψει την πιθανότητα αυτοπαγίδευσής της στο ίδιο της το βιβλίο ακόμη και μετά την έκδοσή του, τη στιγμή δηλαδή που ο δημιουργός αποχωρίζεται στην ουσία το έργο του. Πρέπει να είχε συναισθανθεί ότι οι λέξεις της, στο ποιητικό παιχνίδισμά τους, έμελλε να μεταμορφωθούν στο τέλος σε έναν πραγματικό «γυάλινο κώδωνα». Γράφει χαρακτηριστικά προς το τέλος του βιβλίου: «Πώς ήξερα ότι κάποια μέρα -στο κολέγιο, στην Ευρώπη, κάπου οπουδήποτε- ο γυάλινος κώδων, με τις ασφυκτικές του παραμορφώσεις, δεν θα μ’ έκλεινε ξανά μέσα του;» (σ. 299).

Ο γυάλινος κώδων, ένα γυάλινο δοχείο σε σχήμα κουδουνιού με συμπιεσμένο αέρα, χρησιμοποιείται ως εργαλείο εργαστηρίου για την απόδειξη πως για τη μετάδοση του ήχου απαραίτητη είναι η μεσολάβηση του αέρα. Αποκομμένος κανείς από τον έξω κόσμο και ασφυκτιώντας εσώκλειστος στη γυάλα σαν πειραματόζωο, ενώ μπορεί να δει από τη διαφάνεια την πραγματικότητα, αδυνατεί να συμμετάσχει σε αυτήν καθώς η δική του φωνή αλλά και οι φωνές των άλλων, εμποδισμένες όλες από το γυαλί, μοιάζουν με φιμωμένα στόματα σε παιχνίδι παντομίμας.

Πώς μπορεί όμως κανείς να αποτρέψει μια τέτοια σχεδόν αναπότρεπτη εμπειρία; Η Σύλβια Πλαθ, για να αποδεσμευτεί ίσως από την ενέδρα του κώδωνα-βιβλίου της, εφηύρε ένα νέο είδωλο, αυτό που θα την αντικαθιστούσε.

Εξέδωσε τον Γυάλινο κώδωνα με το ψευδώνυμο Victoria Lucas λες και ήθελε να διαχωρίσει, προλαβαίνοντας τους κριτικούς της, το πρόσωπό της, καθώς και την ποίησή της, από το συγκεκριμένο -σε πάρα πολλά σημεία ξεκάθαρα αυτοβιογραφικό- μυθιστόρημά της. Περισσότερο ωστόσο φαίνεται ότι επαλήθευσε έτσι τον εαυτό της, αποδίδοντας ακόμη πιο γλαφυρά το αίσθημα της διχασμένης προσωπικότητας, εκείνου που κοιτά μέσα από γυαλί τις αδιαπέραστες σκέψεις ενός άλλου προσώπου, που σκέφτεται πάντοτε τη μουσική των λέξεων ως στίξη και αντίστιξη, που έχει δύο αντικρουόμενες απόψεις σε κάθε ερώτημα που τίθεται, αντιμετωπίζοντας ακαριαία και επικίνδυνα το σώμα του κειμένου ως το «αντίπαλον δέος» της ίδιας του της ύπαρξης. 

«Έπιασα τις σελίδες του βιβλίου και τις ξεφύλλισα αργά μπροστά μου. Λέξεις αμυδρά οικείες μα όλες κάπως διαστρεβλωμένες, σαν πρόσωπα μπροστά σε παραμορφωμένο καθρέφτη, πέρασαν χωρίς ν’ αφήσουν το παραμικρό αποτύπωμα στη γυάλινη επιφάνεια του μυαλού μου» (σ. 157), σκέφτεται  η νεαρή ηρωίδα Έστερ καθώς διαβάζει το Finnegans Wake (διόλου τυχαία, το τελευταίο έργο του Τζέιμς Τζόις) κατά τα πρώτα στάδια της άυπνης θλίψης της. Δυσκολεύεται να αντιληφθεί αυτά που διαβάζει με την κυριολεκτική σημασία τους, φαντάζεται διαρκώς πολύσημα εξωκειμενικά νοήματα εξεικονίζοντας τις τυπωμένες στο χαρτί λέξεις. Το γεγονός ότι η Σύλβια Πλαθ επιλέγει ένα βιβλίο «μη αναγνώσιμο» σχεδόν για να προβάλει τις αναγνωστικές δυσκολίες της Έστερ υπογραμμίζει τη φιλοδοξία της Έστερ (και της Σύλβια) να γίνει μεγάλη συγγραφέας, καθώς έχει ριζωμένη από νεαρή ηλικία μέσα της τη δύσθυμη φοβία τού ατελούς έργου. Τη δεκαεννιάχρονη Έστερ δεν την ενδιαφέρει τίποτα άλλο πια από το να γράφει. Θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα, αλλά ξέρει ότι η θλίψη της προηγείται των εμπειριών της. Το γεγονός ότι λαμβάνει απορριπτική απάντηση στην αίτησή της για μαθήματα Δημιουργικής Γραφής τη θέτει μπροστά σε ένα τεράστιο αδιέξοδο.

Το μέλλον της τώρα είναι τόσο ανοιχτό που τα όνειρά της στροβιλίζονται αναποφάσιστα. Η εξεζητημένη ζωή των πάρτι και των γνωριμιών, των ακριβών ρούχων και των εντυπωσιακών χτενισμάτων που γεύεται όταν κερδίζει το βραβείο ποίησης σε διαγωνισμό περιοδικού της Νέας Υόρκης βιώνεται από την ίδια ως κατάσταση παρακμής: «Γλίστρησα στο ανσανσέρ και πίεσα το κουμπί για τον όροφό μου. Οι πόρτες δίπλωσαν σαν άηχο ακορντεόν. Έπειτα τ’ αφτιά μου άρχισαν να βουίζουν και πρόσεξα μια μεγαλόσωμη Κινέζα με μουντζουρωμένα μάτια να με κοιτάζει σαν ηλίθια. Φυσικά ήμουν εγώ. Τρόμαξα βλέποντας πόσο ταλαιπωρημένη και ρυτιδιασμένη έδειχνα» (σ. 28). Η Έστερ δεν θέλει να είναι αυτό το πρόσωπο.

Τα μέλλον είναι ανοιχτό βέβαια, αλλά δεν θέλει να γίνει ούτε στενογράφος όπως η μαμά της και οι νεαρές κοπέλες της εποχής της, ούτε βέβαια επιθυμεί και να παντρευτεί, όπως τα ήθη επέβαλλαν: «Θυμάμαι επίσης τον Μπάντι Γουίλαρντ να λέει με έναν μοχθηρό, πολύξερο τόνο ότι μόλις έκανα παιδιά θα ένιωθα διαφορετικά, δεν θα ήθελα πια να γράφω ποιήματα. Έτσι άρχισα να πιστεύω ότι ίσως ήταν αλήθεια ότι μόλις παντρεύεσαι και κάνεις παιδιά είναι λες και σε υποβάλλουν σε πλύση εγκεφάλου και μετά τριγυρνάς μουδιασμένη σαν σκλάβα σε κάποιο ολοκληρωτικό καθεστώς» (σ. 109). Στον Γυάλινο κώδωνα η Έστερ μπορεί άνετα να θεωρηθεί, όπως άλλωστε θεωρήθηκε από πολλούς η Σύλβια, ως φεμινιστικό ίνδαλμα. Οι δε «μισογύνηδες είναι σαν θεοί: άτρωτοι και γεμάτοι δύναμη. Κατέρχονται ανάμεσά μας και μετά εξαφανίζονται. Δεν τους κρατάς ποτέ» (σ. 136). Η Έστερ δεν ξέρει ακόμα τι ακριβώς είναι ο έρωτας αλλά είναι σε θέση, με την παρατηρητικότητα και τη λογική της, να φτάσει στην πικρή διαπίστωση πως μια γυναίκα μπορεί τελικά να υποταχθεί σε έναν άντρα που δεν την υπολογίζει.

  Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο πάνω στις αντιθέσεις τού μέσα και του έξω, στη διάσταση ανάμεσα στις σκέψεις της Έστερ και την έκφρασή τους ενώπιον των παραδεδομένων κοινωνικών αξιών που η ίδια αποδοκιμάζει. Συχνά, μέσα στο μυαλό της, ανακατασκευάζει διαλόγους με την ψευδαίσθηση πως έτσι θα χτίσει μια νέα πραγματικότητα: «‘‘Ξέρεις τι είναι ένα ποίημα, Έστερ;» ‘‘Όχι, τι είναι;» θα έλεγα εγώ. ‘‘Ένας σβόλος χώμα». Τότε, πάνω που θ’ άρχιζε να χαμογελάει και να κορδώνεται, εγώ θα έλεγα: ‘‘Το ίδιο και τα πτώματα που πετσοκόβεις. Το ίδιο και οι άνθρωποι που νομίζεις ότι θεραπεύεις. Είναι χώμα και τίποτε άλλο. Θαρρώ ότι ένα καλό ποίημα ζει περισσότερο απ’ ό,τι εκατό απ’ αυτούς τους ανθρώπους μαζί»» (σ. 74).

Το παγερό χιούμορ και η οξυδέρκεια της πρόζας σε συνδυασμό με την ποιητικότητα των περιγραφών όσων παρατηρεί με λεπτομέρεια η ηρωίδα αποτελούν τον βασικό κανόνα του Γυάλινου κώδωνα που στηρίζει όλη του τη μυθοπλαστική μεγαλοφυΐα στην ενδοσκοπική λειτουργία των λέξεων-λεπίδων: «Τα γράμματα έβγαλαν αιχμές και κέρατα κριαριών» (σ. 157). Λέξεις τόσο ευεργετικές όσο και προδοτικές, λέξεις όπως ο εαυτός της. 

Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία ενός κοριτσιού που αυτοτιμωρείται εξωθούμενο στην ψυχική κατάρρευση σταδιακά, στα ηλεκτροσόκ της εποχής (που η ηρωίδα ερμηνεύει ως ένα είδος τιμωρίας, όμοιας με την καταδίκη των Ρόσενμπεργκ σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα), στην απόπειρα αυτοκτονίας της με υπερδοσολογία υπνωτικών χαπιών, στο άσυλο και στη γνωριμία της με την Τζόαν. Η αγάπη και το μίσος της ηρωίδας για το alter ego της μοιάζει με πάλη ανάμεσα σε δύο εαυτούς, καθώς δίδεται για αρκετή ώρα η εντύπωση πως η Έστερ δεν συνομιλεί με υπαρκτό πρόσωπο αλλά ότι πλάθει φανταστικούς διαλόγους με την πρώην τού πρώην αγοριού της Μπάντι, σκηνοθετώντας επιπλέον νέα γεγονότα: «Η Τζόαν ήταν το λαμπερό δίδυμο του παλιού καλού μου εαυτού, ειδικά σχεδιασμένη για να με ακολουθεί και να με βασανίζει» (σ. 255).

Με τον Γυάλινο κώδωνα η Σύλβια Πλαθ υπερτόνισε πρώτα με τη διπλή της ταυτότητα και έπειτα μέσα από τις «δίδυμες» του βιβλίου δύο διπλά είδωλα: Sylvia/Victoria, Έστερ/Τζόαν. Σε ένα άλλο επίπεδο: Sylvia Plath/Assia Welvill. Η δεύτερη γυναίκα, ερωμένη του Τεντ Χιούζ για πολλά χρόνια, αυτοκτόνησε το 1969 με τον ίδιο τρόπο που αφαίρεσε τη ζωή της η Σύλβια Πλαθ. Η Σύλβια καταγράφει την αυτοκτονία της Άσια μέσω της Τζόαν σχεδόν προφητικά. Λες και, γράφοντας κάτι, γίνεται.  

Καθώς αριστοτέχνις στους συμβολισμούς, με το διπλό είδωλο «δύο συν δύο» η Σύλβια υπερβαίνει την απλή καταγραφή της ζωής μιας προσωπικότητας με διπολική διαταραχή. Καταγράφει παράλληλα και τη ζωή ενός μύθου, που τακτοποιεί την υστεροφημία του προτού ρίξει το ιδιοφυές κεφάλι του στο φούρνο. «Πήρα μια βαθιά ανάσα κι αφουγκράστηκα τον παλιό κομπασμό της καρδιάς μου. Υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω» (σ. 301-302).

Μήπως τελικά η Σύλβια Πλαθ θεώρησε τη ζωή της ως μιαν αποτυχημένη αναπαράσταση της τέχνης της; Μήπως εφηύρε την τέχνη της ως προαναγγελτική «διόρθωση» της ζωής της;

Ό,τι και να έκανε τελικά, το σίγουρο είναι πως τα γραπτά μένουν, οι άνθρωποι όχι. Μένουν σαν οι λέξεις γίνουν ανατριχιαστικά ανθρώπινες, τόσο ώστε να πλάσουν αγέρωχους ανθρώπους-μύθους. Μένουν σαν ο αναγνώστης δεχθεί να συμμετάσχει άφοβα στο τεταμένο παιχνίδι εισόδου-εξόδου του «γυάλινου κώδωνα».

Η παραπάνω κριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού βακχικόν. Ας πούμε, ένα άλλο είδος «μέθης».

Advertisements