Ετικέτες

,

Υπάρχουν λογιών λογιών συναυλίες. Αυτές που πας με φίλους και μπύρες στον Λυκαβηττό, αυτές που γίνονται σε νυχτερινά μαγαζιά και φοράς το κραγιόν και τα μαύρα κολλητά [γιατί είναι πιο κουλ], οι ευκαιριακές, αυτές δηλαδή που πετυχαίνεις στους δρόμους της Αθήνας φορτωμένη με το σάκο της δουλειάς, οι συναυλίες του καλοκαιριού που τις προγραμματίζεις μήνες πριν [και συνήθως είναι απογοητευτικές] και τέλος εκείνες που σπανίζουν, που γίνονται για ένα και μοναδικό βράδυ, και δεν ξέρεις αν θα τις ξαναζήσεις. Γίνονται για ένα βράδυ και δεν είναι για όλους και δεν είναι για όλες τις ώρες. Είναι πραγματικό γεγονός. Στην ουσία, απερίγραπτο.

[Προσπαθώ να γράψω κάτι για τη συναυλία της 2ης Μαΐου, τη συναυλία της Diamanda Galás στο Παλλάς. Δεν είμαι σίγουρη αν θα τα καταφέρω].

Ήμασταν όλοι εκεί, εμείς οι «Guilty X 3», αναμετρημένοι με τις αμαρτίες μας, αναμετρημένοι με την γκοθ διάθεσή μας αλλά και με τα μανιάτικά μας μοιρολόγια, και τους αμανέδες της μνήμης μας, τις μαύρες μαύρες μνήμες μας [«μαύρος μαύρος μαύρος ο γαμπρός»], τα αιματηρά ουρλιαχτά και τον άσπιλο τρόμο των τοίχων του δωματίου, τα σπασμένα ποτήρια, τα σημαδεμένα σώματα, τα ξόρκια και τις «λιτανείες του Σατανά», τον κακό καβαλάρη έρωτα, και εκείνο το πολυπρόσωπο δικαστήριο της συνείδησης που ψιθυρίζει υπόκωφα «φταις». Είναι πολύ ανθρώπινο. 

[Καθώς γράφω έχω στη διαπασών το νέο της σιντί Guilty Guilty Guilty, είναι πρωί, και η γειτονιά προβλέπεται να ξυπνήσει βίαια. Ουρλιάζω, θα ουρλιάζω. Ούτως ή άλλως φταίω].

Έξω από το Παλλάς ακούω μια κοπέλα πίσω μου να λέει, «Φοβάμαι, δεν ξέρουμε τι θα κάνει απόψε η τρελή» και μειδιώ. Ανυπομονώ. Αιθάνομαι ήδη ασφαλής ανάμεσα στο συγκεκριμένο πλήθος: άνθρωποι όλων των ηλικιών, με το μαύρο στυλ ή τα κόκκινα μαλλιά, τα τρυπημένα φρύδια, τα βαμμένα νύχια, τα τεράστια σκουριασμένα δαχτυλίδια, τα παπούτσια-κοθόρνους, το σοβαρό βλέμμα, μερικές φορές το απόλυτα λυπημένο βλέμμα [ίσως και να ήμουν εγώ], την ποίηση της αυθεντικότητας [έστω η κοπέλα με το μπούστο, έχει χαρίσματα και άποψη], και κυρίως το δέος της αναμονής του Καλλιτέχνη. Κάποιος τραβά από ψηλά με την κάμερά του και μένω να κοιτώ το φακό. Μια στιγμή ανεπανάληπτη. Μου φαίνεται ελαφρώς ρομαντική αυτή η ήπια λατρεύω-τη-φύση θανατίλα.

Μέσα όλοι χειροκροτούν. Δεν σταματάνε να χειροκροτούν. Και μπαίνει αυτή σεμνή και κάθεται στο πιάνο της. Κι αρχίζει δίχως χρονοτριβές. Και σπαράζει η φωνή τέσσερις οκτάβες και το μοβίζον φως κάνει κύκλους στο πιάνο, και το φως παίρνει σχήματα, και το φως αλλάζει χρώματα. Η Ντίβα του Τρόμου μοιάζει να έχει καθημερινότητα ό,τι εμείς βλέπουμε σχεδόν για πρώτη φορά υποκλινόμενοι με ευγνωμοσύνη και έκσταση. Οι φωνές της πληθαίνουν, δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό τεχνικά [το πλήθος πάντως δεν τραγουδούσε] και ηλεκτρίζουν τα πάντα, το σώμα μου μουδιάζει σάμπως under the influence, σάμπως να έχω πάρει παραισθησιογόνα, και όλα τρεμάμενα τιμούν τον πόνο της απώλειας, τη θρηνωδία της ερωτευμένης νεκρής, και ο ιμάμης από το τέμενος χτυπά αρκετές φορές, μέχρι και πειραγμένη Μαρινέλα, στα ελληνικά. Μια μυστικιστική σύναξη, δεν ήταν φόβος, αλλά η ηδύτητα της θρησκευτικής κατάνυξης. Ακούστηκαν τραγούδια όπως το «Long Black Veil» [Johnny Cash], «You Don’t Know What Love Is» [Chet Baker], «Autumn Leaves» [Ella Fitzgerald], «Heaven Have Mercy» [Edith Piaf], «Υπάρχω» [του Καζαντζίδη, ναι]. 

Το όλο δράμα διήρκεσε λίγο, για κάποιο λόγο ήταν αρκετό. Το πλήθος χειροκροτούσε, δεν σταματούσε το πλήθος, έγινε το θέατρο κράτος εν κράτει, το πλήθος άρχισε να μιμείται τους ήχους της, κι αυτή έβγαινε με τις πιο απλές και μελωδικές κινήσεις να υποκλιθεί σαν μικρή μπαλαρίνα στα μαύρα, και έφευγε καπνός. Και μετά ξανά το χειροκρότημα, το ποδοβόλημα ακόμη, και να σου να έρχεται και πάλι, και τότε μια φωνή ακούστηκε «Gloomy Sunday»! και αποφάσισε να τραγουδήσει το γνωστό λογοκριμένο τραγούδι.

Κλαίμε καμιά φορά στις συναυλίες. Είναι αυτή η τίμια και αυθεντική λατρεία προς τον Καλλιτέχνη. Γιατί η μουσική και η ποίηση δεν είναι μόνο της διάνοιας, ανήκουν και στο χτυπημένο και αναστημένο σώμα μας.

The falling leaves drift by the window
The autumn leaves of red and gold….
I see your lips, the summer kisses
The sunburned hands, I used to hold
Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song.
But I miss you most of all my darling,
When autumn leaves start to fall.

Since you went away, the days grow long
And soon I’ll hear old winter’s song.
But I miss you most of all my darling,
When autumn leaves start to fall.