Ετικέτες

,

Έγραψε αυτό το γράμμα σε εκείνην, και μετά από μερικούς μήνες, το Σεπτέμβριο του 2007, αφαίρεσαν μαζί τη ζωή τους.

André Gorz, Γράμμα στη Ντ. [Ιστορία ενός έρωτα], μετάφραση Σάντρα Βρέττα, επίμετρο Μιχάλης Μήτσος, εκδόσεις Ποταμός 2008.

Γίνεσαι ογδόντα δύο χρονών. Έχεις κοντύνει έξι εκατοστά, ζυγίζεις όλο κι όλο σαράντα πέντε κιλά και είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική κι επιθυμητή. Πάνε πια σαράντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σε αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Νιώθω πάλι μέσα στο στήθος ένα σπαρακτικό κενό που μονάχα η ζεστασιά του κορμιού σου πάνω στο δικό μου το γεμίζει.

[…]

Έχω ανάγκη να σου ξαναπώ αυτά τα απλά πράγματα προτού θίξω τα ζητήματα που με βασανίζουν εδώ και λίγο καιρό.

[…]

Ο έρωτάς μας άρχισε μαγικά, σχεδόν κεραυνοβόλα.

[…]

Κατάλαβα μαζί σου πως η ηδονή δεν είναι κάτι που το παίρνουμε ή το δίνουμε. Είναι τρόπος να δίνεσαι και να ζητάς το δόσιμο του άλλου. Δοθήκαμε ο ένας στον άλλο ολοκληρωτικά.

[…]

Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να εξηγήσει τον αόρατο σύνδεσμο που νιώσαμε να μας ενώνει από την αρχή. Παρόλο που είχαμε βαθιές διαφορές, δεν έπαυα να αισθάνομαι ότι είχαμε κάτι θεμελιώδες, κάτι σαν πρωταρχικό τραύμα.

[…]

Φαντάζομαι τη σύγχυση και τη μοναξιά σου. Σκεφτόσουν ότι αν είναι έτσι ο έρωτας, αν είναι έτσι τα ζευγάρια, προτιμούσες να ζήσεις μόνη και να μην ερωτευτείς ποτέ. Κι επειδή οι καβγάδες των γονιών σου είχαν κυρίως σχέση με τα χρήματα, σκεφτόσουν πως ο έρωτας, για να είναι αληθινός, πρέπει να αδιαφορεί για το χρήμα.

[…]

Στους τρεις επόμενους μήνες σκεφτήκαμε την περίπτωση να παντρευτούμε. Είχα μερικές αντιρρήσεις αρχής, ιδεολογικές. Θεωρούσα το γάμο θεσμό της αστικής τάξης. Πίστευα ότι κωδικοποιεί μια σχέση, η οποία, εφόσον είναι ερωτική, συνδέει δυο ανθρώπους σε ό,τι λιγότερο κοινωνικό έχουν. Η νομική σχέση έχει την τάση, ή μάλλον την αποστολή, να αυτονομείται από την εμπειρία και τα συναισθήματα των συντρόφων. Έλεγα ακόμη: «Τι απόδειξη έχουμε ότι σε δέκα ή σε είκοσι χρόνια το διά βίου συμβόλαιό μας θα αντιστοιχεί στις επιθυμίες αυτού που θα έχουμε γίνει;»

Η απάντησή σου ήταν αναπόφευκτη: «Αν ενώνεσαι με κάποιον για όλη σου τη ζωή, βλέπεις με τον άλλο τη ζωή από κοινού και αποφεύγεις να κάνεις κάτι που διασπά ή βλάπτει τη σχέση. Η δημιουργία του ζευγαριού είναι το κοινό σχέδιο των δυο, και χρειάζεται πάντα να το επικυρώνουν, να το προσαρμόζουν, να το επαναπροσανατολίζουν ανάλογα με τις καταστάσεις που μεταβάλλονται. Θα είμαστε αυτό που θα φτιάξουμε μαζί». Ήταν σχεδόν Σάρτρ.

[…]

Είχες ενωθεί, έλεγες, με κάποιον που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς να γράφει και ήξερες πως όποιος θέλει να γίνει συγγραφέας χρειάζεται να μπορεί να απομονώνεται, να κρατάει σημειώσεις οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας. Πως η δουλειά του πάνω στη γλώσσα συνεχίζεται πολύ αφότου αφήσει το μολύβι, και μπορεί να τον κατακυριεύσει ξαφνικά, στη μέση ενός γεύματος ή μιας συζήτησης: «Θα ‘θελα να ήξερα τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου», έλεγες καμιά φορά, όταν βυθιζόμουν στις μακριές μου ονειροπόλες σιωπές. Όμως το ήξερες, αφού το είχες περάσει κι εσύ: μια πλημμύρα από λέξεις που ζητούν την πιο κρυστάλλινη διάταξή τους. Αποσπάσματα από φράσεις που διατυπώνονται ξανά και ξανά. Νεογέννητες ιδέες έτοιμες να εξατμιστούν αν μια λέξη κλειδί ή ένα σύμβολο δεν καταφέρει να τις στερεώσει στη μνήμη, Όταν αγαπάς έναν συγγραφέα, σημαίνει πως αγαπάς το ότι γράφει, έλεγες. «Γράφε, λοιπόν!»

[…]

Μόλις έγινες ογδόντα δύο χρονών. Είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή. Πάνε πια πενήντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ’ αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Τελευταία σε ξαναερωτεύτηκα για άλλη μια φορά και έχω μέσα μου ένα σπαραχτικό κενό που το γεμίζει μόνο το σώμα σου αγκαλιασμένο σφιχτά με το δικό μου.

[…]

Αφουγκράζομαι την αναπνοή σου, το χέρι μου να σε αγγίζει. Και οι δυο θέλαμε να μην χρειαστεί να ζήσουμε μετά από το θάνατο του άλλου. Έχουμε πει πολλές φορές ο ένας στον άλλον πως, στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί.