Ετικέτες

,

Όταν ήταν μικρή [ναι, όταν ήταν μικρή] η μαμά τής διάβαζε ιστορίες. Τώρα δεν θυμάται ούτε μία. Αν και είχε γεννηθεί την ημέρα των παραμυθιών [σήμερα την ονομάζουν «Ημέρα παιδικού βιβλίου»], δεν ξέρει τώρα παραμύθια να διηγηθεί, αόριστα θυμάται ένα, που ίσως και να μη γνωρίζει άλλος κανείς.

Εκείνος της το είχε κάποτε διηγηθεί, πως υπήρχε μια Ασιάτισσα Βασίλισσα [αυτή στην προηγούμενη ζωή της], είχε σπουδάσει νομικά και είχε αφιερώσει όλο της το είναι στη Δικαιοσύνη [όσο της το επέτρεπε το γεγονός πως ήταν Γυναίκα] και, φυσικά, στα παιδιά της, τα οποία υπεραγαπούσε. Πάντα τ’ αγαπούσε τα παιδιά, όσο τα παραμύθια, αν και πολλά παραμύθια δεν είχε να τους πει, έλεγε το ίδιο και το ίδιο, απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά απ’ την αρχή. Έπασχε από ένα είδος «παροντικής μνήμης».

Ανήκε στο είδος των Χρυσόψαρων. Σε έναν μηδενισμένο χρόνο, καθώς τα πάντα συμβαίνουν άχρονα, προείπε τη ρήση της Γκλόρια Στάινεμ «Μια γυναίκα δίχως άντρα είναι σαν ψάρι δίχως ποδήλατο» και έζησε σαν ψάρι δίχως ποδήλατο. Ήξερε μόνο να κολυμπά. Καθώς έκανε μια στροφή στη γυάλα, η μνήμη της ξεψυχούσε, ξαναγεννιόταν όμως μια καινούργια στιγμή, εκείνη που ξημέρωνε το καινούργιο αύριο.

Παραμένει αδιευκρίνιστο σε αυτό το παραμύθι το πώς μπορούσε να παλεύει αυτή η Βασίλισσα για τη Δικαιοσύνη δίχως όπλο τη μνήμη της. Όσο παράδοξο είναι η ιστορία να συντελείται δίχως μνήμες εδαφών. Όσο παράτολμο είναι για την ανθρωπότητα να ζει ένας άνθρωπος δίχως αναμνήσεις. Με κτήσεις χωρίς.

Σαν ξυπνά η Γυναίκα-Χρυσόψαρο ανοίγει πρώτα την καρδιά της, έπειτα ανοίγει το παράθυρο, και στη συνέχεια ανοίγει τα φτερά της και πετά, πετά τρισευτυχισμένη, και πέφτει, και πέφτει τρισευτυχισμένη, γιατί η Γυναίκα λησμονεί πάντα το λόγο που πεθαίνει, το λόγο που ανασταίνεται, το λόγο που γεννήθηκε τη μέρα των παραμυθιών ένα παραμύθι δίχως τέλος.     

[Καλό καλοκαίρι!]

Advertisements