Ετικέτες

,

Είμαι στην ηλικία που μπορώ να νοσταλγώ αυτό που θα μπορούσα να είμαι

Μια γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα, λες από τα γεννοφάσκια της, και θυμωμένη αδικαιολογήτως λες και έχει ζήσει δέκα εμφυλίους. Και η πραγματική αφή ένα δύσκολο τόλμημα, έχουμε εγερτήριο στις 7, υπάρχει και το λεωφορείον ο πόνος και το εργασιακό οχτάωρο και ο συναγελασμός, μες στον οποίο θέλουμε απλώς να κρύψουμε το πρόσωπό μας λέγοντας χαζά αστεία, ο κουρασμένος ύπνος πάνω στο βιβλίο, που μοιάζει με την μεγαλύτερη ήττα, καθώς και το κεφάλαιο «σπίτι», αυτό που θέλουμε άψογο γιατί μας βοηθά να συγκεντρωνόμαστε στα κείμενα [και στους ανθρώπους] ή γιατί έτσι μας έμαθε η μαμά.

Υπάρχει μέσα σε αυτά ένας παράλληλος κόσμος, ο κόσμος των καλωδίων, οι αποστάσεις που θέλουμε να καλύψουμε [και να συγκαλύψουμε] από ανασφάλεια μην τα χάσουμε όλα, αλλά η αφή εξακολουθεί νάναι δύσκολο όπλο, υπάρχουν και τα δυσάρεστα, συνήθως «τρομοκρατικά», τηλεφωνήματα, που μας υπενθυμίζουν κάθε φορά πως ζούμε σε βαθιά άγνοια της πραγματικότητας [και του εαυτού μας, καταπώς μας ενημερώνουν οι «γνώστες»], έπειτα οι ματαιώσεις, το βαθυστόχαστο «χάθηκες, κάθαρμα!» που μας επιφορτίζει με τύψεις. Κι εκεί που έχουμε κολλημένο το αφτί στο ακουστικό, πάλι καίμε το φαγητό – προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε να φάμε σήμερα. Γίνονται τόσα πολλά σε μία μέρα, και κάθε μέρα, τόσα ώστε παίρνουμε την απόφαση άλλο να μην πεινάμε. Και πια δεν πεινάμε. [Αν και οι ίδιοι είμαστε κατά κάποιον τρόπο «αναλώσιμοι»].

Υπάρχουν και χειρότερα ωστόσο, οι μαύρες μέρες της γραφειοκρατίας και των λογαριασμών, του ταχυδρομείου, της αναμονής για μια σφραγίδα, που για να εξασφαλίσουμε χρειάζεται να διανύσουμε πρώτα τη μισή Αθήνα, όμως δεν κοιτάμε την υπέροχη πόλη που λέγεται Αθήνα, ακούμε τον ήχο του ρολογιού, τον σταθερά αγχωτικό, που μας ωθεί να θέλουμε να το γκρεμοτσακίσουμε στον τοίχο. Και μέσα στην τόση κούρασή μας -το τρελό κινητό χτυπά πάντα τις λανθασμένες ώρες και στέλνει τα λάθος μηνύματα-, ξεπηδά η θλιβερή ανάγκη να κόψουμε όλων τα ειδών τα καλώδια: κάποιος κλαίει σπαρακτικά πάλι και δεν αντέχουμε ή σπαράζουμε εμείς μέσα και έξω μας, και δεν μας χωράει κανένα βλέμμα.

Θέλουμε πίσω τη στιγμούλα μας, ή μια νέα, ολότελα δική μας στιγμούλα, λίγα δευτερόλεπτα να νιώσουμε άρχοντες, μες στην ευλογία της φύσης που μας έχει πλάσει. Στιγμή στιγμούλα, κόβεσαι σαν κάθε οργασμός, που η ανάγκη αναγκάζει να ξεψυχήσει πρόωρα, γιατί η πραγματική αφή είναι ανέφικτο όνειρο, γιατί αυτός δεν σε αγαπάει πια ή γιατί υποψιάζεσαι πως δεν σε αγάπησε ποτέ. Όλα θα έχουνε το λόγο τους, η φύση κρύπτεσθαι φιλεί, τη μελαγχολική νύστα σπάει η νομοτέλεια, γινόμαστε ξανά πιστά στρατιωτάκια στη μάχη της ζωής, αθλητές σε έναν ατέρμονο στίβο. Έτσι, έτσι για να μην καλομάθουμε στην ηδονή μιας φευγαλέας χαράς και γίνουμε αλαζόνες.

Νομίζω πως αισθάνομαι τύψεις όταν είμαι χαρούμενη, ή απλώς φοβάμαι, όπως με έμαθαν να φοβάμαι – τρέμω τον κεραυνό εν αιθρία. Εκείνη την απότομη μεταβολή από τη χαρά στη θλίψη με τη μεσολάβηση μιας είδησης που σου αλλάζει τα φώτα ακαριαία. Γιατί ο κόσμος δεν μαθαίνεται, και σίγουρα δεν συνηθίζεται. Δεν είναι τίποτα άλλο ο κόσμος από τρόπος θέασης σε μια δεδομένη στιγμή, τίποτα άλλο δεν είναι ο κόσμος, μια αντανάκλαση, κοιμάμαι πάλι πάνω στο βιβλίο και τι με πονάει ακόμη περισσότερο είναι που δεν μπορώ να γράψω αυτό που ήταν ό,τι μου είχε απομείνει, μια άκακη διέξοδος. Τώρα είμαι ένας κουρασμένος εαυτός, που έχει μπλοκαριστεί σαν το καλώδιο. Με writer’s block αισθάνομαι ο πιο λυπημένος άνθρωπος στον κόσμο, γιατί κλοτσάω η ίδια το πληκτρολόγιο, το αφήνω να σπάσει, το εκδικούμαι, αρνούμενη πεισματικά την πιο ηδονική από όλες και την πιο ελεύθερη αφή. [Μου φτάνει και μου περισσεύει που ακούω τον ήχο των δικών σου δαχτύλων πάνω στα πλήκτρα μέσα απ’ το καλώδιο – παριστάνω το πληκτρολόγιο].

Ανήκω στη γενιά του chronic fatigue, κουρασμένη πρόωρα σάμπως από τα γεννοφάσκια μου, και θυμωμένη όχι πια, δικαιολογημένα. Ψελλίζω παραλλάζοντας στίχο της Κικής Δημουλά, όχι, δεν είμαι θυμωμένη, λέω, είμαι λυπημένη, και ατενίζω τον ορίζοντά μου κάπου ανάμεσα στο ολικό σπα ή τον υπνωτισμό. Είναι επειδή δεν ξέρω να διαχωρίσω αν είμαι κουρασμένη ή λυπημένη, λυπημένη ή κουρασμένη, αν τα δύο είναι αλληλένδετα, αν είμαι της εποχής μου θύμα ή κάποια κακή εξίσωση της γενετικής. Δεν ξέρω, αλήθεια, αν όλοι γύρω μου είναι έτσι ή αν έτσι τους βλέπω εγώ. Ξέρω πως θέλω τα καλώδια κομμένα. Θέλω τα πάντα κομμένα. Η νέα αφή.

Γενιά του chronic fatigue, «Ό,τι δεν λύεται κόπτεται – Μέχρι και τούτο το ασώματο / λαρύγγι» [Αντώνης Φωστιέρης].

Advertisements