Ετικέτες

,

Στη Μαριλένα, 
για τη θεωρία της μη-ύπαρξης
και για το λόγο που υπάρχω

Δεν υπάρχουμε. Τα σεντόνια είναι λευκά, ο ήλιος λάμπει, η θάλασσα λάδι. Τρεις άνθρωποι προχωράνε τρία χιλιόμετρα ημίγυμνοι και τραγουδάνε. Λέξεις ηχομιμητικές σαν τους βόμβους των μελισσών, σαν το χλιμίντρισμα ενός παθιασμένου αλόγου στη μέση του πουθενά, σαν τον ήχο των φυκιών πάνω στο γυμνό πέλμα. Παπούτσια off. Μπλούζες off. Ξεχνάμε το σαμπουάν, ξεχνάμε το ρολόι. Μήτε το νερό έχουμε ανάγκη. Όλα off. Εκτός από τη μουσική.

Η Χάρβεϊ απαραίτητη (η Πόλυ αλλά και η Ανν [Σέξτον]). Μέσα στη μουσική της Βρετανίδας με το μεταμοντέρνο νυφικό (τελικά ντύθηκε στα λευκά και χάσαμε το στοίχημα) στο θέατρο Badminton, σκέφτομαι το σύνολο του χρόνου, το μέγεθος της αγάπης. Την τρυφερότητα και την οργή, τις δοτικές χειρονομίες ανδρών και γυναικών, συνάμα κάποια δύσκολα βράδια μπρος στο νεροχύτη (θα μπορούσε κανείς να τον ονομάσει και καθρέφτη ή νιπτήρα ή απλώς γυαλί). Όχι μόνο στην one woman παράστασή της με τις εντυπωσιακές εναλλαγές οργάνων, αλλά και σε ευρύτερο πεδίο, τα πάντα ξεκινάνε με ένα τραγούδι σαν το «To Bring You My Love» και τελειώνουν με ένα άλλο τραγούδι όπως το «The Desperate Kingdom Of Love». Εκείνη ξέρει τη μουσική. Την κοιτώ άναυδη. Δεν υπάρχω μέσα σε ό,τι μοιάζει με τον σπασμένο ήχο της δικής μου μικρής ζωής. Η Αμερικανίδα Ανν έλεγε πως υπάρχει μέσα στα ποιήματά της. Πουθενά αλλού. «Live for the sun». Κι εγώ εκεί.

Αν ζήσει κανείς για τον ήλιο και μέσα στον ήλιο τότε μπορεί και να μην υπάρχει ενώ υπάρχει: η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, η κατάκτηση μεγάλη σαν αγκαλιά. Έστω κι αν κρατάει ένα λεπτό. Έστω κι αν εμπεριέχει, πέρα από τον έκσταση, και εκείνο το απότομο τράνταγμα της σπονδυλικής στήλης την ώρα που γυρνά απότομα πίσω στη ζωή. Πίσω σε αυτήν που είναι χειρότερη από την τέχνη, όπως έγραψε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι. Το ράγισμα του γυάλινου ονείρου: από την ευτυχία στη ζωή, από αυτόν σε μένα, από τον κάποιον στον κανένα, από τον καθένα στο πουθενά. Το χάος γεννά άστρα, τα άστρα γεννάνε το χάος και ξανά από την αρχή. Κάτι σχετικό έγραψε ο Νίτσε («One must still have chaos in oneself to give birth to a dancing star»), αλλά δεν εμπιστεύομαι τους μαγνήτες στο ψυγείο μου. Δεν εμπιστεύομαι τίποτα σχετικό με ψυγεία. «I am not there».

«I am not there». Κάπως συμπτωματικά κατέφθασε στο σπίτι μου και η ομότιτλη ταινία (οι συμπτώσεις είναι μαγικές). Τα πολλαπλά πρόσωπα του Μπομπ Ντύλαν. Ραγισμένα κάπως και γι’ αυτό ανεξάντλητα. Σύμφωνα με την ταινία: Μπομπ Ντύλαν, Κανόνας 7: Μην δημιουργήσεις ποτέ, θα σε παρερμηνεύσουνε. Ωστόσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης της ταινίας Τοντ Χέινς (όπως άλλωστε και ο Σκηνοθέτης της ζωής μας) ξέρει καλύτερα τη συνέχεια. Ακολουθεί μια σκηνή δημιουργίας: γραφομηχανή πρώτα, πανσέληνος έπειτα. Και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ απαγγέλλει: «ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα» (διάβασα παρεμπιπτόντως το Ουρλιαχτό όταν ξύπνησα ένα βράδυ από δυσβάσταχτο πόνο στη σπονδυλική μου στήλη). Πίσω στην τέχνη.

Με τόσα να συμβαίνουν γύρω σου πώς να μην σκέφτεσαι; Πώς να μην υπάρχεις; (δηλαδή να πονάς – καρουζικό) «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», διαλάλησε ο Ντεκάρτ. Ωστόσο κάποτε «Δεν υπάρχεις, αλλά μην το σκέφτεσαι», λέει ένα ανέκδοτο.

Καθετί ανέκδοτο είναι αθώο. Το «να μην υπάρχεις» απαραίτητο, γιατί τότε υπάρχεις ολόκληρος.