Ετικέτες

, ,

1α. Ποιήματα ποιητικής

Αργύρης Παλούκας, Το ξέφτι, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2007

 

Η μητέρα μου γεννήθηκε το ’41 / κι ακόμα σέρνει πίσω της ένα ξέφτι.  

Αν αφαιρέσεις ή προσθέσεις μια λέξη, θ’ αλλοιώσεις σίγουρα το όλο ποίημα-βιβλίο. Είναι όσο πρέπει, ευσύνοπτο και πλήρες, σαν ξέφτι της πραγματικότητας, που υπάρχει δίχως να βοά εκκωφαντικά, αλλά θορυβώντας υπόγεια. Ένα ξέφτι είναι πράγματι ικανό να σου καταστρέψει το φόρεμα αν το τραβήξεις. Εδώ, όσο κι αν το τραβάς, το φόρεμα δεν καταστρέφεται, αλλάζει ωστόσο η αντίληψη του ρούχου. Το ξέφτι επικρεμάται, σχεδόν φυσικά. Το αποδέχεσαι και το αξιοποιείς. 

«Με το ξέφτι» επιβιώνει ο Αργύρης Παλούκας. Θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος το βιβλίο του ως ένα ενιαίο ποίημα ποιητικής. Οι φωνασκούσες υπερβολές δεν είναι πάντα αποδοτικές στις διαμαρτυρίες τους, οι δε λυρικές ψευδαισθήσεις είναι ανεδαφικές και ξένες προς την πραγματικότητα. Μάλλον αδιαφορεί και για τους δύο πόλους. Επιλέγει κατά μία έννοια έναν τρίτο δρόμο. Την ποίηση που έχει ως εφόδιο τη ζωή δίχως να τη θέτει στο στόχαστρο [όπως άλλωστε η ζωή έχει ως εφόδιο την ποίηση] πλην όμως μηχανεύεται, κάπως δόλια, μια νέα πραγματικότητα μέσα στην ίδια την πραγματικότητα κατασκευάζοντας ομόκεντρους κύκλους ή απλώς διαρρηγνύοντας έναν κύκλο για να εισέλθει στο ασφαλές σκοτάδι του λίγο φως. Με μια πινελιά πάντως μπορεί κι αλλάζει την όψη του πίνακα. Εντός κοσμικού συστήματος πάντα, τα ποιήματά του θάναι το ξέφτι.

Ανάλογα λειτουργεί και η γλώσσα. Μέσα στην απλότητα της καθημερινής εκφοράς φωτίζει καλύτερα εκείνο που τον ενδιαφέρει, τη λοξή ματιά, «το άλλο πράγμα» που αποκαλύπτεται όχι σαν συμπλήρωμα γνώσης, αλλά ως νέα γνώση. Το ξέφτι παραπέμπει, ως προς το γενικό αίσθημα [δίχως να υπονοείται εδώ καμία ποιητική συγγένεια] στο ποίημα της Ε. Βακαλό: «Είναι πράγμα το άλλο του πράγματος / Γιατί ενάντιο σε μένα / Και όμορφο / Το πλησίον που χάνεται / Το μετατρέπω σε ρήμα / Εννοείται ο αέρας / Και βόσκει / Ψηλώνοντας απ’ το χόρτο / Το πράσινο ως χρώμα…» [«Το άλλο του πράγματος»].

Δεν είναι μαύρο, ούτε κόκκινο, όπως η ζωή. Το χρώμα του ποιήματος είναι πράσινο. Σαν τη φύση. Ο πόνος μιας απροσδιόριστης απώλειας στα δεκατέσσερα όλα κι όλα ποιήματα της συλλογής είναι γενικευμένος. Τα φαντάσματα του ποιητή είναι τόσα πολλά που είναι σάμπως μέσα του να τα έχει εξημερώσει, ή σάμπως ο ίδιος να μπορεί με αυτά απλώς να συμβιώνει, όχι υπό τη μορφή κάποιας παραίτησης αλλά με μια μειλιχιότητα που του επιτρέπει να ζει απενοχοποιητικά. Παύει να αποτελεί απώλεια ό,τι του κρατά στην τελική συντροφιά, πρόκειται για ένα άλλο είδος τρυφερότητας, σαν το σαχτουρικό «Θηρίο» ή τους «νεκροζώντανους» στην Εκδρομή του Γιώργου Χειμωνά. Το χρώμα είναι πράσινο. Όπως οφείλει ίσως να είναι η ανθρώπινη φύση.

Η ωριμότητα της γραφής μπορεί να καταστήσει το καθετί, εντός του αρνητικού του προσήμου πάντοτε, σχεδόν καλοδεχούμενο. Η σύγχρονη κοινωνία είναι τόσο δεδομένη πια, είτε διαδραματίζεται σ’ ένα κλειστό δωμάτιο, είτε επισυμβαίνει στους δρόμους της Αθήνας, που χρειάζεται τον ποιητή για να προτείνει κάθε φορά νέους τρόπους θέασης: «Για το πού πάτησαν τα πόδια σου / δεν προλαβαίνω να αναρωτηθώ. / Ο δρόμος μόνο ξέρει την αλήθεια. / Κι ο δρόμος δεν μιλάει» [«Λιοσίων»]. Δεν υπάρχει ποτέ μία ακριβής και επαρκής απάντηση σ’ ένα ερώτημα, ο καθένας την αναζητεί, φτάνει να είναι έτοιμος να αποδεχτεί τη φύση των ερωτημάτων να είναι αινιγματικά, καθώς και το θαύμα να γινόμαστε εμείς το θαύμα, οι αφέντες των αποκρίσεών μας. Στο σπίτι μας δεν χρειάζονται από μηχανής θεοί. Όταν τους περιμένουμε αβοήθητοι, τότε το σπίτι μας «Είναι ακριβώς σαν το παλιό / γιατί όποια πόρτα και ν’ ανοίξω / ένα χέρι δεν κατεβαίνει από τον ουρανό / γιατί οι άντρες πίνουν ουίσκι απ’ το πρωί / και οι γυναίκες φέρνουν το σκοτάδι τους σ’ ένα υποτιθέμενο μαγικό κουτί» [«Καινούριο σπίτι»].

Με ποιήματα μικρά σαν αποφθέγματα συντελείται μια μαγική υπέρβαση, μόνο φαινομενική στην αποστασιοποίησή της. Το στοίχημα είναι να θέσεις τον αναγνώστη εντός της αρένας της σκέψης. Το κάθε ποίημα, καταπώς φαίνεται, είναι ριγμένο στα χέρια του αναγνώστη. Ο ίδιος ο ποιητής αποχωρεί, το ποίημα χαρίζεται.

Αν τα σπλάχνα είναι λάγνα, αν το πουκάμισο είναι βρόμικο ή καλοσιδερωμένο είναι κάτι που διαβάζοντας ο αναγνώστης προσπαθεί να λύσει ως αίνιγμα, καθώς η υπαινικτικότητα της «εικαστικής», ανάμεσα σε άλλα, ποίησής του αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της. Βουβή σαν καμβάς μα με συμπαγές χρώμα. 

Θυμάται έτσι κάποιος πως υπάρχει τρόπος να κοιτάξει τη θάλασσα κι αλλιώς, ο Αργύρης Παλούκας σού δίνει το ελεύθερο της διάδρασης δίχως ίχνος ρητορείας και διδακτισμού. Το Εγώ, μέχρι και στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα, διαφεύγει με μια πράξη εναίσθησης που καλεί τον αναγνώστη να τοποθετήσει τους δικούς του ήρωες στον καμβά. Όπου το ποίημα είναι γραμμένο σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο υπάρχει μια υπόκωφη ειρωνεία που εντείνει την πολυσημία: «Τουλάχιστον για τους νεκρούς μας ανθίζει ένα λουλούδι / οι σπόροι του πέφτουν ξανά στα κοιμητήρια / καλλιεργούνται νέα μυστικά χωράφια» [«Εδώ ο κόσμος χάνεται»]. Οι πρωταγωνιστές του ίδιου του ποιητή μοιάζουν άφυλοι και άχρονοι. Μόνο η μητέρα ορίζεται, μα κι αυτή είναι εκ φύσεως μια απόλυτα πανανθρώπινη φιγούρα.

Τυχαίο δεν είναι ούτε και το μότο της συλλογής λοιπόν: «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτω, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή» [Διονύσιος Σολωμός].

Ένα καλό μάθημα είναι Το ξέφτι: Δεν υπάρχει τίποτα το περιοριστικό μέσα σε περιορισμένες λέξεις, ένα ξέφτι-ποίημα μπορεί να γίνει αιτία για ένα νέο ρούχο-δέρμα.  

Η παραπάνω βιβλιοκριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό βακχικόν (τεύχος 2)