Ετικέτες

, , ,

1β. ποιήματα ποιητικής

Πατρίτσια Κολαΐτη, Σελέστεια, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2007

Σε τι κόσμο ήρθα / Που πρέπει να εφευρίσκω διαρκώς / Νέα εχέγγυα γι’ αυτό που είμαι ή μπορώ να γίνω

Στην αρχή διακρίνεις μια φυσική αθωότητα, γιατί αυτό προτίθεται ενδεχομένως σε πρώτο επίπεδο να παρουσιάσει η ποιήτρια. Οι παιδικές φιγούρες, η οικογένεια, το καροτσάκι που σπρώχνει ο παππούς. Οι προτάσεις που διαδέχονται η μία την άλλη σαν να έχουν απλώς συγκολληθεί κατά λάθος. Η εντελώς ελεύθερη δομή και η άνιση έκταση των ποιημάτων – αλλού άτιτλα, αλλού με τίτλους στη λατινική γλώσσα και μάλιστα αρκετά αμφίσημους. Τα σύντομα «επεξηγηματικά» σημειώματα στο τέλος της συλλογής, που μοιάζουν να έχουν προστεθεί αργότερα από κάποιον άλλο. Όλα αυτά παραπέμπουν σ’ ένα εσκεμμένα αθώα παιδικό κολάζ. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δίνει την εντύπωση ότι πηγάζει από πράξη εργοθεραπείας. Μέσα στο σχέδιο ανακαλύπτεις, όσο σου επιτρέπεται, το παιδικό τραύμα αλλά και την παιδική διάνοια. Η Πατρίτσια Κολαΐτη μοιάζει μ’ ένα παιδί που διηγείται με το σχέδιό της το προσωπικό της δράμα. Ποιο είναι άραγε αυτό το δράμα; Ψάξε ψάξε, δεν θα το βρεις.

Η Σελέστεια [από το λατινικό cealum, που σημαίνει ουρανός] δεν είναι παιδί και ο κόσμος που περιγράφει δεν είναι καθόλου ουράνιος. Η γράφουσα είναι ακρωτηριασμένη και η αγάπη είτε δεν υπάρχει, είτε απλώς δεν τρέφει ευαισθησίες για περιθωριοποιημένους ανθρώπους κάθε είδους: «Γι’ αυτό θα ήθελα ‘‘Μόνο γι’ απόψε αν γίνεται γιατρέ / να πάρω το χέρι μου στο σπίτι» / Μόνο γι’ απόψε αν γίνεται / να στήσω / με αξιοπρέπεια όρθιο ετούτο το σακατεμένο πράμα / που είμαι / Γιατί η αγάπη / θέλει επάρκεια / και σκόντο δεν κάνει». Κι αν ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιήματος στο οποίο ανήκουν οι στίχοι είναι «Φαντασμαγορία», η Πατρίτσια Κολαΐτη ξέρει άλλη μία έννοια για το ψυχολογικό αυτό φαινόμενο: «phantasm limb». Το μέλος-φάντασμα. Ο δρόμος που δεν γίνεται.

Φλερτάρει επικίνδυνα με τα διπλά νοήματα, δημιουργώντας στην ποίησή της ένα αίσθημα ανασφάλειας, ότι όλα όσα διαβάζει κανείς αποτελούν τελικά «φαντασμ-αγορία», δηλαδή όχι πια ένα εντυπωσιακό θεατρικό έργο, αλλά μια παράσταση με ομιλούντα φαντάσματα, «ψευδείς» αντανακλάσεις της αλήθειας. Πράγμα που καθίσταται ακόμη πιο έντονο ως συναίσθημα όταν γνωρίζεις, σαν διαβάσεις τις δύο σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, πως ό,τι γράφεται στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία η καλλιτεχνική φύση αλλοιώνει από πρόθεση να σε ξεγελάσει.

Η Σελέστεια είναι ένα πρωτότυπα δαιμόνιο βιβλίο, παράλληλα μια αισθητική πρόταση. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι διπλός. Είναι αυτός που σκέφτεται κάτι, κι αυτός που σκέφτεται ότι σκέφτεται κάτι. Στη Σελέστεια η ποιητική «περσόνα» μπαίνει και βγαίνει από την ιστορία που διηγείται, κληροδοτώντας στον αναγνώστη ένα αίσθημα μετεωρισμού στο διάβα της ανάγνωσης: «Από ‘δω εξασκώ την τέχνη του σακάτη / που με τα χρόνια / έμαθε πια / να κρύβει το άδειο μανίκι // Και μηχανεύομαι / ποιήματα / δίκην επανορθωτικής / προσθετικής χειρουργικής».[«Γλυκό μου βάσανο, ΙΙΙ»].

Από ό,τι φαίνεται, «Η γλώσσα θα αντιστέκεται να γλείψει το μαχαίρι της», γιατί έχει ακόμα μυστικά να εξιστορήσει, με αποτέλεσμα το «Ποίημα» να μοιάζει, από άποψη λύτρωσης ή κάθαρσης, «Δώρο ά-δωρον», εφόσον δεν ρέπει ακριβώς ούτε προς την αυθεντική αυτό-εξομολόγηση, ούτε βέβαια ανήκει ως μαρτυρία σε κάποιον άλλον [ο μικρός Ιλάι και το τετράχρονο κορίτσι αποτελούν μονάχα αφορμές έμπνευσης]. Το βιβλίο στηρίζεται σε κώδικες επικοινωνίας μισούς ελληνικούς, μισούς αγγλικούς [το ω και το z της αλφαβήτας] και είναι μισό υπαρξιακό, μισό ιατρικό, μισό αγγελικό, μισό δαιμονικό. Τι είναι τελικά;

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές του 2007.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική πρωτοδημοσιεύτηκε στο βακχικόν.

Advertisements