Ετικέτες

, , , ,

Διαβάζοντας την Τέχνη της γραφής, τσάκισα τις σελίδες που με ενδιέφεραν περισσότερο, ώστε να τις βρίσκω μετά αμέσως, και υπογράμμισα τα σημεία με τα οποία έχω περισσότερη συναισθηματική ταύτιση, έτσι για να δω αν στην επόμενη ανάγνωση θα συμφωνώ με τον εαυτό μου, ή αν θα έχω μεγαλώσει τόσο ώστε να θεωρώ αυτά που κάποτε με εντυπωσίασαν αυτονόητα. Αν θεωρήσουμε μάλιστα πως οι απόψεις μας για κάτι δεν πηγάζουν ακριβώς από τη λογική αλλά από πάγιες αρχές που ένας θεός ξέρει πώς φύτρωσαν μέσα μας με τέτοια απολυτότητα, θα ήθελα κάποια στιγμή ό,τι αξιώματα-ρήσεις αγαπώ να είμαι σε θέση να τα υποστηρίξω (ουσιαστικά να τα επενδύσω) με επιχειρήματα. Θα ήθελα δηλαδή η λογική μου να είναι πειστική, και, με τη γλώσσα της Ανν Σέξτον, «πιστευτή».

Αυτό πιστεύω εδώ και καιρό πως γίνεται τελικά, σε πολλές συζητήσεις παρατηρώ ανθρώπους να μιλούν για το ίδιο πράγμα απλώς με άλλες λέξεις, ή άλλους να λένε τα ίδια πράγματα μα να διαφωνούν μεταξύ τους. 

Ο βομβαρδισμός της γνώσης και, κυρίως, η μανία επιβολής της (συνήθως προς εντυπωσιασμό, συνήθως για λόγους ενίσχυσης κάποιου την ατροφική αυτοπεποίθηση) με ώθησαν τα τελευταία χρόνια -όταν έπαψα να είμαι φοιτήτρια κι όταν η θεωρία σταμάτησε να έχει τόση ζωτικότητα σε σχέση με τη δύσκολη επιβίωση και τα απτά κοινωνικά προβλήματα- στο να αρνούμαι τις κατηγορικές προσταγές όσον αφορά το πεδίο της αισθητικής. Κι όταν μου λένε «πρέπει όπωσδήποτε [η χαρακτηριστική έμφαση στο ό, μια «ερμηνευτική μετάφραση»] να διαβάσεις αυτό ή εκείνο» με μια εμφανή διάθεση για πατρονάρισμα, απαντώ απλά και ειλικρινά λέγοντας πως το εσωτερικό μου ρολόι τακτοποιεί τα πάντα ανάλογα με «ό,τι με κάνει να αισθάνομαι ωραία». Η ζωή είναι πολύ μικρή για να έχουμε τύψεις σχετικά με τέτοια θέματα. Μπορεί το να σέβεσαι την επιλεκτική σου άγνοια να σημαίνει πως γνωρίζεις κατιτί παραπάνω. (Ανάλογα με το πώς το στηρίζεις, φυσικά.)

Βέβαια στο μυαλό μου στροβιλίζεται, κάποιο καιρό τώρα, η άποψη της Σούζαν Λάνκερ που βρήκα στη Διάκριση του Pierre Bourdieu (εκδόσεις Πατάκη) και την οποία μεταφέρω αυτούσια: «…η μεγάλη τέχνη δεν είναι μια άμεση απόλαυση των αισθήσεων (a direct sensuous pleasure). Αλλιώς θα θώπευε -όπως τα γλυκά και τα κοκτέιλ- τόσο το απαίδευτο γούστο όσο και το καλλιεργημένο» (75). Ίσως λοιπόν να μη θέλω να διαβάσω τα άπαντα του Άγγελου Βλάχου, από την άλλη όμως δεν είμαι σε θέση να επικροτήσω τα γραπτά της Χρύσας Δημουλίδου. Μοιάζει με το κλασικό ερώτημα: Γιατί το να γράφεις ποιήματα είναι σημαντικότερο από το να πηγαίνεις στο γήπεδο; Είναι;

Αν αντικαταστήσεις απλώς τη θεωρία με κάποια άλλη, σύμφωνα με το νόμο του Festinger, στην Κοινωνική Ψυχολογία, δεν περιπίπτεις σε εσωτερική αντίφαση. Δεν αλλάζεις τη στάση σου, απλώς την εκλογικεύεις. Βρίσκεις κάτι που να αίρει αυτό που ο Καντ ονόμαζε αντινομία ανάμεσα στην καθαρή ευαρέσκεια και στην απόλαυση των αισθήσεων. (Πάει καιρός να διαβάσω φιλοσοφία, αλλά είναι πιθανόν η χουρσελιανή φαινομενολογία να έχει περισσότερη ισχύ στις μέρες μας.) Μήπως ακόμη όλες οι θεωρίες μας υπάρχουν για να αναιρεθούν, ανάλογα με τα στάδια αυτοσυνειδησίας μας κατά Χέγκελ; Για παράδειγμα, γιατί όταν είσαι 15 χρόνων ακούς φανατικά μέταλ (ως έφηβος έχεις θυμό), αλλά σαν μεγαλώσεις ακούς τζαζ; Και, πάλι, αυτό δεν ισχύει με όλους.      

Οι θεωρητικές συζητήσεις για το τι είναι τέχνη, τι πρέπει ή δεν πρέπει να διαβάζουμε, να ακούμε ή να γράφουμε, ποια κοινωνική χρησιμότητα έχει η λογοτεχνία στις μέρες μας σε σχέση με παλιότερα ή πώς οφείλει να γίνει χρήσιμη ή απτή ή κατανοητή ή αισθαντική και όλα τα συμπαρομαρτούντα είναι ζητήματα που απασχολούν όποιον ασχολείται με τις τέχνες και κυρίως όποιον παράγει τέχνη. Γιατί όταν τα έχεις σκεφτεί όλα αυτά και έχεις υποτίθεται καταλήξει, το ίδιο σου το γούστο σε προδίδει; Γιατί μας αρέσουν αντιφατικά πράγματα; Και γιατί να μη μας αρέσουν;  

Ο λόγος που μου άρεσε η Τέχνη της γραφής, για να επιστρέψω στο λόγο αυτής της ανάρτησης, ήταν διότι τα γράμματα του Τσέχοφ, τηλεγραφικά και κατευθείαν στο θέμα, στηρίζουν την ύπαρξή τους σε συγκεκριμένα κείμενα για το οποία του ζητήθηκε η γνώμη. Δηλαδή υπάρχει μια κίνηση από την εμπειρία στην ιδέα και όχι ανάποδα. Βέβαια, αυτό δεν αποδεικνύεται εφόσον δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε τις προβολές ενός ανθρώπου, ούτε καλά-καλά του ίδιου μας του εαυτού. Πάντως είναι πειστικός και πιστευτός και η πρόθεση μοιάζει αγαθή. Κι ας μη συμφωνούμε πάντοτε.

Άλλωστε οι συγκεκριμένες συμβουλές προς νέους συγγραφείς είναι λογοτεχνία εν εξελίξει, και υπό το πρίσμα αυτό η αλήθεια και το ψεύδος μοιάζουν περιττές αναζητήσεις: «Η ποίηση είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια», Τέοντορ Αντόρνο. Αυτό ήταν και το μότο του βιβλίου Ποιον αφορά η ποίηση – Σκέψεις για μια τέχνη περιττή (Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πόλις). Και όσα γράφει ο Τσέχοφ για την αλήθεια παρακάτω, που ανήκουν στο κεφάλαιο «Να είστε φιλαλήθεις» είναι δυνατόν να αναιρεθούν, γιατί η ανθρώπινη φύση είναι και δαιμόνια και ατελής (ανάμεσα σε άλλα).        

 Υγρ.: Συμφωνώ ως επί το πλείστον, αν καταλαβαίνω πράγματι το πώς ο Τσέχοφ χρησιμοποιεί τους όρους «πραγματικότητα» και «αλήθεια».

Άντον Τσέχοφ, Η τέχνης της γραφής. Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

 

Ούτε αρωματοπώλης ούτε ζαχαροπλάστης

Ότι ο κόσμος «βρίθει από παλιανθρώπους, άντρες και γυναίκες» είναι αλήθεια. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι τέλεια, και γι’ αυτό θα ήταν παράξενο να υπάρχουν μόνο οι θεοσεβείς. Το να πιστεύουμε ωστόσο ότι είναι στις υποχρεώσεις της λογοτεχνίας να ξεχωρίσει από το σωρό των παλιανθρώπων το «σπόρο» σημαίνει άρνηση της ίδιας της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία θεωρείται τέχνη γιατί ζωγραφίζει τη ζωή έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Ο προορισμός της είναι η απόλυτη και έντιμη αλήθεια. Το να περιορίσουμε τη λειτουργία της στην ειδική αναζήτηση του καλού «σπόρου» είναι γι’ αυτήν τόσο θανάσιμο όσο εάν υποχρεώναμε τον Λεβιτάν να ζωγραφίσει ένα δέντρο με την εντολή να μη θίξει το λασπωμένο κορμό και το κιτρινισμένο φύλλωμα. Συμφωνώ, ο «σπόρος» είναι ωραίο πράγμα, αλλά ο λογοτέχνης δεν είναι ζαχαροπλάστης, ούτε καλλωπιστής, ούτε ψυχαγωγός. Είναι άνθρωπος υπεύθυνος, έχει υπογράψει συμβόλαιο με τη συναίσθηση του καθήκοντος και τη συνείδησή του. […] Τι θα λέγατε αν ένας δημοσιογράφος, από αίσθημα αποστροφής ή από επιθυμία να ευχαριστήσει τους αναγνώστες, περιοριζόταν στην περιγραφή έντιμων δημάρχων, κυριών του καλού κόσμου και ενάρετων σιδηροδρομικών;

            Για τους χημικούς δεν υπάρχει στον κόσμο καμιά βρομιά. Ο λογοτέχνης πρέπει να είναι το ίδιο αντικειμενικός όπως ένας χημικός. Πρέπει να είναι απαλλαγμένος από την καθημερινή υποκειμενικότητα και να γνωρίζει ότι οι σωροί της κοπριάς στην εξοχή παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο, κι ότι τα κακά πάθη είναι χαρακτηριστικά της ζωής όσο και τα καλά.

Προς Μ.Β. Κισελιέβα

Μόσχα, 14 Ιανουαρίου 1887

Advertisements