Ετικέτες

, ,

Το μυαλό μου τριβελίζει αυτό που έγραψε ο Γιώργος Χειμωνάς, πριν μας αφήσει για τον άλλον, άγνωστο (μα και γνώριμο) κόσμο, σχετικά με την ποίηση, στο κείμενό του για τον νεαρό αυτόχειρα Γιώργο Φιλιππίδη: «Πώς γίνεται ποίημα ο θάνατος; Μονάχα οι ποιητές γνωρίζουν ότι το ποίημα είναι όνειρο του θανάτου· γιατί από όλους τους ανθρώπους, οι ποιητές μονάχα έχουν την πιο φυσική σχέση με τη ζωή, που δεν είναι άλλη από τη σχέση -που μόνον αυτοί μπορούν να έχουν- την πιο συνειδητή, καθημερινή, την πιο συγγενική σχέση με τον θάνατο» (σ. 11).

Το ποίημα δεν είναι όνειρο θανάτου, είναι όνειρο ζωής. Με κάποια, ατεκμηρίωτη έστω, απολυτότητα διαφωνώ με τον Γιώργο Χειμωνά, εκτός κι αν νοούσε το θάνατο ως ζωή, κάπως σαν το καρυωτακικό Μηδέν και το Άπειρο, με το οποίο χρειάζεται κάποια στιγμή, όπως μπορεί ο καθένας, να συμφιλιωθεί.

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε στο 1977 στην Αθήνα και είχε περάσει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών όπου και φοιτούσε. Τον Ιούλιο του 1997, μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, αφαίρεσε τη ζωή του με έναν τρόπο -προτιμώ να μην τον αναπαραγάγω εδώ για διάφορους λόγους- που τον ανύψωσε στα μάτια μου ως κάποιον «ένθεο ερωτικό επαναστάτη». Τα ποιήματά του, γραμμένα δύο χρόνια πριν πεθάνει, έγιναν βιβλίο το 2000 με τον τίτλο Γαλάζια μηχανή. Τα ποιήματά του αυτά (δεν ξέρουμε πόσα είχε πράγματι γράψει) μαρτυρούν μια πολύ ώριμη για την ηλικία αμφισβήτηση του κόσμου, του κράτους, του ανθρώπου, σε παγκόσμιο βεληνεκές, ενώ παράλληλα είναι διάστικτα από το πάθος του έρωτα και την ποίηση κλειστού δωματίου. Η κραυγή του, που σου τρυπά, ναι, τα σωθικά, είναι τόσο η φωνή της αντίστασης στον πόνο και στο ζόφο, όσο και η παραίτηση που χαρακτηρίζει κάποιον που έχει ήδη ονοματίσει τα πράγματα γύρω του. Το όνομα που χάρισε στα πράγματα μπορεί και να συγγένευε με λέξεις όπως «φαρσοκωμωδία», «τραγέλαφος», «ρώσικη ρουλέτα του θανάτου».

Πάθος εξωστρεφές, ανήσυχο και ανησυχαστικό, που δεν εκτονώνεται, περισσότερο επιβάλλεται ως τελευταία κατάθεση, ως κύκνειο άσμα. Ο ποιητής που κραυγάζει τόσο ώστε να του κόβονται τα λαρύγγια είναι εκείνος που ποθεί διακαώς να ζήσει – η νοημοσύνη του ωστόσο είναι τόσο υψηλή ώστε να ξέρει από πριν, την ώρα που στέκεται στο ημίφως, πως η ζωή, όπως μας την παρέδωσαν και όπως παθητικά τη συνεχίζουμε, δεν είναι ζωογόνος. Βλέπει, αξιολογεί και κυρίως νιώθει γύρω του κάτι που δεν είναι λιγότερο μα αντίθετο προς αυτό που μαρτυρεί το όνομά του. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Θα έλεγε ευχαριστώ.

Το σπάνιο και το μοναδικό στην περίπτωσή του, έτσι όπως η ποίησή του και μόνο μου μιλάνε, είναι ότι δεν πρόκειται για μια περίπτωση εγωπαθούς νάρκισσου που θορυβεί για το εγώ του, μα που βιώνει στη σάρκα του το τεράστιο αρρωστημένο Εγώ του κόσμου, ενός κόσμου τόσο μεγάλου και χαώδους που γεννά τη βεβαιότητα πως ένας ποιητής ή η ποίηση γενικά δεν πρόκειται ποτέ να καταρρίψουν, ώστε να φέρουν στο προσκήνιο ετούτου του τρομακτικού θεάτρου το φως. Ένα κοινωνικό όραμα προαπαιτεί άοκνους οραματιστές, μα αυτός γδέρνεται «ανάμεσα σε μια δυο αληθινές φιλίες κι έναν έρωτα». Είναι δηλαδή μόνος, γιατί τρία περιστέρια δεν φέρνουν την άνοιξη.

Ο Γιώργος Φιλιππίδης σήμερα θα ήταν 31 χρόνων. Είμαι σίγουρη πως, αν ζούσε, θα κάναμε παρέα, γιατί ο κόσμος των αγαπημένων πραγμάτων είναι μικρός στην έκτασή του και μεγάλος στο βάθος του. Δυστυχώς, η αξιολόγηση των πρώτων ποιημάτων κάποιου ποιητή ως Ποίηση, στην Ελλάδα, γίνεται με γνώμονα τις ευλογίες του χρόνου, που ο Γιώργος Φιλιππίδης δεν είχε στη διάθεσή του.

Το βιβλίο του όμως το έχουν διαβάσει πολλά μάτια, έχει εξαντληθεί, εύχομαι όχι γιατί υπήρξε αυτόχειρας, μα γιατί οι ποίηση που γράφεται από έναν αυτόχειρα εμπεριέχει κάτι το ουσιαστικό που, όσο και να κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο κάποιος που αδυνατεί να τρυπήσει το δέρμα του με το μελάνι, δεν πρόκειται ποτέ να γράψει. Εύχομαι να επανεκδοθεί, εύχομαι να μιλήσουν κάποιοι για αυτόν όπως του αρμόζει.

Αδιαφορώ για την προβληματική τού τι θα έγραφε αν ζούσε. Αυτό που γέννησε το ένα και μοναδικό βιβλίο του ήταν το τελευταίο όνειρο ζωής, το τελευταίο εισιτήριο για το τσίρκο. Το κέρδισε με το ακροβατικό του χαμόγελο. Είναι ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής. «Είναι», χρόνος ενεστώτας.

«Γιατί -παρ’ όλες τις πικρίες που τονέ ποτίζουνε- ο ποιητής την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζύ του κι’ ακόμη είν’ αυτός τούτος του θανάτου η άρνηση» (Νίκος Εγγονόπουλος).

Ας κάνουμε τον ενικό πληθυντικό. Κι ας πολεμήσουμε με την ψυχή μας.

Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια μηχανή (με ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά και πρόλογο του Νάσου Βαγενά), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000

Επιστολή

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.

μέλι

Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…

θάνατος

Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,

πυγολαμπίδες

είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας

τρέλα

«Δεν είναι αυτά για σας

που ζείτε ακόμη με το σώμα σας,

δεν είναι για ακοές που ‘χουν αυτιά από σάρκα»

Το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ στον Άμλετ

ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Στο σπίτι που μένω είναι τώρα ένα βαθύ βαθύ πηγάδι από πέτρα. Είναι λερό και πάντοτε υγρό. Όταν σκύβω πάνω του, βλέπω κάτω χαμηλά τα σαγόνια του φωτός και νερό που λαμπυρίζει ανατριχιάζοντας το σώμα μου. Αν ποτέ θελήσεις να τα πούμε, σκύψε πάνω απ’ το δικό σου πηγάδι στην Perugia. Αρχίζω να υποψιάζομαι πως όλος ο κόσμος είναι οργανωμένος σ’ ένα γιγάντιο δίκτυο από τέτοια πηγάδια που επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους. Πρέπει να σεβόμαστε τις λεπτές μεμβράνες των νερών, ω, είναι τόσο εύθραυστες, σαν να μην μπορεί να τις απειλήσει τίποτα. Πρέπει να τις σεβόμαστε.

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους· είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη· πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη πέτρα, πολύ μακριά, μακριά από τα κόλπα των ανθρώπων.

*

Εγωτική προπαγάνδα

V

Ακούστε καλά!

Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα,

σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου,

στο αχανές πεδίου της καμπούρας μου

όπου,

απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται

η αστροσκόνη που είμαι.

Ακούστε καλά!

Κυνηγημένοι σαν Βιετναμέζοι

στη ζούγκλα των τοξικών αναθυμιάσεων

φεύγουμε

φεύγουμε

φεύγουμε μακριά.

Το σκηνικό·

μαύρο με φώτα αχνά

τα αστέρια και τους ετερόφωτους πλανήτες

και πλέουμε

όπως να’ ναι,

λαθραία,

ολοταχώς για ποιος ξέρει πού,

στους δαιδάλους του διαστήματος

«τεχνολογία», ψελλίζοντας,

«είσαι η αρχαιολογία του αύριο».

*

Μελίσσα

ΙΙΙ

Τώρα παλεύω

τη συνταγή

για να είσαι άτρωτη όσο γίνεται,

για να είσαι ευάλωτη όσο γίνεται,

οργώνοντας τα λιβάδια

της ψυχής σου,

εξορύσσοντας

μαργαριτάρια Μελίσσας

απ’ τα φαιά σφαλιστά όστρακά του

εγκεφάλου σου.

«Θέλω τόσο να είμαι μαζί σου απόψε

το βράδυ».

«Έλα στις έντεκα»·

πόσο γλυκιά καραμέλα

ήταν η γλώσσα μου

αυτή η ενδεκάτη ώρα,

έφθασα· πάλι αυτό το στυφό

προαίσθημα·

«πρέπει να φύγεις», ξαφνικά ήσουν ολο-

τελα ξένη,

στάθηκα μπροστά στη μηχανή

για να φύγω,

ήθελα αλήθεια να

γύριζα πίσω

– πού;

Σε φώναξα έξω·

«Δεν έχω όρεξη», λες,

«δε θέλω να συζητήσω»,

με λούζει ένα ηλεκτρικό

φως από κάπου,

είμαι ο ήρωας

που πρέπει να δράσει·

και σε χτύπησα.

Ένα ρίγος τινάχτηκε απ’

το βλέμμα σου

σμίγοντας χιόνια, εμένα

ματώνοντας, ματώνοντας «ψεύτη!»