Ετικέτες

, , ,

Τζάκι Κέι, Τρομπέτα, μετάφραση Κωνσταντίνος Ματσούκας, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2007, σελ. 324

 

Η Μίλισεντ Μούντι πολιορκείται. Κρύβεται πίσω απ’ τις κουρτίνες και παρατηρεί με τρόμο τις κινήσεις των εχθρών-δημοσιογράφων απέξω. Μέσα απ’ τους δραματικούς της μονολόγους, η εξηντάχρονη χήρα πενθεί, θυμάται, κοιτά φωτογραφίες και φωτίζει με τη μελαγχολικά στοχαστική της διάθεση αυτό που αισθάνεται πως της συμβαίνει: «Με κάθε κλικ και κάθε φλας και κάθε γουργούρισμα της μηχανής, ένιωθα τον εαυτό μου, ένιωθα τον πυρήνα του εαυτού μου, να κανιβαλίζεται. Την ψυχή μου […] Η ψυχή του Τζος έχει φύγει και τη δική μου την έκλεψαν. Είναι ακριβώς τόσο αληθινό και τόσο απλό» (8-9).

Αν η ιστορία της Μίλι είναι μια μαρτυρία για την Ψυχή, τη δική της και του πολυαγαπημένου της συζύγου, του τρομπετίστα Τζος Μούντι, στον αντίποδά της βρίσκεται η ιστορία του τριαντάρη Κόλμαν, του θετού της γιου, που στηρίζεται στην οφθαλμαπάτη του γυμνού σώματος του πατέρα που τον μεγάλωσε. Παιδί αγνώστου πατρός και υιοθετημένο παιδί του Τζος και της Μίλι, ο Κόλμαν υφίσταται μια απότομη έως και βίαιη διάψευση των αληθειών του σαν αποκαλύπτεται πως ο Τζος, μπορεί να έζησε ως άντρας, ωστόσο είχε γεννηθεί γυναίκα: «Έχει μείνει στο κεφάλι μου – η εικόνα του πατέρα μου με σώμα γυναίκας. Σαν κάποιος ανώμαλος. Κάποιος παράφρων. Τον φαντάζομαι τώρα να πασαλείβει έναν καθρέφτη με κραγιόν πριν πεθάνει» (81). Το παραμορφωμένο είδωλο του Τζος τον διχάζει: «Υπάρχουν δύο Κόλμαν Μούντι στον καθρέφτη: το αγόρι με τα γυαλιά από το παρελθόν – και ο άντρας του σήμερα. Ο άντρας του σήμερα έχει καλό σώμα […] Για το πρόσωπο είναι που δεν μπορεί να αποφασίσει» (218). Ο Κόλμαν σκοντάφτει στην ψυχή του σαν γνωρίσει το πραγματικό πρόσωπο του πατέρα του.

Ανάμεσα στο δίπολο Μίλι-Ψυχή, Κόλμαν-Σώμα κινούνται και οι υπόλοιποι αφηγητές της ιστορίας του Τζος, που σχετίζονται με τον νεκρό. Η γιατρός, ο ληξίαρχος, ο διευθυντής του γραφείου τελετών, ο ντράμερ, η καθαρίστρια, η παλιά συμμαθήτρια. Οι αλήθειες των ηρώων αυτών αποτελούν σαφείς προβολές των αναγκών, των πόθων και των γενικών αντιλήψεών τους, μολονότι δεν αναλύονται. Γιατί στόχος δεν είναι η εμβάθυνση στην ψυχή των συγκεκριμένων ηρώων, αλλά η ύπαρξη της πολυφωνίας, μέσω της οποίας πλέκονται πολλές ιστορίες-γρίφοι γύρω από τη ζωή και το θάνατο του Τζος Μούντι και πλάθονται πολλές ψυχές οι οποίες στέκονται στο ημίφως.

Η προσωπική ιστορία του Τζος επομένως διευρύνεται, εξαπλώνεται σε οριζόντιο άξονα, μέσα από τη φευγαλέα ψυχογράφηση μιας αλυσίδας προσώπων. Ξεδιπλώνεται η άποψη του καθενός όπως το διαισθάνεται η Μίλι, φωτογραφικά, ώστε να δημιουργείται μια αδιάκοπα φυγόκεντρη κίνηση της αλήθειας προς κάτι το αόριστο. Κι ενώ περιμένει κανείς πως μέσα από τις φωνές-ψηφίδες θα αποκαλυφθεί κάτι έστω για την ψυχή του πεθαμένου, στο τέλος ο συμψηφισμός των μαρτυριών συσκοτίζει εκείνο που θα προσδοκούσε κανείς να μάθει: τη μία και μοναδική αλήθεια.    

 Η ίδια εντύπωση ενισχύεται και από το ύφος του μυθιστορήματος που δεν είναι πουθενά ενιαίο. Η γλώσσα των ηρώων ποικίλλει με μόνο κοινό παρονομαστή το γεγονός πως οι φωνές είναι τριτοπρόσωπες, στο πλαίσιο μιας εσκεμμένης αποστασιοποίησης του αναγνώστη από το προσωπικό τους «δράμα». Τα πρόσωπα φωτογραφίζονται με τέτοιον τρόπο ώστε να μην τους κλέβει κανείς την ψυχή. Εξαίρεση αποτελεί η Μίλι που μιλά σε πρώτο πρόσωπο, μολονότι, έχοντας το διπλό ρόλο της συζύγου και της μητέρας, δεν γίνεται σε καμία περίπτωση αυτοαναφορική, τουναντίον, αποκαλύπτει πανανθρώπινες εικόνες τρυφερότητας, επειδή ακριβώς πηγάζουν από ένα απύθμενο βάθος, εκείνο της αδιαπραγμάτευτης αγάπης. Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι η Μίλι· φιλοξενεί εντός της και εκφράζει θαρραλέα το νόημα της καταγωγής – οι μονόλογοί της τιτλοφορούνται «Σπίτι και Σπιτικό».    

Η Τρομπέτα όμως δεν είναι ένα μυθιστόρημα που ρέπει προς μια διδακτικά δοσμένη ρομαντική αντίληψη της πραγματικότητας ως Σπίτι της Αγάπης. Πρέπει να ψάξει κανείς για να βρει τον πυρήνα μιας εσκεμμένα αποδομιστικής αφήγησης που αλλάζει σκυτάλη. Η ιστορία είναι περίπλοκη, κινείται από την Αμερική του πιανίστα Τίπτον, από όπου είναι εμπνευσμένη, στη Σκοτία και στο Λονδίνο του Μούντι από τον καιρό της γέννησής του έως τη μέρα που πέθανε, δοσμένη από την ανάποδη. Κλασική γραμμική πλοκή δεν υφίσταται (την πλοκή κινεί η διαδικασία αυτογνωσίας του Κόλμαν, που κι αυτή είναι μανιώδης, σχεδόν αποσυντονιστική). Έτσι διασφαλίζεται η διαχρονία και η συγχρονία σε ένα μυθιστόρημα-αίνιγμα παντός καιρού, παντός ανθρώπου, που αφορά όλα τα φύλα και όλες τις φυλές, όσους έχουν χάσει κάποιον άνθρωπο ή που έχουν αισθανθεί χαμένοι μες στις ρίζες τους.

Η «αλήθεια» που αναζητεί ο αναγνώστης επομένως είναι τόσο απρόσωπη όσο και προσωπική. Δεν είναι κοινωνιολογική, είναι υπαρξιακή. Η παρενδυσία του Τζος Μούντι, ή η καταγωγή του, το ότι ήταν δηλαδή μισός Σκοτσέζος, μισός Αφρικάνος, καθώς και το ερώτημα γιατί ο Τζος Μούντι δεν αποκάλυψε ποτέ το σκοτεινό του παρελθόν και το δύσκολα βιώσιμο παρόν της διπλής του φύσης αποτελούν μονάχα τις προϋποθέσεις γι’ αυτό που θα λεχθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που για να παραγάγει ένας τρομπετίστας έναν εξαίσιο μουσικό ήχο προαπαιτούνται ώρες και ώρες άσκησης στην αναπνοή.

Η αλήθεια τοποθετείται συμβολικά στο κέντρο του μυθιστορήματος, στην καρδιά του, στο κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο «Μουσική» και που μοιάζει να είναι αφιερωμένο στον κάθε-μουσικό-Τζος Μούντι. Στην ψυχή του νεκρού, που οφείλει πια να ταξιδεύει ελεύθερη: «Μόνο η μουσική γνωρίζει τα πάντα. Μόνο η σκοτεινή, γλυκιά καρδιά της μουσικής» (165).

Η Τρομπέτα υποβάλλει τον αναγνώστη σε μια διαδικασία κοσμοθεώρησης με αφορμή το παράδειγμα του Τζος και του Κόλμαν: Η Τζόζεφιν Μορ έγινε ο Τζος Μούντι μόνο σαν έχασε τον πατέρα της. Κι ο θετός γιος του, ο Κόλμαν, μόνο όταν έχασε τον πατέρα του μπόρεσε να βρει και να σεβαστεί τον εαυτό του. Εκείνο λοιπόν που υπονοείται είναι πως η ζωή ξεκινά από τον επαναπροσδιορισμό του σώματος με βάση τις ανάγκες της ψυχής. Το ζήτημα είναι η εναρμόνιση των αντιθέτων, η υπέρβαση κάθε είδους δυισμού, η απαίτηση κάθε άνθρωπος να γίνεται ποιητής της ζωής του, εφόσον σε αυτήν διατελεί πατέρας. 

Πατέρας και ποιητής της Τρομπέτας είναι η Τζάκι Κέι. Πρόκειται για το πρώτο της μυθιστόρημα – προηγήθηκαν τρεις ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Πρόκειται ενδεχομένως για μια δαιμόνια στάση που έχει η συγγραφέας απέναντι στην τέχνη αλλά και στη ζωή. Η σαρανταπεντάχρονη Τζάκι Κέι δεν διστάζει να φωτογραφίσει τον ίδιο της τον εαυτό, με όλα τα ρίσκα τού να θεωρηθεί το έργο της ημιαυτοβιογραφικό. Παιδί θετών γονιών, μισή Σκοτσέζα και μισή Νιγηριανή, έχει έναν γιο και δηλώνει ανοιχτά ομοφυλόφιλη «για να μην αναρωτιούνται οι άλλοι τι κρύβεις». Ξέρει μάλλον πως «η απώλεια του Εγώ», όπως το έθεσε η Βιρτζίνια Γουλφ, είναι στην ουσία η επανάκτησή του.

Η Τρομπέτα, ένα μυθιστόρημα για το μυθιστόρημα, ανοίγει με τη μουσική των λέξεών της τολμηρό και πρωτότυπο διάλογο με τη φιλοσοφία «transgenderism», εκείνη που αποπειράται την υπέρβαση της πιο αυτονόητης, γενετικά προκαθορισμένης, αλήθειας του ανθρώπου. Μόνο αν είναι αυτό που επιτάσσει η μελωδία της ψυχής.  

 

Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15

Advertisements