Ετικέτες

, ,

Χαρούκι Μουρακάμι, Νορβηγικό δάσος, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2007

 

Ανάμεσα σε βιβλία εύκολα ή δύσκολα, επιφανειακά, εύπεπτα ή διανοουμενίστικα και δύσπεπτα, το Νορβηγικό δάσος καταφθάνει στην Ελλάδα το 2007 (έτος γραφής το 1987) μεταφρασμένο για χάρη των εκδόσεων Ωκεανίδα από τη Μαρία Αγγελίδου. Μετά το Κουρδιστό πουλί, έρχεται για να αναιρέσει την απόλυτη και απλουστευτική θεωρία της διάζευξης. Όπως κατάφερε ενδεχομένως και ο Μίλαν Κούντερα (ασχολούμενος εκτεταμένα αλλά ποτέ κουραστικά με το καθεστώς της χώρας του και τον εκπατρισμό) τη δεκαετία του ’80, αρχικά με την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, έπειτα με την εξαιρετική Αθανασία, την Ταυτότητα και την Άγνοια τη δεκαετία το ’90 συνεχίζοντας το στοίχημα με την αναγνωσιμότητα (μέχρι που ο Τύπος θα τον «ακυρώσει» ως συγγραφέα αποφασίζοντας πως το παρελθόν του πια πουλάει καλύτερα), έτσι και ο Χαρούκι Μουρακάμι φαίνεται να έχει βρει μια δίοδο επικοινωνίας με το ευρύ αναγνωστικό κοινό εκ του οποίου μεγάλο ποσοστό είναι οι νέοι, και σίγουρα όχι μόνο Ιάπωνες νέοι.

Οι νέοι στις μέρες μας, που δέχονται συχνά πυκνά το χαρακτηρισμό της αγραμματοσύνης ή της αβουλίας, δεν μισούν τα βιβλία ούτε στερούνται οράματος. Ωστόσο, όταν μπορούν να γευθούν αντίστοιχες με αυτές που προσφέρει η λογοτεχνία βιωματικές συγκινήσεις το επιχειρούν με αμεσότερους τρόπους. Η αυτοματοποιημένη εποχή μας, μια εποχή που γίνεται όσο περνά ο καιρός πιο εσωστρεφής και ατομικιστική καθότι πάσχει από απουσία σαφούς εχθρού (σε αντίθεση με την εποχή που πραγματεύεται ο Μουρακάμι, η οποία ωστόσο τίθεται εν αμφιβόλω), έχει ανάγκη από ένα εύκολα προσβάσιμο βίωμα, αλλά όχι από εύκολα βιώματα. Ο υπαρξιακός Μουρακάμι, όπως φαίνεται και στο Νορβηγικό δάσος, δεν θυσιάζει τα θέματά του, απλοποιεί σε βαθμό αξιοθαύμαστο τους κώδικες μετάδοσής τους ώστε ο κάθε διψασμένος αναγνώστης να μη χρειάζεται να διέλθει έναν διανοητικό σιδηρόδρομο ώστε να προβληματιστεί για την έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης ριγμένης σε έναν αλλοπρόσαλλο κόσμο και εν συνεχεία για τις μεταφυσικές ή πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις του σε συνάρτηση με τις πράξεις του. Και, φυσικά, το βιβλίο ανοίγει το δυσεπίλυτο ζήτημα των ανθρωπίνων σχέσεων, της φιλίας, αλλά πιο πολύ του έρωτα, που καθόλου πορνογραφικός δεν είναι, όπως σχολιάστηκε. Ο τελευταίος κύριος, ο Έρωτας, χρειάζεται και το αντίπαλον δέος, το Θάνατο, για να αποκτήσει το βάθος που του αναλογεί. «Για πολλές μέρες χαράς», όπως μαρτυρεί η προμετωπίδα του Νορβηγικού δάσους.

Αν ο σκοπός είναι η γαλήνη της χαράς, ο Χαρούκι θεωρεί σημαντικότερο να καταπιαστεί με τα μέσα, τη βιαιότητα της θλίψης, όπως αυτό υπόκωφα υπονοείται από τους στίχους του γνωστού μα παράλληλα σκοτεινού τραγουδιού των Beatles, «Norwegian Wood», που χάρισε στο βιβλίο τον τίτλο του: «I once had a girl, or should I say, she once had me… […] So I lit a fire, isn’t it good, norwegian wood».  

Τέτοιες διαφυλικές επαναστάσεις απομακρύνουν τον άνθρωπο από το πρόσωπό του καθότι επιβάλλουν μια ψευδεπίγραφη νίκη, εκείνη που δεν έχει διέλθει το επικίνδυνα εύφλεκτο νορβηγικό δάσος, που δεν είναι άλλο από το, παραναλωμένο κάποτε (καθότι φτηνό σαν το πεύκο — το «wood» των Beatles αναφέρεται κανονικά στο ξύλο του πεύκου, στην επίπλωση των αγγλικών σπιτιών) και το συνάμα ευάλωτο και αυτοκαταστροφικό ανθρώπινο σώμα.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο 37χρονος Τόρου Βατανάμπε, διηγείται την απώλεια του ανθρωπίνου σώματος, το θάνατο των άλλων, το θανάτο ως μέρος της ζωής, ως βίωμα μα κυρίως ως αλώβητη, διασωθείσα από τις φλόγες, μνήμη, μεταφέροντάς μας πίσω στα καθοριστικά για τη ζωή του φοιτητικά χρόνια, τη δεκαετία του ’60. Και ενώ θα περίμενε κανείς πως ένα μυθιστόρημα που γυρνάει το χρόνο πίσω στο Μάη του ’68 θα πραγματευόταν τον έρωτα, την επανάσταση, την τέχνη και το όραμα ζωής, ο συγγραφέας στέκεται σθεναρά στον αντίποδα, για να μας πει την ιστορία ανάποδα.

«Ως τότε ο θάνατος ήταν για μένα κάτι απόλυτα ξεχωριστό κι ανεξάρτητο από τη ζωή. Κάποια μέρα το χέρι του θανάτου θα μας πάρει, σκεφτόμουν. […] Τη νύχτα που πέθανε ο Κιζούκι όμως έχασα την ικανότητα μα βλέπω το θάνατο (και τη ζωή) μ’ αυτό τον απλό τρόπο […] Ο θάνατος βρέθηκε ξαφνικά εδώ, μέσα μου. […] Όταν πήρε τον δεκαεφτάχρονο Κιζούκι εκείνη τη νύχτα του Μαΐου, ο θάνατος πήρε μαζί του και κάτι από μένα» (48).  

Ο ήρωας χάνει τον καλύτερό του φίλο, που αυτοκτονεί μια μέρα ανυποψίαστα. Με αφορμή το γεγονός αυτό, γνωρίζει καλύτερα την κοπέλα τού Κιζούκι Ναόκο, που είχε χάσει όχι μόνο το αγόρι της αλλά και την αδερφή της με τον ίδιο τρόπο, και που πάσχει από σχιζοφρένεια κλεισμένη πια σε σανατόριο. Το ίδιο διάστημα γνωρίζει τη Μιντόρι, μια συμφοιτήτριά του που είχε χάσει τη μητέρα της, τον αδίστακτο νεαρό τυχοδιώκτη Ναγκασάβα που θα τον μπάσει στη ζωή των σεξουαλικών απολαύσεων και της κραιπάλης, ένα modus vivendi που δεν εκφράζει τον ήρωα (όπως δεν εξέφραζε την πεισιθάνατη ηρωίδα της Σύλβια Πλαθ στον Γυάλινο Κώδωνα η ζωή των αμερικανικών πάρτι της εποχής). Η ανέμελη φοιτητική ζωή των αγοριών της ηλικίας του αποδεικνύεται επικίνδυνα ανεύθυνη. Γιατί η ακραία για την εποχή των οραμάτων φιλοσοφία του Ναγκασάβα «Στη ζωή δεν χρειάζεται κανείς ιδανικά. Χρειάζεται πρωτόκολλα δράσης» στην εφαρμογή της πυροδοτεί την αυτοκτονία της κοπέλας του Χατσούμι (όπως κατέστρεψε το υπόλοιπο της ζωής τής Ρέικο, συγκατοίκου της Ναόκο, το ψέμα ενός κοριτσιού).

Μέσα στο παραλήρημα της υπερδοσολογίας θανάτου ο νεαρός ήρωας, πρωτοετής φοιτητής της Λογοτεχνίας, ένας νέος κάποτε «συνηθισμένος», κάποτε δίχως συναισθηματικές εξάρσεις μα μήτε με συγκεκριμένες ιδεολογίες, ανακαλύπτει ξαφνικά πόσο σημαντική υπόθεση είναι όχι μόνο το να ζεις, αλλά να νιώθεις ζωντανός. Παλλόμενος ερωτικά ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κοπέλες, την εξομολογητική και ευάλωτη Ναόκο που τελικά αυτοκτονεί και την αυθόρμητη, δυναμική μα κατά βάθος φοβισμένη Μιντόρι, μαθαίνει καλύτερα πώς να μην κουρντίζει σαν μηχανή άλλο τον εαυτό του, πώς να αφουγκράζεται αισθήματα, πώς να επιτρέπει σε αυτά να διαπερνούν το σώμα του. Μαθαίνει από πολύ νωρίς (και ευτυχώς γι’ αυτόν) πώς να υπομένει μα και πώς να αντέχει τις ανατροπές της ανθρώπινης ζωής μα και το πώς θα συνηθίσει το νέο του ένδυμα: το ποιητικό βλέμμα, το πιο χρήσιμο εφόδιο για να πετάξει σαν ανθεκτικό πια πουλί σε έναν θολό ουρανό. Γιατί «Όταν ξεκινάς από το μηδέν, έχεις πολλά να μάθεις» (397). Το νορβηγικό δάσος του ήρωα δεν καίγεται, μονάχα φλέγεται:

«Σε σκέφτομαι τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Σήμερα βρέχει. Οι βροχερές Κυριακές είναι πολύ δύσκολες για μένα. Όταν βρέχει, δεν μπορώ να βάλω μπουγάδα — άρα δεν μπορώ να βάλω ούτε σίδερο. Δεν μπορώ να βγω βόλτα ούτε να καθίσω στην ταράτσα. Δεν μου μένει παρά να βάλω το πικάπ να παίζει συνέχεια τον ίδιο δίσκο και ν’ ακούω το «Kind of Blue» ξανά και ξανά κοιτάζοντας τις στάλες της βροχής στο τζάμι μου. Όπως σου ‘χω πει ήδη, τις Κυριακές δεν κουρντίζω τον εαυτό μου, γι’ αυτό και σου έγραψα ένα γράμμα με τόσες σελίδες. Κι εδώ θα σταματήσω» (379).

Η πραγματική ωρίμαση και ενηλικίωση κατακτάται σαν έρθει  μια βίαιη αλλαγή να καταρρίψει τις ανθρώπινες βεβαιότητες. Είναι συνεπώς αλλιώτικη από τους φανφαρονισμούς των διακηρύξεων ανώριμων φοιτητών, που σύμφωνα με το μυθιστόρημα, δεν είχαν εχθρό τους το Κράτος αλλά τη δική τους Έλλειψη Φαντασίας (105). Στο πεδίο της τέχνης χρειαζόμαστε ώριμους συγγραφείς γιατί η συγγραφή αποτελεί ένα είδος κατανόησης της πραγματικότητας, όπως φροντίζει από την αρχή να μας ξεκαθαρίσει ο Μουρακάμι μέσω του ήρωά του: «Γι’ αυτό γράφω αυτό το βιβλίο. Για να σκεφτώ. Για να καταλάβω. Έτσι είμαι φτιαγμένος εγώ: για να καταλάβω κάτι, πρέπει να το γράψω» (13).

Η πραγματικότητα λοιπόν δεν είναι ξεκαρδιστική αλλά σπαραξικάρδια. Είναι το πρώτο που οφείλουμε να παραδεχτούμε. Έπειτα ανακαλύπτουμε τρόπους να γίνουμε αληθινά ανθεκτικοί σε αυτό το τραγελαφικό πανηγύρι στο οποίο καλώς ή κακώς καλούμαστε να μετάσχουμε. Ο Μουρακάμι αποδεικνύει συγγραφικά πως ανάμεσα στη θερμή επανάσταση και την αβουλία υπάρχει και μια άλλη οδός (επιστρέφοντας κυκλικά στην πατρίδα του Κούντερα), μια άλλη επανάσταση, περισσότερο προσγειωμένη και σχεδόν αναίμακτη, μια Επανάσταση κάπως «Βελούδινη».

 

Αρετές του βιβλίου:

1. Διάλογοι εξομολογητικοί και βαθυστόχαστοι, δίχως τη διαμεσολάβηση μιας αφ’ υψηλού ξύλινης γλώσσας.

2. Η κατάργηση του χωροχρόνου μέσα στο χωροχρόνο.

3. Η έμφαση στη μουσική, στον διαχρονικό ήχο των Beatles, Van Morrison, Bill Coleman, Thelonious Monk, Bob Dylan, Ray Charles, Miles Davis, Bill Evans κά, που είναι ικανή να διαπλάσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων και να τροποποιήσει τη διάθεση του αναγνώστη.

4. Η γλαφυρή ψυχογράφηση ετερόκλιτων χαρακτήρων.

5. Η ικανότητα να μιλά για το θάνατο δίχως να περιπίπτει σε θανατολαγνεία.

6. Η εξύψωση της ψυχής μέσα από τη νόσο της ψυχής και η αντιμετώπιση φαινομενικά ασήμαντων ασθενειών της εποχής, όπως η κατάθλιψη και η μελαγχολία, με απόλυτη τρυφερότητα και με την ίδια σοβαρότητα που αξίζει να αντιμετωπίζει κανείς τις πολιτικές κρίσεις.

7. Η υπόνοια πως ο Έρωτας δεν είναι θέμα φύλων, αλλά ζήτημα ακαριαίου μαγνητισμού ανάμεσα σε ανθρώπους που ανταλλάζουν βλέμματα.

Advertisements