Ετικέτες

, , ,

Δώρα Παπαγεωργοπούλου, Το ποτάμι, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2006, σελ. 52

Το ποτάμι περιλαμβάνει 35 ποιήματα, χωρισμένα άνισα σε τρία μέρη. Η σχέση των μερών διαγράφει τον κεντρικό άξονα της θεματικής αυτής της ποίησης-έκπληξης: τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον ποιητή και στην εποχή του, όπως αυτή πραγματώνεται μέσα από το ισοπεδωτικό πέρασμα του χρόνου. Το πρώτο μέρος εστιάζει στο βάρος της μνήμης, το δεύτερο αποτελεί την αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στη μνήμη και στο βίωμα και το τρίτο τη συναίρεση παρελθόντος και παρόντος στη βάση μιας κοσμοθεωρίας: της εμμονής στην απαρασάλευτη αξία της αγάπης με κάθε τίμημα.

Είναι λες και η ποιήτρια γράφει για να επιβιώσει, η επιβίωση επιτυγχάνεται όταν οι ανθρώπινες ανάγκες εκπληρώνονται. Η διαπίστωση «Η άνοιξη αυτή κράτησε λιγότερο / απ’ την ανάγκη μου / και πρέπει τώρα σε λάθος εποχή / σωστά να ζήσω» αποδίδει την πηγή του υπαρξιακού της διλήμματος, το πώς δηλαδή θα προσαρμοστεί στα δεδομένα της ζωής της, όπως αυτά της παρουσιάζονται. Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν η ποίηση της Δώρας Παπαγεωργοπούλου αναπτύσσεται στη βάση της δομής θέση (παρελθόν) – αντίθεση (παρόν) – σύνθεση (μέλλον). Πρόκειται για μια διαλεκτική ανάμεσα στις εποχές, οι οποίες αποτελούν στην ουσία στάδια συνείδησης, απόδειξη το ότι οι εποχές δεν οριοθετούνται με ονόματα ή αριθμούς αλλά τίθενται με σημείο αναφοράς τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων, που είναι καταρχήν άχρονος, στο δε σώμα της ποίησής της αποκτά διαχρονικότητα: «Και τι έκπληξη / να ανακαλύπτεις κάθε βράδυ τη συνήθεια / που έχουν να νιώθουν έκπληξη οι άνθρωποι με το γνωστό / να ζουν το δράμα / μόνο αν έχει όνομα και αριθμό». Ο χρόνος είναι ύπαρξη, γι’ αυτό και ορίζεται πάντα αόριστα, με ονόματα μηνών, οι οποίοι αν και φέρουν το ίδιο όνομα εναλλάσσονται με διαφορετικό εσωτερικό βάρος και ένταση.

Πουθενά μέσα στα ποιήματα δε συναντάμε αναφορές στη «γεγονότητα», με εξαίρεση το πρώτο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «2 Απριλίου 2005», εσκεμμένα τοποθετημένο στην αρχή αρχή, ως ποιητικό προάγγελμα των προθέσεών της να υποδείξει πως ο θάνατος ποιητών όπως ο Μίλτος Σαχτούρης σηματοδοτεί ύψιστη απώλεια για την ίδια την ποίηση και τους μύστες της, αποτελεί τεράστια απειλή εξάλειψης κάθε συνταρακτικού ανθρώπινου συναισθήματος: «Τόσο κόκκινο πέθανε, / να κοιτάξεις τον αιματοκρίτη σου. // Τόσος ουρανός θάφτηκε / δεν μπορεί, όταν ξηλώθηκε, / κάτι θα είδες / απ’ αυτό που μας έκρυβε με τις μαύρες του λέξεις. // Τόση πέτρα τσάκισε, / δεν μπορεί, κάτι θα έχεις τσακισμένο / που πρέπει να θυμάσαι». Το πρώτο μέρος της συλλογής αναφέρεται στη βιωματική σχέση με το παρελθόν – ιστορικό, καλλιτεχνικό, προσωπικό. Η ποιήτρια διψά για μια μνήμη -έστω- θάλασσας, ενόψει του άνυδρου παρόντος της, γιατί το υγρό στοιχείο, όπως φαίνεται συνολικά από τα ποιήματα της συλλογής και από τον τίτλο, εκφράζει τα αληθινά και δύσκολα συναισθήματα, τα μη «καθωσπρέπει», αυτά που σε ωθούν έξω από τα όρια του ατομισμού σου. Σε αυτά δεν υπάρχει μέτρο, δεν υπάρχει χρόνος. Η σχέση μας με το παρελθόν έχει, με αυτή τη λογική, κοινό παρονομαστή τη συνύπαρξη.

Το δεύτερο μέρος ποιημάτων αποτελεί την τριβή με τη μνήμη, επώδυνη και «φασαριόζικη», που «παίρνει καιρό» αλλά που αποτελεί χρέος κατανίκησης μιας ήττας – κοινωνικοπολιτικής ή προσωπικής, παραμένει αδιευκρίνιστο. Η ποιήτρια δεν έχει την ψευδαίσθηση πως το παρελθόν θα επιστρέψει: «πιο εύκολα θα ζούσα τις ανύπαρκτες στιγμές / από τις πεθαμένες», ούτε την αντίληψη πως το παρόν ξηλώνεται: «και είπα εδώ μέσα μπορώ / μόνο αν κάνω αλλαγή στα μάτια μου». Ανάμεσα σε δύο αρνήσεις: «με ό,τι έχω / από όσα δεν μπορώ», του παρελθόντος και του παρόντος, η ποιήτρια διαλέγει ό,τι μπορεί να κερδηθεί από την άρνηση της λήθης από τη μια, και από την άλλη την άρνηση της υποταγής στη φθοροποιό συνήθεια. Φοράει τα παλιομοδίτικά της ενδύματα, δηλαδή, ζει το παρόν στο ρυθμό ενός «παρωχημένου» χρόνου, αλλά στην ουσία άχρονου χρόνου, κατά τα πρότυπα της εδεμικής αθωότητας: «Παλιομοδίτικη ελευθερία απολαμβάνω / να ντύνομαι / τα δευτερόλεπτα που ταξίδεψα / πρώτη θέση στον παράδεισο». Προτιμά να ζει τη στιγμιαία ευτυχία που της χαρίζουν οι αναμνήσεις γιατί μέσα από αυτές αντλεί αιωνιότητα, παρά να βιώνει πολλή ζωή σε χρόνια αλλά και σε φθαρτότητα: «Έχω μια ολόκληρη ζωή / να μη μάθω / πως παίρνει δανεικά από το χρόνο η ψυχή / και τα επιστρέφει χώμα». Το δεύτερο μέρος της συλλογής αυτής κλείνει με την υπεύθυνη αποδοχή του γεγονότος πως η άρνηση των δεδομένων του παρόντος προϋποθέτει και τον πόνο της μοναξιάς, τον οποίο υπομένει και θα υπομείνει αδιαμαρτύρητα.

Με πιο ανεπτυγμένη αυτοσυναίσθηση, έρχεται στα ποιήματα του τρίτου μέρους σε δυναμική αντιπαράθεση με την πραγματικότητα, με αιχμές κοινωνικής κριτικής κατά των «εγγραμμάτων» και των «ρασοφόρων», των κατά σύμβαση και κατ’ όνομα φορέων της ανθρώπινης ευαισθησίας και μέριμνας. Η διαπίστωση της ποιήτριας είναι πικρή, πως όλοι αυτοί ειδικεύονται στον «Άλλο κόσμο», όχι αυτόν της ψυχής και της ανθρώπινης συνύπαρξης, αλλά αντιθέτως ειδικεύονται στον κόσμο της ετερότητας και της αδιαφορίας: «προτεραιότητα να βγαίνει η υποχρέωση / όχι η ψυχή μας». Και το σύμπτωμα της εποχής για τον άνθρωπο που υποφέρει μέσα στην αποξένωση είναι η επιθυμία για παραίτηση, η αδυναμία για ζωή, πλην όμως της ικανοποίησης μιας κεκλεισμένων των θυρών, τουλάχιστον, αντίστασης.

Το ένστικτο της ζωής δεν μπορεί να ευοδώσει αληθινά σε μια εποχή απάνθρωπη, αλλά υπάρχει η ποίηση, που έρχεται να ξεπλύνει τα κρίματα. Η ποίηση αποτελεί σύμπτωμα και θεραπεία γιατί ως πόνος θεραπεύει ομοιοπαθητικά: «Τα συμπτώματα δείχνουν ότι είναι μάλλον ίωση … μα η αρρώστια μου αναγνωρίζεται από τη θεραπεία της / έχω την αρρώστια των χεριών σου όταν είναι μακριά … Καλύτερα στο φως γιατρεύεται ο πόνος αυτός / ο πόνος απ’ την αρρώστια των χεριών σου όταν είναι μακριά». Η ποίησή της αποτελεί ένα διαρκές πένθος για τη χαμένη συνύπαρξη, την οποία ενσαρκώνει, κάπως παραχωρητικά βέβαια, μέσα στις λέξεις. Απεθύνεται σε κάποιο αόριστο «εσύ», ενδεχομένως κάποιο πρόσωπο που έχει πια χαθεί (μεταφορικά ή κυριολεκτικά), μα το οποίο αγάπησε στο έπακρον. Έχει «αδυναμία στο επτά», στα επτά ιερά γράμματα που χτίζουν και νοηματοδοτούν παράλληλα τη λέξη «Σε αγαπώ», το πλήρες της σύμπαν.

Η ποίηση για τη Δώρα Παπαγεωργοπούλου είναι η ένωση δύο στοιχείων, γιατί «και η χημεία το θαύμα το ονομάζει ένωση». Δυο λέξεις τη συναπαρτίζουν, το «εγώ» και το «εσύ», η δυάδα αυτή που καθίσταται, έστω και πλασματικά, ενότητα, ξορκίζει το κακό της μοναξιάς της. Και φαίνεται πως ως καταλύτης λειτουργεί η ποίηση: είναι «το ποτάμι» των δακρύων, το ανεξάντλητο ποτάμι των αληθινών και δύσκολων συναισθημάτων, που συναιρούν μνήμη και επιθυμία, ξεπλένοντας την πολυσημία των εποχών, τον «πολυκαιρισμένο» και πολυδιασπαρμένο μας εαυτό από τη στασιμότητα του εν ζωή θανάτου.

Advertisements