Ετικέτες

paradise

«Βάφοντας τα εγκεφαλικά κύτταρα ποντικιών με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου—»[1]

 

 

C2H5OH -γενιές πριν ανακαλυφθούν τα συστατικά του, κατανοούσαμε την ουσία του αλκοόλ, τους απόλυτους αριθμούς του: ότι είναι οξυγόνο και υδρογόνο και άνθρακας–, τα αναντικατάστατα στοιχεία της γης, το ύδωρ της ζωής μας (129)

Χάννα Λάκραφτ, μια γυναίκα κοντά στα σαράντα, ξυπνά μια μέρα σε ένα άγνωστο δωμάτιο. Ξέρει μονάχα την ώρα, 8:42, μα αγνοεί αν είναι μέρα ή νύχτα, τι καιρό κάνει έξω, τι προηγήθηκε και γιατί βρίσκεται εκεί που βρίσκεται. Κανένα σημείο αναφοράς πέρα από μια φρικτότατη δίψα. Μια αλληλοδιαδοχή φαινομενικά ασύνδετων εικόνων: ο κύριος Τσουλούφης, ο Μαδημένος που ανοίγει συζήτηση για τον καιρό στα αγγλικά, ένα ζευγάρι που επιθυμεί να αγοράσει ψηστιέρα μασουλώντας ηχηρά, παρέες αγνώστων σκυμμένων σε πιάτα, ταπετσαρίες εγγλέζικου ξενοδοχείου. Ένας άτσαλος αεροσυνοδός του οποίου το ξεφουσκωμένο σωσίβιο, έπειτα από μιαν ανεπιτυχή επίδειξη χρήσης, μοιάζει με βρόμικη σαλιάρα, και ΣΤΟΠ αυτή είναι η τελευταία της προς το παρόν εικόνα, η ανάμνηση ενός ανεπιτυχούς ταξιδιού, μιας αποτυχημένης διάσωσης του εαυτού της και ξανά ΣΤΟΠ — πίσω στα μεθυσμένα σπαράγματα του δωματίου. Σ’ αυτό το χαοτικό δωμάτιο οι εικόνες εμπλουτίζονται: ξανά ο κύριος Τσουλούφης, με δυο ενοχλητικά παιδιά αυτή τη φορά (εφιάλτης γι’ αυτήν τα παιδιά), ο Μαδημένος που γίνεται Πατέρας τώρα (εφιάλτης οι άντρες-μπαμπάδες), ένα καρότσι γεμάτο τρόφιμα κι από πάνω μια γυναίκα που φτυαρίζει αυγά, όπου κάτι σαν υποψία κρίσης υπάρχει, μια αίσθηση τρέμουλου και ανακατώματος (από τα αυγά ή από το συνειρμό) και ο αποχαιρετισμός της οικογένειας που φεύγει για το αεροδρόμιο… και ένα «Αντίο… σε όλους σας» (27) το οποίο η Χάννα ξεστομίζει λίγο προτού ξεχυθεί υγρή σε ένα διάδρομο που οδηγεί με τη σειρά του σε πολλά φρικαλέα δωμάτια, σε πολυ-διασπασμένους εαυτούς. Το ασανσέρ την ανεβάζει όμως στο δωμάτιο πάλι, που φέρει το νούμερο 536 του πέμπτου ορόφου. Ένα δωμάτιο προσωρινής σωτηρίας. Εκεί όπου βρισκόταν. Στην επισφαλή ασφάλεια του Παραδείσου -που χωράει και μέσα σε ένα λεπτό, ίσως το διάστημα μέσα στο οποίο διαδραματίζονται όλα τα γεγονότα αυτού του βιβλίου–, ανοίγει διόδους σε μια νέα διάσπαση.  

Αυτή πάνω κάτω είναι η δομή του μυθιστορήματος. Αλλαγές δωματίων μα λίγες ουσιαστικές τροποποιήσεις. Από το δωμάτιο των γονιών της στη Σκοτία, στο δωμάτιο του νέου σπιτιού της στο ίδιο μέρος, στο δωμάτιο του αδερφού της στην Ιρλανδία, σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Αγγλία, στο δωμάτιο της κλινικής απεξάρτησης στον Καναδά. Ένα πηγαινέλα ανελέητο, σαν η εδεμική έκσταση λήξει. Η Χάννα επιλέγει να την αναπαραγάγει με την ηδονή μιας ερωτικής συνεύρεσης, η οποία δεν χάνει ποτέ σε πληρότητα, μα σε συνέχεια. Κενά μνήμης εκφρασμένα με τη διακεκομμένη φωτεινών αναλαμπών, η Χάννα είναι αποσταγμένη, σαν το αλκοόλ μες στο μυαλό της. «Γιατί άμα ξεκινήσεις να έχεις κενά μνήμης δεν σταματάς ποτέ, οπότε το πριν και το μετά δεν υπάρχουν — έχεις αναπτύξει την τέχνη της διαφυγής από το γραμμικό χρόνο» (35).

Ένα στιγμιότυπο που διαλύεται μέσα στη θνησιμότητα της χρονικής συνέχειας, στο «τρισδιάστατο ενθύμιο θανάτου» (28). Κι από την κόλαση πρέπει να ξαναγυρίσει στον παράδεισο, γιατί κάθε άνθρωπος προτιμά, από το να εξετάσει τις μίζερες πτυχές της ζωής του, να ξεπλυθεί κάνοντας μακροβούτι στο κοντινότερο πηγάδι. «Η κατάστασή μου σημαίνει στην πραγματικότητα ότι είμαι κατεστραμμένη χωρίς αλκοόλ και ότι, ομοίως, το αλκοόλ θα με σώσει απ’ όλες τις καταστροφές μου: όλες αυτές που παρακινεί και κάθε άλλο μπελά, μεγάλο και μικρό. Με κάνει να νιώθω ελεύθερη» (56).

Η Χάννα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σαν κάποια που έχει ήδη χάσει το παιχνίδι της ζωής. Αν όλη η διαδρομή της είναι μια πολλαπλή επιβεβαίωση αυτού που αισθάνεται, στην ουσία κρύβει καλές κρυμμένες αβεβαιότητες σχετικά με τον προορισμό της σε αυτό τον κόσμο. «Μερικά πράγματα», όπως λέει η ίδια «είναι αναπόφευκτα» (110). Μα παράλληλα επαναλαμβάνει κι επαναλαμβάνει «Δεν είμαι κανένα τέρας», γιατί δεν χρειάζεται να είναι τέρας για να φέρει μια τερατώδη μοίρα. Θέλει απλώς να ξορκίσει τις ενοχές της που δεν έγινε αυτό που είχε όλες τις προδιαγραφές να γίνει. Ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος. Μια γυναίκα με παιδιά ίσως, ένα παιδί αντάξιο των προσδοκιών των γονιών της, που από ό,τι φαίνεται την ανάθρεψαν με έμφαση στις «λεπτομέρειες» όπως, σκέφτεται ειρωνικά, ο Θεός τον Ιησού. «Είμαι δικό Του λάθος» (156) αποφασίζει.

Η «ρυπαρότητα» είναι το άκρο στο οποίο χρειάζεται να φτάσει από μόνη της για να απελευθερωθεί. Και η ρυπαρότητα της Χάννα, ως αντίβαρο στην αγνότητα, είναι μεταφυσικής προέλευσης. Ένας τρόπος να μετατρέψει την πίστη σε προσωπική (κατά)κτήση: «Δεν έχω παιδί ούτε χόμπι ούτε σχέδια προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεν μπορώ να τραγουδήσω πια, αλλά μπορώ να βασίζομαι στην ψυχή μου, στο αρχείο των αμαρτιών μου» (158). Ένα είδος πειστικής εκλογίκευσης.    

Στον Παράδεισο δεν διευκρινίζονται οι «αμαρτίες» της Χάννα. Περιστασιακές συνευρέσεις με αγνώστους και ένας ταλανισμός για τη μοιχεία, που αποτελεί ψευδο-αμάρτημα εφόσον η ίδια δεν συνάπτει πραγματικές σχέσεις. «Έχω χρυσή καρδιά» (133) δηλώνει και ξανα-δηλώνει. Και φαίνεται πως έχει δίκιο. Η εντύπωση που δίνεται είναι πως τις αμαρτίες της τις έχει κατά κάποιον τρόπο επινοήσει ή διογκώσει. «Στο μεταξύ, προσπαθώ ακόμα να οδηγήσω τον εαυτό μου στην ευθυμία και σε μια βελτιωμένη αυτοεκτίμηση» (133). Γιατί η Χάννα είναι υπερευαίσθητη, κοιτά τα πάντα μέσα από το μικροσκόπιο, είναι παράλληλα και ευφυής και φιλοσοφημένη ώστε να μπορεί να μελετά και να μελετά τον εαυτό της, με τον ίδιο τρόπο που γνωρίζει από λογοτεχνία και τέχνη. Το πρόβλημα είναι που ενώ διαθέτει μια πάνω από τον μέσο όρο αντίληψη για τον κόσμο, ζει μια ζωή πολύ πιο κάτω από αυτήν. Δίχως σπουδές, δίχως σταθερή δουλειά, δίχως σταθερούς φίλους ή αγαπημένα πράγματα, πράγματα που να την προσδιορίζουν. Το πρόβλημα είναι που δεν μπορεί να αξιοποιήσει το ίδιο της το είναι.

Όταν την απολύουν από τη δουλειά της στις πωλήσεις χαρτονιού, ασκεί με το γλυκόπικρό της χιούμορ ενδόμυχα πολιτική κριτική: «Καπιταλισμός -όποιος τον εφηύρε δεν έπινε– ίχνος φαντασίας (179). Μα και κοινωνική κριτική: «Ο κύριος Ρόμπινσον με το τσαλακωμένο πουκάμισο – είναι σε θέση να απολύει κόσμο, να γαμάει ζωές με μια του πρόταση, αλλά δεν είναι ικανός να σιδερώσει ένα πουκάμισο» (180). Στην αρχή του βιβλίου, όταν βλέπει μια αβοήθητη γιαγιά στο αναπηρικό καροτσάκι, την οποία σπεύδει να βοηθήσει, στοχάζεται: «Κάποιος ηλίθιος σε κάποιο γραφείο δίνει μια αναπηρική καρέκλα του κώλου σε έναν συνάνθρωπό του που δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει και τα δυο του χέρια — και πώς υποτίθεται θα κάτσει αυτός ο άνθρωπος στο καροτσάκι, πώς θα σηκωθεί, και πώς υποτίθεται ότι θα κινηθεί μ’ αυτό;» (104) Η Χάννα είναι μια γυναίκα που διαθέτει κοινωνική νοημοσύνη και ανθρώπινη τρυφερότητα, μα αυτό που είναι μέσα της βαθιά δεν είναι σε θέση να το εκφράσει στην πράξη. Υπάρχει ένα εμπόδιο. Και το εμπόδιο αυτό σίγουρα δεν είναι το αλκοόλ αυτό καθαυτό. Είναι οι αποτυχίες που φέρει μέσα της.

Μικρά έως μεγάλα περιστατικά. Όχι μόνο αποτυγχάνει να βοηθήσει τη γιαγιά, αλλά αφήνει για άγνωστο λόγο το καροτσάκι να της ξεγλιστρήσει (το καρότσι ίσως με τα εύθραυστα αυγά που διαβάζουμε στην αρχή). Αποτυγχάνει, ακόμη και στις φάσεις που της προσφέρεται απλόχερα βοήθεια, να βοηθηθεί από τους γονείς της και τον αδερφό της Σάιμον με την επιτυχημένη ζωή (παντρεμένος και επίδοξος πατέρας) γιατί της προκαλούν περισσότερη αυτολύπηση («σε βάζουν σ’ ένα μέρος καθαρό και οικείο, λες και ζούσες σε σπηλιά. […] Λες κι είσαι λυκάνθρωπος, τέρας, σε κλειδαμπαρώνουν» [206]). Συχνάζει με δυστυχείς αγνώστους, αυτούς αγαπά, γιατί την αποδέχονται και γιατί της μοιάζουν («πώς ήταν δυνατόν να μη νιώσω έλξη για τέτοια τέρατα με χρυσή καρδιά […] που τα εγκλήματά τους είναι πάντοτε αθέλητα; [136]). Χαϊδεύει έναν περήφανο κύκνο στην αυλή της κλινικής με την ελπίδα πως αυτός θα της το ανταποδώσει.

Το σημαντικότερο γεγονός της ζωής της είναι πως βρίσκει επιτέλους την αληθινή, όπως το αισθάνεται, αγάπη στο πρόσωπο του οδοντίατρου Ρόμπερτ, μα είναι κακή επιλογή, είναι παντρεμένος μπαμπάς και, το χειρότερο, είναι ένας εξίσου αβοήθητος αλκοολικός, που τη σπρώχνει ολοένα και πιο βαθιά σε εκείνο τον γλυκό παράδεισο του έρωτα αναμεμειγμένου με το αλκοόλ, στη μαγεία των αρωμάτων και των γεύσεων του δέρματος, μα τελικά στις καταστροφικές παρενέργειες των καταχρήσεων, στις δραματικές στιγμές που αποτυγχάνουν και οι δύο να παραμείνουν νηφάλιοι, στο σοκ της επόμενης μέρας. Στον εφιάλτη μιας διπλασιασμένης αποτυχίας.

Με τον Ρόμπερτ γεύεται σαν παιδί την εγγύτητα και τη ζεστασιά των σωμάτων που γίνονται όχι το τρισδιάστατο του θανάτου αλλά της αυθεντικής ανθρώπινης συνύπαρξης, από την οποία δεν μπορεί, δικαιολογημένα, να απεξαρτηθεί. Όποτε χάνει τον επίσης χαμένο Ρόμπερτ για να κερδίσει τη νηφαλιότητα, κερδίζει το δυσβάσταχτο της ύπαρξής της. Όποτε κερδίζει το μπουκάλι, χάνει τη νηφαλιότητα, την κανονικότητα της σκέψης. Το μόνο που έχει είναι το χάσιμο στο χάος, γιατί και η σχέση τους είναι αποσταγμένη σαν αλκοόλ, με σπουδαίες εξάρσεις μα και πολλές δόσεις απόγνωσης. 

«Και φωνάζω έλεος και φωνάζω έλεος και φωνάζω έλεος και ό,τι έχει απομείνει από μένα φωνάζει έλεος πέρα από τις λέξεις» (463)

Το μυθιστόρημα παρουσιάζει στιγμιότυπα από τη ζωή της Χάννα που μπορεί να συνέβηκαν στο πολύ παλιό παρελθόν, μπορεί να εκτυλίσσονται στον παρόντα χρόνο, μα ενδέχεται και να ανήκουν στη σφαίρα της μυθοπλασίας ή της διασαλευμένης θύμησης, εκείνης που περιλαμβάνει ψήγματα αλήθειας ανακατεμένα στο ουίσκι με τους πόθους, τα όνειρα, τη νοσταλγία και τις ματαιώσεις. Ένα ταξίδι, όπως προμηνύει η αρχή του μυθιστορήματος, πίσω στο εγγλέζικο δωμάτιο από όπου αρχίσαμε να διαβάζουμε, μα με αντεστραμμένο πια το νούμενο, 356, άρα δύο (μεθυσμένους) ορόφους παρακάτω. Μεσολάβησε ένα αποτυχημένο ταξίδι, όλο ένταση και παράνοια, από τον Καναδά μέσω Ουγγαρίας, από την κλινική απεξάρτησης στο δωμάτιο της αμνησίας, και από κει σε ένα «σκοτεινό σπίτι» – ρουφήκτρα.

Κερδίζεται κάτι σε όλα αυτά; Ο Παράδεισος δεν είναι Χαμένος. Η ελαφρότητα του αλκοόλ και η έκσταση των ψευδαισθήσεων, και μαζί με αυτά ο Ρόμπερτ – που μπορεί και να είναι, μπορεί και να μην είναι στο δωμάτιο, μπορεί ακόμα να είναι εκείνος που η ίδια κοιτά απλώς στη φωτογραφία τους: «Αλλά υπάρχει ένα ιδιαίτερο χαμόγελο επίσης, ένα χαμόγελο που δεν μπορείς ούτε να το προετοιμάσεις ούτε να το μιμηθείς, και που με πείθει απόλυτα για την ουσιαστική καλοσύνη του Θεού: εκφράζει την απόλυτη, αγνή αγάπη, κι είναι πανέμορφο» (60).

Στον άντρα αυτό είχε συστηθεί με το πρώτο της όνομα, Χάννα, μα στο τέλος -συμβολικά έστω– χαρίζει στις λέξεις το όνομά της ολόκληρο: Χάννα Λάκραφτ. Κι αυτό, με όλη της τη μοίρα.

«Και πραγματικά αισθάνομαι μεταμέλεια για κάθε μου αμαρτία. Μέσα μου, είμαι κυρίως πλασμένη από μεταμέλεια, αλλά κανείς δεν αντέχει ένα τέτοιο βάρος διαρκώς» (306)

Ο Παράδεισος δεν γράφτηκε για να στηρίξει μια φιλοσοφία του οίκτου. Ο Παράδεισος είναι η θεϊκή απεικόνιση του έρωτα μέσα από τις λέξεις. Του αγγίγματος, της επαφής όπου ο χρόνος εκμηδενίζεται. Στηρίζει όλη του τη μεγαλοφυΐα στις λέξεις και στην εικονοποιία. Στη μείξη βωμολοχίας και ευγένειας, στην εναλλαγή λυρισμού και κυνισμού, μνήμης και ενεστώτος χρόνου, φαντασίας και αλήθειας, τις αλλαγές ταχυτήτων με κρεσέντο τα τελευταία κεφάλαια. Η ενδελεχής παρατήρηση των εγκεφαλικών κυττάρων όταν λειτουργούν, ο πανικός και ο τρόμος όταν «δυσλειτουργούν», μες σε ένα κεφάλι που πάει να εκραγεί από πόθο και πόνο ενώ εκφράζεται στα φωναχτά και στα σιωπηρά σε πρώτο μα και δεύτερο πρόσωπο ανακλώντας μέσα στην πραγματική ηρωίδα τον εαυτό της και τους γύρω. Είναι η γυμνή επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο. Αν πρέπει να λυπηθούμε κάποιον, είναι τον κόσμο όχι τον άνθρωπο-Χάννα.

Αρετές:

1. Το να γράψεις ένα αψεγάδιαστο βιβλίο για μια διόλου αψεγάδιαστη ηρωίδα.

2. Το να αφηγηθείς με απόλυτη ακρίβεια τις συγκεχυμένες θύμησες συγχωνευμένες με γεγονότα μιας αφηγήτριας που βρίσκεται σχεδόν μονίμως σε κατάσταση μέθης: εφόσον ούτε μεθυσμένος μπορείς να το κάνεις, ούτε παρατηρώντας κάποιο μεθυσμένο.

3. Το να διαπραγματευτείς ένα τόσο δραματικό θέμα δίχως σταγόνα μελό και χωρίς ναρκισσισμό.

4. Το να στήσεις ολόκληρη πλοκή σε αδιευκρίνιστο χωρόχρονο.

5. Το να οδηγήσεις τον αναγνώστη σου στην κάθαρση με μια αμφιλεγόμενη κάθαρση.

«Δεν έσπασα. Δεν άλλαξα. Απλώς είδα πως προσπαθούν να με γαμήσουν και θα τους γαμήσω κι εγώ» (254)

Ο Παράδεισος απαγορεύεται σε βιαστικούς αναγνώστες. Απαγορεύεται επίσης σε όσους θέλουν μια γρήγορη ενημέρωση για Σκοτσέζους συγγραφείς και δη γυναίκες. Το βιβλίο αφορά δύο κατηγορίες ανθρώπων:

1. Όσους γνωρίζουν πραγματικά, από πρώτο ή δεύτερο χέρι, τι πάει να πει αλκοολισμός.

2. Όσους δεν έχουν ιδέα τι πάει να πει πιοτό, αλλά εμποτίζονται καθημερινά με βιωματικότητα, από έμφυτη ποιητικότητα.

Είναι μια αιωνιότητα που γεύεσαι μονάχα ακαριαία. Και δεν μπορείς να πεις, σε αντίθεση με την Κέννεντυ, με λέξεις κάτι που σε έχει εξωθήσει από τον εαυτό σου.

Η κριτική –αυτή συγκεκριμένα που δικαιολογεί την ύπαρξή της μόνο ως κολαστήριο– δεν γνωρίζει πολλά για το καθαρτήριο, όχι μόνο του οινοπνεύματος, αλλά των ανθρωπίνων δακρύων. Γιατί τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο για την όραση όταν υπάρχουν δάκρυα.

Τις περισσότερες στιγμές είσαι ανήμπορος να συνεχίσεις την ανάγνωση, χρειάζεται να αλλάξεις δωμάτια, σπίτια, κοσμοθεωρία — να βουλιάξεις στο υγρό στοιχείο, κάπου αλλού, μακριά από την «αδικαίωτη» ηρωίδα, μακριά από τη θαρραλέα συγγραφέα, μακριά από τη μεταφυσική των λέξεων.

Η Αλεξάνδρα Κονταξάκη μετέφερε στα ελληνικά ένα άρτιο έργο.  

 

Υγρ.: Το να μιλήσεις για τον Παράδεισο ισούται με το να μαθαίνεις ξανά από την αρχή ανάγνωση και γραφή. Χρειάζεται δοκιμές σαν κι αυτή.

 


[1] ΒήμαScience, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008, σ. 49.

Advertisements