Ετικέτες

,

pesmoumiaistoria

Τζάνετ Γουίντερσον, Πες μου μια ιστορία, μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2007

Από πού αρχίζει η ιστορία του ανθρώπου; Πώς εξελίσσονται τα είδη; Και τι συμβαίνει με το προσωπικό δράμα και τη διαδρομή ενός παιδιού; Η Σίλβερ (το όνομά της σημαίνει «ασήμι»), μισή πολύτιμο μέταλλο, μισή ψεύτικο, είναι ένα κορίτσι που μεγαλώνει χτίζοντας τη ζωή της πάνω στη μυθιστορία, τρέφεται από διηγήσεις, οι οποίες μπορεί να έχουν τη ρίζα τους στο 1789 ή το 1814 ή το 1859 ή το 1886. Δεν έχει και τόση σημασία η απαρχή. Η ιστορία μπορεί και να ξεκινά το 1959, τη χρονολογία που γεννήθηκε η Σίλβερ, αλλά και η συγγραφέας αυτού του μυθιστορήματος Τζάνετ Γουίντερσον. Μπορεί και όχι.

Μεγαλωμένη από τη μητέρα της σε ένα απομονωμένο χωριό της Σκοτίας -δεν γνώρισε ποτέ τον πλάνη θαλασσοπόρο πατέρα της- η Σίλβερ μένει ορφανή στην τρυφερή ηλικία των δέκα. Της ανήκει μόνο ο κουτσός της σκύλος, δεν έχει ούτε χρήματα ούτε συγγενείς. Τη στέλνουν στη φαροφύλαξη ως μαθητευόμενη του μυστήριου Πιου, που της αφηγείται ιστορίες.

«Γιατί δεν μπορείς να μου πεις την ιστορία χωρίς να ξεκινάς μια άλλη;» ρωτά η μικρή Σίλβερ τον Πιου.

«Γιατί δεν υπάρχει ιστορία που να αρχίζει από μόνη της, όπως δεν υπάρχει παιδί που να έρχεται στον κόσμο χωρίς γονείς», απαντά ο Πιου.

Με το παράδειγμά του της διδάσκει τον μαγικό κόσμο της τέχνης τής ανακατασκευής, της ελευθερίας και της φαντασίας. Το δικαίωμα να αντιλαμβάνεται τη ζωή όπως η ίδια επιθυμεί, να μεταπλάθει ή και να εφευρίσκει, αν όχι τους γονείς της, τουλάχιστον αυτό που οι γονείς αντιπροσωπεύουν και είναι. Τον τρόπο να υπεραναπληρώνει τις στερήσεις της.

 Ο αναγνώστης διαβάζει πολλές ιστορίες διάσπαρτες στο χρόνο. Οι κυριότερες είναι η ζωή της Σίλβερ ενόσω μεγαλώνει και του ιερέα τού 19ου αιώνα Μπέιμπελ Νταρκ που υπέφερε διχασμένος ανάμεσα στη σύζυγο και την τραγική του ερωμένη. Στο σκοτεινό βάθος βρίσκεται η ιστορία του Πιου, εκείνου που διηγείται τις ιστορίες και που παραμένει, όσο γίνεται ο ίδιος Φάρος για τους ταξιδιώτες, ένας άγνωστος Χ, άπιαστος σαν προφήτης ή σαν ένα είδωλο που μόνο η Σίλβερ μπορεί να δει.

  Οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν. Ο Νταρκ πεθαίνει, ο Φάρος γίνεται αυτόματος, ο Πιου εξαφανίζεται, η Σίλβερ μετακομίζει στην πόλη. Εισερχόμαστε στην «πρόοδο». Στην ουσία, οι ιστορίες απλώς αλλάζουν αφηγητή. Η μικρή Σίλβερ θα αναζητεί διαρκώς το Φάρο μέσα της και σε άλλες ιστορίες και βιβλία, σε παπαγάλους-αγγελιοφόρους και φωνές – θα γίνει η ίδια ποιήτρια αλληγοριών. Στα μάτια του κόσμου είναι σχιζοφρενής, μια περίπτωση ανθρώπου που «ήταν και δεν ήταν». Ίσως αντιπροσωπεύει την άρνηση της πραγματικότητας, τη λογική του απωθημένου τραύματος, την πρακτική του ταξιδιού και της φυγής, που οδηγεί ως στάση ζωής στα όρια της τρέλας. Μπορεί ωστόσο να συμβαίνει το αντίθετο: να είναι οι άνθρωποι της πόλης εκείνοι που παραφρονούν. Αδυνατώντας να διευρύνουν τους ορίζοντες της σκέψης τους, αρνούνται τη μαγεία της ζωής.

 Το βιβλίο στοχεύει σε μια τέτοια αμφισημία. Με το φάντασμα του Δαρβίνου να διατρέχει ως ιστορική περσόνα το μυθιστόρημα, το ζήτημα είναι η πορεία της εξέλιξης, η ίδια η ιστορία, εφόσον διασώζει αυτό που απουσιάζει από τις αποδείξεις-απολιθώματα των ειδών. Πρόκειται για τα ίχνη της καρδιάς, που η συγγραφέας απεικονίζει με ένα ποιητικό αντίβαρο, τον Τριστάνο και Ιζόλδη του Βάγκνερ, μια ιστορία για το ακραίο ερωτικό πάθος, που ολοκληρώθηκε την ίδια χρονιά με τη δαρβίνεια Καταγωγή των Ειδών, το 1859. Ο άνθρωπος «εν μέρει θαύμα, εν μέρει παραφροσύνη». Αν η Σιλβερ δεν ήταν ορφανή, δεν θα γνώριζε τον Πιου, και η διαφορά που κάνει αυτό είναι «η διαφορά που κάνει η αγάπη», λέει η ίδια.

«Πες μου μια ιστορία, Σίλβερ.

Ποια ιστορία;

Την ιστορία της συνάντησής μας».

Στον καθένα είναι διαφορετική, αλλά με τον δικό της τρόπο αληθινή.

Το διόλου τυχαία ασημί βιβλίο της έκδοσης Πες μου μια ιστορία παραπέμπει έξυπνα σε μια νέα ιστορία, μισή αληθινή και μισή ψεύτικη, τη μυθιστορία της Σίλβερ-Γουίντερσον, της φανταστικής ηρωίδας αλλά και της δημιουργού της, ένα δυσβάσταχτο παιδικό τραύμα αλλά και ένα θαύμα ενηλικίωσης, όπως πραγματώνεται μέσα από το φάρο των λέξεων, το κείμενο, που προτρέπει τον αναγνώστη να το συνεχίσει, φτάνει να πει μια ιστορία.

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 του Μανδραγόρα.

Advertisements