Ετικέτες

kounies

Ανάμεσα σε χαμό και χάος δεν ξέρεις στ’ αλήθεια τι να αποφασίσεις. Υπάρχουν απαράβατες αρχές μέσα σου όπως το να θεωρείς την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής καταδικαστέα. Υπάρχει παράλληλα και ένα αντίβαρο: η βία φέρνει βία και πως όταν η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε αλληλοδιαδοχή χτυπημάτων αποκτά όχι μόνο διπλή μα και δυσοίωνη όψη. Έπειτα έρχεται στο προσκήνιο μια επιπλέον σκέψη: η αλλαγή κατανοείται μόνο ως ριζική. Η σωφροσύνη δεν έχει κάνει μέχρι στιγμής πολλά προς αυτή την κατεύθυνση.   

Διασχίζοντας το δρόμο για το σπίτι παρατηρώ πολλούς νέους μαζεμένους σε ένα ίντερνετ καφέ, με τα μάτια πρησμένα από το τρισδιάστατο της οθόνης, ενώ έξω άλλα παιδιά διεκδικούν, με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, την επαναφορά της ζωής σε μιαν ανθρωπινή κανονικότητα. Λέω ΝΑΙ στη διεκδίκηση της κανονικότητας (normality), ΝΑΙ το δίχως άλλο. Μα αυτή η κατάφαση είναι τόσο αθώα και μπερδεύεται εν αγνοία της σε ένα ξένο κουβάρι από καταπιεσμένα ένστικτα, καιροσκοπικές στοχεύσεις, αμοραλισμό και σαδισμό και τρομολαγνεία ώστε τα κεριά της ειρήνης να τα φτύνουν οι φλόγες και τη φωτιά του μένους τα συντρίμμια. Μόνο οι αθώοι οραματιστές μπορούν στις μέρες μας να βγουν στους δρόμους άφοβα, μα είναι οι ίδιοι που ενδέχεται από αφοβία και άγνοια να αυτοκαταστραφούν ή να χειραγωγηθούν από ετερόκλιτους τρίτους, που αποτελούν, ώς επί το πλείστον, περιπτώσεις ψυχασθένειας. Στον τελευταίο γύρο κερδίζει ο πιο αδίστακτος. Ο πιο «ισχυρός». Εκείνος που θα κοιτάξει την αθωότητα, θα την υπολογίσει ως ασθενή, και θα τη βατεύσει μέχρι θανάτου. Στο τέλος κερδίζει ο θρασύδειλος. Θρασύδειλος όποιος φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Θρασύδειλος ο λυκάνθρωπος στο φως.

Ακούς ένα αγγελικό παιδί μια σπιθαμή να φωνάζει «Θα μπορούσε να είμαι εγώ!», και θες να κλάψεις, και θες να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, γιατί ξέρει να κάνει από τη φύση του πράξη την ενσυναίσθηση (ο Ντέιβιντ Λιντς είναι μάστορας στην αντιστροφή των ρόλων, της «Inland Empire») ενόσω εμείς οι πιο μεγάλοι (και λερωμένοι) πασχίζουμε με τη λογική και την εντροπία να νιώσουμε τον πόνο του διπλανού (και είναι πράγματι σπουδαίο κατόρθωμα το γεγονός πως πασχίζεις έστω γι’ αυτό, μα αυτό δεν φτάνει).

Από ένα παιδί απουσιάζει η γνώση της γνώσης του. Έχει μονάχα τη διαίσθηση, τι να την κάνει τη γνώση; Έχει κι αυτή τα κακά της. Αυτοσυντηρείται στο καβούκι της. Αν όμως προλάβει την ηλικία της λογικής, και δεν το έχουνε ήδη φάει τα ΜΑΤ ή κάποια Νεο-Χωροφυλακή ή η μανία του ανθρωποκυνηγητού ως αντίποινα, και συνασπιστεί με πολλούς όμοιούς του, ίσως φτιάξει μια κοινωνία που θα είναι και κράτος.

Οραματίζομαι μιαν αντίσταση με πέλματα και σιωπή. Έξω από τα γραφεία, έξω από τα σπίτια, έξω από κάθε έννοια προγράμματος (Διαβάζω το δοκίμιο του Καντ «Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό» όπου γράφει πως για τον άνθρωπο δεν είναι δυνατή η προγραμματισμένη ιστορία εφόσον ούτε καθαρά λογικά μα ούτε και εντελώς ενστιγματικά πράττει). Θέλω Έξω στους δρόμους! Έξω δίχως να λέμε ή να κάνουμε τίποτα. Έξω-έξω ο εαυτός μας, εκεί έξω, μέχρι να παραλύσει η κανονικότητα του ρολογιού και να επέλθει η κανονικότητα της ύπαρξης. Μέχρι να ξαναγίνουμε άνθρωποι. Μέχρι που ο κάθε ανθρωπάκος θα συνειδητοποιήσει πως ζει ανάμεσα σε ανθρώπους και όχι ανάμεσα σε ζώα (ανδρείκελα). Μέχρι που το σώμα θα ξεράσει τον ψυχικό του καρκίνο. Μέχρι που το ζώο μέσα μας θα ξεψυχήσει.    

Ακόμη κι αν δεν προλάβουμε κάτι τέτοιο να το ζήσουμε, μπορούμε να επενδύσουμε στη ζωή των άλλων. Αυτό θα ήταν ηρωισμός.