Ετικέτες

,

enright

Η Βερόνικα χάνει τον αυτόχειρα αλκοολικό αδελφό της Λίαμ στα τριάντα εννέα της χρόνια, ωστόσο το μυαλό της ταξιδεύει τριάντα χρόνια πίσω, κατά την προσπάθεια της να θυμηθεί κάτι τραγικό που του είχε συμβεί τότε. Κάτι σχετικό, όπως δηλώνει στην αρχή, με «σαρκικό έγκλημα». Δεν είναι σίγουρη. Αισθάνεται πάντως πως είναι κάτι σημαντικό, πως σε αυτό στηρίζεται ο θάνατος του Λίαμ αλλά και η κατάντια της οικογένειάς της, αποτελούμενης από δώδεκα μισότρελα αδέρφια (και επτά αποβολές) και μιας νεκροζώντανης χήρας. Η μεγάλη οικογένεια Χέγκαρτυ ανήκει στη μικροαστική Ιρλανδία του 20ού αιώνα.

Η Βερόνικα αισθάνεται μάλλον φυσιολογική μπροστά στα αδέρφια της οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν κάνει κάτι με τη ζωή τους: είναι αλκοολικοί, αμφιβόλου σεξουαλικής ταυτότητας, αυτοκαταστροφικοί, απροσπέλαστοι, δίχως όνειρα και υλοποιήσεις, δίχως χρήματα, δίχως επιθυμίες. Δίχως τίποτα να έχουν αφήσει πίσω τους – άγνωστος ο δρόμος που θα ακολουθούσαν κάτω από άλλες συνθήκες. Η ίδια, καθώς κατάφερε τουλάχιστον να στήσει ένα ευκατάστατο σπίτι με δυο παιδιά, αισθάνεται πιο δυνατή να αναλάβει τον δύσκολο δρόμο της εξιχνίασης των γεγονότων. Την τρώνε οι τύψεις, την πνίγει η οργή.

Είναι «λογικά» η μόνη αρμόδια να χειριστεί το πένθος, όχι μόνο συναισθηματικά (τον τρόπο που θα ανακοινώσει στη μητέρα της πώς βρέθηκε το σώμα του πνιγμένου της αδερφού λόγου χάρη) αλλά και πρακτικά. Πριν από τη συγκέντρωση γύρω από το φέρετρο, κατά την ανακομιδή του νεκρού της αδερφού από το Μπράιτον στην Ιρλανδία που θα καθυστερήσει λόγω γραφειοκρατίας, η Βερόνικα μνημονεύει, περισσότερο εικάζοντας με βάση τα στοιχεία που έχει, την ιστορία της γιαγιάς της Έιντα, από τη δεκαετία του 1920 και έπειτα. Η μνήμη της στήνει μια πομπή των νεκρών συγγενών της, τους οποίους «ανασταίνει», αποδίδοντάς τους προθέσεις και κίνητρα. Γιατί, λέει, «τα μόνα πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρη είναι αυτά που ποτέ δεν είδα και δεν έζησα…» (80).

Η μνήμη της έχει τη διάθεση ενός ενδελεχούς ερευνητή της ιστορίας, ο στόχος δηλαδή είναι η αλήθεια, μα ο κώδικας ανάσυρσης στιγμιότυπων, δηλαδή η γλώσσα και το ύφος της ηρωίδας, προσιδιάζουν σε μια νοικοκυρά, με την ανάλογη εκφραστική δύναμη της φαντασίας της να αναλύει την κάθε λεπτομέρεια συνειρμικά. Η Βερόνικα αναλώνει την ενέργειά της σε λεπτομέρειες, πολλές φορές σκηνοθετικές, ενδυματολογικές ή και κινησιολογίας, που όχι μόνο αποτελούν πιθανολογήματα αλλά δεν έχουν, φαινομενικά τουλάχιστον, καμία σχέση με τον Λίαμ. Όσο διαβάζουμε, η συνοχή ανάμεσα σε γεγονότα και πρόσωπα που η Βερόνικα αφηγείται αρχίζει να διαφαίνεται προκαλώντας κλίμα αγωνίας. Όσο η ιστορία αποκαλύπτεται, ο λόγος της γίνεται πιο εξωστρεφής, η γλώσσα πιο εκρηκτική, σχεδόν βωμολόχα. Γιατί «το νοερό μάτι της μνήμης έχει κάτι το ανήθικο» (108) και γιατί η Βερόνικα, κατά την προσπάθειά της να απενοχοποιήσει τον θυμωμένο Λίαμ (και προφανώς ν’ απαλλαγεί από τις δικές της τύψεις), σηκώνει θαρραλέα το χαλάκι κάτω από το οποίο κρύβονται οικογενειακά μυστικά: «Έτσι επιβιώνουμε όλοι. Φορτώνουμε τα χρέη μας σε παλιότερες ουλές» (115).

Ο συναισθηματικός κόσμος της αφηγήτριας διαρρηγνύεται σταδιακά μέσα από πολλαπλά επίπεδα συνειδητοποίησης που αναταράζουν την επίπεδη ζωή της. Γεγονότα: Η γιαγιά της Έιντα δεν παντρεύτηκε το φίλο της Λαμπ Νάτζεντ, εκείνον που την ερωτεύτηκε, αλλά κάποιον άντρα που ήταν ψυχρός και ανίκανος να εκφράσει τα συναισθήματά του. Η κόρη τής Έιντα, η μητέρα της, ήταν πάντα απούσα καθώς μονίμως έγκυος. Ο πατέρας της, ηδονιστής και αυστηρός με τους άρρενες της οικογένειας, τοποθετούσε τη σύζυγό του κάπου ανάμεσα στο νοικοκυριό και, κυρίως, στη συζυγική κλίνη. Τα «ευνουχισμένα» αδέρφια της Βερόνικα, αμάθητα στην τρυφερότητα και συνηθισμένα στην τιμωρία και στο ξύλο, κατέληξαν ανήμπορα ν’ αγαπήσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, πόσω μάλλον ν’ αγαπηθούν· ακόμη και μεταξύ τους.

Το μυθιστόρημα αφήνει να εννοηθεί πως όλα αυτά συνέβησαν στο πλαίσιο των παράλογων απαγορεύσεων μιας θεοσεβούμενης ιρλανδικής κοινωνίας που δεν εφάρμοζε τίποτα από όσα διακήρυττε και που ενθάρρυνε την εντροπία· μια κοινωνία όπου η καταπίεση οδηγούσε σε χειρότερες ασυδοσίες. Το να έχει κανείς μυστική ζωή δεν είναι, καταπώς αντιλαμβάνεται η ώριμη πια Βερόνικα, ρομαντικό. Γιατί τα αληθινά γεγονότα έχουν και αληθινές συνέπειες. Η ιστορία είναι η σκοτεινή όψη της πραγματικότητας, είναι η ίδια η σιωπή της: ο Λαμπ Νάτζεντ παρενοχλούσε με όλους τους τρόπους τον Λίαμ στο γκαράζ και κανείς δεν μιλούσε.

Γι’ αυτό η Βερόνικα αποφασίζει να «ατιμάσει» όλους τους νεκρούς με το να «συγκεντρώσει» στα φωναχτά τις πράξεις τους, όπως μπορεί και θέλει στη συνείδησή της: «Η ιστορία είναι ζήτημα βιολογίας και μόνον – έτσι πιστεύω. Διαλέγουμε και απομονώνουμε τα στοιχεία που μας αφορούν – από πού προήλθαμε και τι σημαίνει το καθετί» (190-191).

Το πόσο στενά συνδέονται τα «απόμακρα» γεγονότα με τα παροντικά είναι ένα ζήτημα που αφορά ιδιαίτερα την αφηγήτρια και εγείρει έντονο τον προβληματισμό του αναγνώστη. Ο θάνατος του Λίαμ την ωθεί στον επαναπροσδιορισμό της δικής της οικογενειακής ζωής, που πραγματοποιείται με την επιστροφή της, διόλου τυχαία, στην ηλικία περίπου που έχουν οι δύο της κόρες.

Η Βερόνικα δεν είναι ευτυχισμένη. Η Βερόνικα ατενίζει το σύζυγό της σαν έναν άντρα που δεν νοιάζεται, ένα κτήνος που προσποιείται αγάπη, αλλά την εκδικείται στο σεξ. Και σίγουρα, τώρα με το πένθος, συνειδητοποιεί πως δεν θέλει άλλο ν’ αγαπά ένα σώμα που θα πεθάνει. Η Βερόνικα φοβάται και ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Η Βερόνικα ερμηνεύει τα πάντα με βάση τα βιώματά της. Η Βερόνικα στην ηλικία των οκτώ έπιασε στα χέρια της το πέος του Νάτζεντ. Η Έιντα κοίταζε, ή αν δεν ήταν αυτή που κοίταζε, η Έιντα ήταν σίγουρα αδιάφορη.

Σε μια τέτοιου είδους γνώση καταλήγει, που «είναι κρυμμένη, σφαλιστή, με τέτοιον τρόπο που πρέπει να κοπείς για να τη βρεις» (173). Η ιστορία της οικογένειάς της, που καλύπτει τρεις γενιές, είναι στην ουσία η ιχνηλάτηση μιας μα και πολλών ιστοριών απουσίας αγάπης, που ώθησε κάθε μέλος της είτε στην αποκτήνωση είτε στην αυτοκαταστροφή. Υπάρχει η άγνοια της αγάπης και το σαρκικό ένστικτο της εκδίκησης να την «υποκαθιστά». Ο Λίαμ, όσο σαλεμένος κι αν ήταν, υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα. Εκείνος που κουβαλούσε μέσα του τη σκοτεινή σιωπή της ιστορίας. Η Βερόνικα, λιγότερο άτυχη, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου, και κερδίζει αυτό που ο αναγνώστης αναμένει όντως να βρει: μία όψη της ιστορίας να οδηγεί σε μία άλλη/ες αλυσιδωτά, μα με σκοπό η επώδυνη καταβύθιση να καταλήξει κάπου.

Η συγκέντρωση της Ανν Ένραϊτ, δικαίως βραβευμένη με το Μπούκερ το 2007, σε βυθίζει σε ένα παραληρηματικό ταξίδι γνώσης, όπου οι θύτες είναι θύματα, τα θύματα θύτες, και ο αναγνώστης, εμπλεκόμενος σε μια καλοδουλεμένη γραφή που κινείται από το λυρισμό στην ύβρη, στη μέση πολυδιάσπαρτων γεγονότων, χρειάζεται να είναι μονίμως σε κατάσταση «συγκέντρωσης». Το ευτυχές στην προκειμένη περίπτωση είναι πως θα διαπιστώσει ότι άξιζε τον κόπο ένας αισθαντικός ρεαλισμός της γραφής διαποτισμένος από την αύρα της εποχής που διηγείται, καθότι συντονίζεται από την ευφυΐα του γλυκόπικρου χιούμορ, που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη ούτε ένα λεπτό ανάπαυσης.

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Ένεκεν.