Ετικέτες

,

pinelopi

Εδώ η πραγματικότητα είναι τρισδιάστατη: ονειρική, διαδικτυακή, ρεαλιστική και μέσα σε αυτήν ήρωες, με ονόματα όπως PeneLope, Ulysses, Teiresias, Cypus, «ζουν» σε έναν τόπο που φέρει το όνομα «Ithaca», άλλοι συνειδητοποιημένα και άλλοι καθόλου, αναζητούν κάτι, άγνωστο τι. Η εντύπωση που δίδεται στην αρχή είναι πως όλα αυτά τα πρόσωπα, των οποίων η προσωπική ζωή είναι βυθισμένη στο σκοτάδι, αποζητούν την επικοινωνία. Αισθανόμαστε κάπως καλόβολα μέσα στα γνώριμα σε μας κανάλια, τα chat rooms, όπου πολλοί νέοι ή μοναχικοί άνθρωποι, ως γνωστόν, στις μέρες μας ξοδεύουν πολύτιμο χρόνο για ένα μερίδιο ψευδεπίγραφης ή και μη συντροφικότητας. Στον αντίποδα του «Ithaca» βρίσκεται και ένας κλειστός στο ευρύ κοινό τόπος, με το όνομα «Studiolo», όπου μια ελίτ διανοουμένων, οι MyLord, Arturo, FionaDeLaCruz κ.ά, αρέσκεται στη θεωρητική αντιμετώπιση των φαινομένων της κοινωνίας η οποία, αν δεν αντιφάσκει, τουλάχιστον διαφέρει τόσο με την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και συνύπαρξη και έρχεται σε αντίθεση σίγουρα με το κοινωνιολογικό όραμα που φέρει μια ομάδα κυβερνοαναρχικών με το όνομα «Οδύσσεια».

Η μορφωμένη ελίτ του Διαδικτύου δολοφονείται, και η PeneLope, που εργάζεται στην πραγματική της ζωή στην Υπηρεσία Δίωξης Εγκλημάτων Κυβερνοχώρου και ονομάζεται Ηλιάνα Αναγνώστου (ένα όνομα που παραπέμπει στον «ήλιο» και στην «ανάγνωση», στην αλήθεια και στην κατανόηση) προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο. Πίσω από το έγκλημα κρύβεται η φιγούρα του Ulysses, ενός δηλωμένου χάκερ, ο οποίος στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου καθεστώτος, ενός πανεθνικού σύμπαντος του Ίντερνετ, ελεύθερου από κάθε έλεγχο και χειραγώγηση. Πρόκειται για ένα όραμα που, όσο διαβάζουμε υλοποιείται, κλονίζοντας τις βεβαιότητες τόσο για έναν «αθώο» κυβερνοχώρο που κρύβεται πίσω από προσωπεία αγνώστων όσο και για την προβλέψιμη, αν μη τι άλλο, σε παγκόσμιο βεληνεκές, πολιτική ζωή που καταπνίγει την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα του ανθρώπου να κάνει επιλογές.

Τα παραπάνω φλέγοντα ζητήματα μοιάζουν με παρακλάδια της πλοκής, δεν φαίνεται να αποτελούν τον πυρήνα της. Το ερώτημα που αφορά την προσωπική ταυτότητα, η οποία κρύβεται ή συγχωνεύεται σε μια «persona internetica», ώστε αναλόγως να επηρεάζει τις ανθρώπινες πράξεις, δεν τίθεται, τουλάχιστον όχι φανερά. Η ευφυής, ευφάνταστη και αρκετά ευρηματική για την εξέλιξη της ιστορίας περιγραφή της διαδικασίας επαναφοράς των ψευδωνύμων-ονομάτων των δολοφονημένων στον ρέοντα-ζωντανό παγκόσμιο ιστό, που παραπέμπει στο τελευταίο κεφάλαιο της Πολιτείας του Πλάτωνα, ενώ διαφέρει από την ομηρική νέκυια, εφόσον οι διαδικτυακές ψυχές όχι μόνο δεν ζητάνε εκδίκηση μα αγνοούν πλήρως το γεγονός του θανάτου τους, δεν αξιοποιείται εσωτερικά. Δεν γνωρίζουμε τουλάχιστον αν τα είδωλα αυτά αγνοούν τον ίδιο τους το θάνατο επειδή ήπιαν περισσότερο από το κανονικό νερό της Λήθης, από αφροσύνη.

Στον εξω-διαδικτυακό κόσμο, η αναφορά στη σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών στο κινέζικο μετρό ως τρομοκρατική επίθεση των αναρχικών χάκερ εντάσσει τον αναγνώστη σε μια συναφή με την εποχή μας αγωνία για την τρομοκρατία, τις προθέσεις της και τα μέσα που χρησιμοποιεί, με μια κριτική κατάφαση προς τέτοιες ενέργειες, τη στιγμή που γεννιούνται από τη νοοτροπία της τυραννίας αλλά και αποσκοπούν στην άρση των ολοκληρωτικών απαγορεύσεων των κρατών ή της αντιδημοκρατικής επικράτησης του κεφαλαίου των πολυεθνικών.         

Ο λογοτεχνικός φακός μονάχα φωτογραφίζει κάποιες κοινωνιολογικές συνέπειες της εξέλιξης του κυβερνοχώρου απομακρύνοντας τον αναγνώστη από τη βιωματική εμπλοκή του με αυτή την κατάσταση. Ίσως και αυτή να ήταν η πρόθεση εφόσον το μυθιστόρημα επιλέγει ως καρδιά του προβλήματος τη φύση των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως εκφράζονται με την ανασκευή του παραδεδομένου προτύπου Πηνελόπη-Οδυσσέας. Το ταξίδι ανήκει στην ηρωίδα του βιβλίου «Πηνελόπη» και όχι στον «Οδυσσέα» η οποία αναζητά το αληθινό πρόσωπο του συζύγου της ιχνηλατώντας στην πράξη το ταξίδι του. Η Πηνελόπη, προικισμένη με θάρρος, γίνεται ένα είδος ανδρο-γύναικου (όπως την κατηγορεί η άβουλη Ελένη) για να εγκαταλείψει το σπίτι της και να αντεπεξέλθει στους ομηρικούς κινδύνους: «τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας», την Κίρκη, τη Ναυσικά. Η Πηνελόπη συζητά με την Κίρκη, μαθαίνει χορό και τραγούδι στις Σειρήνες, εξωθώντας αυτές τις παρεξηγημένες μέδουσες της μυθολογίας σε ένα είδος αυτογνωσίας, μεταπλάθοντας με την πολυεπίπεδη δράση τον εαυτό της σε σύγχρονο μετα-φεμινιστικό είδωλο.

Αυτή είναι η Πηνελόπη που σαγηνεύει τον Οδυσσέα τελικά. Στην πραγματική ζωή του μυθιστορήματος εκφράζεται με το ύφος μιας ιστορίας κατασκοπείας, η Πηνελόπη στο τέλος γίνεται η Bonnie και ο Οδυσσέας ο Clyde, ο έρωτάς τους είναι η μόνη επαναστατική απάντηση σε έναν κόσμο που στηρίζει την ύπαρξή του σε σχέσεις αντι-ερωτικής εξουσίας. Ο έρωτας έχει όμως πρώτα μια θάλασσα αχανή να διασχίσει και από ό,τι φαίνεται πρέπει να περάσει από τον κίνδυνο διασάλευσης των ρόλων (ποιος τους ορίζει;) των φύλων, στενάχωρους όσο οι Συμπληγάδες, για να δικαιωθεί. Το ζητούμενο είναι η νέα Ιθάκη. Κι αυτή δεν κατακτάται, δυστυχώς, στις μέρες μας συλλογικά.      

Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος στήνει στο χαρτί ένα φιλόδοξο έργο. Η εναλλαγή ονείρου και πραγματικότητας, γραπτού λόγου και προφορικού, διαδικτυακού και διακοσμικού, ενδοκειμενικότητας και διακειμενικότητας (τα μότο στις αρχές των κεφαλαίων δεν είναι ούτε αυτά τυχαία) δεν δημιουργούν καμία σύγχυση στον αναγνώστη, μάλλον γιατί η γλώσσα είναι παντού ενιαία. Ωστόσο η ενιαία γλώσσα λειτουργεί εις βάρος της ετερότητας των χαρακτήρων, τους οποίους δεν γνωρίζουμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε το σφυγμό τους. Αν η πρόθεση είναι η παρουσίαση μιας ανέφικτης εγγύτητας μέσα από το διαδίκτυο ή η σκιαγράφηση μονοδιάστατων ηρώων τότε ο συγγραφέας το πετυχαίνει πολύ καλά.  

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής μπορούμε να υποθέσουμε πως οι ήρωες ταυτίζονται τόσο πολύ με τα λογοτεχνικά ονόματά τους ώστε η «σχιζοφρένεια» που χαρακτηρίζεται ως τέτοια στο μυθιστόρημα ως είδος εσωτερικής αντίφασης να καταρρίπτεται και τη θέση της να παίρνει ένας «ρομαντικός υλισμός» αποτελούμενος από πρόσωπα που ζουν μεν ανάμεσά μας, αλλά είναι αδιαπέραστα, σαν υπαρκτοί μύθοι που μας ψιθυρίζουν από καλώδια. Το 14ο Κεφάλαιο είναι ενδεχομένως το μοναδικό που ενσαρκώνει με απόλυτη αληθοφάνεια τον τρόμο μιας τέτοιας ομοιογενοποίησης ονείρου, επικοινωνιακού μέσου (Διαδικτύου) και ρεαλισμού, στο πρόσωπο μιας περσόνας που φέρει, διόλου τυχαία, το «τρισδιάστατο» ψευδώνυμο «Κύβος».     

Στην Πηνελόπη των υδάτων δεν φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση με την οποία αξιοποιείται το ομηρικό έπος, αλλά ούτε και η ψηφιακή πραγματικότητα. Αν ορθώς το εντάσσω στον μεταμοντερνισμό, τότε ισχύει η διαπίστωση πως θεμιτή είναι η επιστροφή στη λογοτεχνική κληρονομιά εν είδει ανασκευής, όπως έκανε λόγου χάρη ο Ρίτσος, σε άλλες, λογοκριμένες εποχές, στις Μαρτυρίες. Ενώ είναι εμφανής η προσπάθεια του συγγραφέα να εισαγάγει κάτι το καινοτόμο, το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε μια τέτοια πρόθεση.  

Κι αυτό γιατί η συγγραφική σύλληψη ενός τέτοιου θέματος χρειάζεται ένα πιο χειροπιαστό βίωμα, το οποίο ακόμα, ίσως για καλή μας τύχη, δεν έχει αναφανεί στη χώρα μας.   

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο τρέχον τεύχος (Ψηφιακός Λόγος, 16) του περιοδικού (δε)κατα

Advertisements