Ετικέτες

Γιώργος Μαρκόπουλος

markopoulos

Η μνήμη παλιώνει

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.

Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια, τα χέρια σου,

φράζουν την «πηγή» που ζητάω.

Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,

ή ορμητικός άλλοτε ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν σε ερημική παραλία, τα γέλια σου.

Ύστερα πια θυμώνεις. Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,

πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.

Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα

στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.

Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,

για πάντα εκείνο το βράδυ

φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,

δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

Έτσι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.

Και όλα, εδώ τελειώνουν. Και τα απρόοπτα, είναι για να γίνονται.

Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και τη νύχτα

η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται,

και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.

Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα (1968-1987), εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2000

Advertisements