Ετικέτες

,

jackson

Σκέψεις για ένα μυθιστόρημα. Η αλήθεια του δεν μου αποκαλύπτεται αλλά ξέρω πως υπάρχει. 

«Είναι νύχτα, ξέρεις. Ανάβω ένα σπίρτο ώστε να μην βλέπω τίποτα. Η φλόγα με τυφλώνει κάνοντας το σκοτάδι βαθύτερο» (Γερτρούδη Στάιν)

Είμαστε εγκλωβισμένοι «σε μια μισο-ειπωμένη ιστορία»[1], την αποσπασματική αφήγηση της ζωής της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον (1901-1991) μετά την «εκπαραθύρωσή» της από το διαμέρισμα στο Χάμερσμιθ στις 27 Απριλίου 1929. Ήταν μια λονδρέζικη μέρα σαν όλες τις άλλες, ωστόσο για τη Λώρα ήταν το μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο εαυτούς, το καλωσόρισμα μιας αδέσποτης σκιάς στον επάνω κόσμο. Έτσι γεννήθηκε μια άλλη, η Μαίρη Νάζαρεθ ίσως, απαλλαγμένη πια από το βάρος του σώματός της, αυτό που γίνεται κουφάρι εάν κατηγοριοποιηθεί και καταμετρηθεί από τα στερεοτυπικά ανθρώπινα σταθμά. Αυτό το αποκύημα της νέας συνείδησης της Λώρας Ράιντινγκ (το επίθετο της ποιήτριας Λώρας) φαίνεται να διαμορφώνει έναν νέο χωρόχρονο σε αυτό το βιβλίο όπου το ποιητικό και το ανθρώπινο, το φαντασιακό και το πραγματικό αλληλεπιδρούν, αλληλομπλέκονται, αλληλοσπαράζονται και εν τέλει εξαντλούν τον άνθρωπο-δημιουργό, που παλεύει με νύχια και με δόντια να εξοντώσει το «εκτόπλασμα» του καλλιτεχνικού του προορισμού – πλην όμως ερεθίζουν το οξύ βλέμμα των παρατηρητών-αναγνωστών του.

Ενώ εμείς προσπαθούμε να διακρίνουμε πού ξεκινά η μυθοπλασία και πού τελειώνει, πότε αφουγκραζόμαστε τη φωνή της ίδιας της Λώρας μέσα από τα  μεταφρασμένα ποιήματα, τις σημειώσεις ή τα εκάστοτε αναγνώσματά της και πότε τον απόηχο και τη γλυκόπικρη γεύση από όλα αυτά που η Λώρα μπορεί να «θυμόταν» σε κατάσταση κρυπτομνησίας (ο χορός με τον κρεοπώλη, η επίθεση κατά του εραστή της Ρόμπερτ Γκρέιβς, η βόλτα με δύο φίλες, οι τρόφιμοι της κλινικής) ο εμπνευστής αυτής της αλλόκοτης μυθιστορίας Χρήστος Χρυσόπουλος ξέρει πολύ καλά να κρατά την απόστασή του από την εν μέρει επινοημένη μούσα του, φέροντας εις πέρας κάτι που τολμώ και αποκαλώ ποίηση, εφόσον, με τους όρους της Ράιντινγκ, η ποίηση είναι ο μόνος τρόπος να μιλήσεις για την αλήθεια, αν ο ποιητής απαλλάσσει το ποίημα από την παρεμβολή τού Εγώ του.

Με τρόπο καινοτόμο για τα ελληνικά δεδομένα, ο Χρυσόπουλος μας χαρίζει ένα ποίημα που ο ίδιος εντάσσει ειδολογικά στο μυθιστόρημα, και που είναι από πολλές απόψεις τέτοιο – διαφορετικό βέβαια από τα προηγούμενά του βιβλία για τα οποία κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπήρξαν υποδηλωτικά μιας τέτοιας «στροφής». Με το μυθιστόρημα αυτό υπονοείται ίσως έτσι πως η γραφή της μυθιστορίας[2], όπως αποτυπώθηκε στο χαρτί, είναι και ό,τι προηγείται αυτής (εδώ η μελέτη της ζωής της Λώρας και η περιπλάνηση στα μέρη που έζησε) αλλά και ό,τι έπεται εκείνης (η αυτοκριτική του συγγραφέα, που το χαρακτηρίζει ως «μυθιστόρημα-αρχείο»). Ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κάθε ιστορία φέρει το σπέρμα της προϊστορίας της και εμπεριέχει παράλληλα τη μεταϊστορία του εμπνευστή της; Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο ισχύει, γιατί να πρέπει να αποσιωπηθεί; Γιατί να μη θεωρείται μυθιστορία το σύνολο της συγγραφικής εμπειρίας; (Γιατί να μην γίνει ο ποιητής ποίημα;)

Εδώ η γραφή, παρότι χωρισμένη σε είδη γραπτού λόγου (εξού και η ύπαρξη πίνακα περιεχομένων σε μυθιστόρημα, κατά τη γνώμη μου ειρωνική, ως σεβασμός μεν του συγγραφέα προς τις παραδεδομένες ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις αλλά με ένα «ναι μεν αλλά» να αιωρείται φαντασμαγορικά) υπηρετεί ένα και ενιαίο συγκινησιακό ύφος-γλώσσα, που μέσα στις ψευδοδηλώσεις της δικαιώνει τον αγώνα της Λώρας Ράιντινγκ για την αλήθεια. Όπως έγραψε ο νεοκριτικός I.A. Richards (Science and Poetry, 1926) μια ψευδοδήλωση «νομιμοποιείται εξολοκλήρου από την επενέργειά της να απελευθερώνει ή να καθορίζει τη στάση μας»[3].

Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, διασκεδάζοντας τις προσδοκίες των αναγνωστών, αξίζει να ιδωθεί ως ένα έργο άρρηκτα συνδεδεμένο με τις προθέσεις του δημιουργού, πράγμα που δεν αντιφάσκει ακριβώς στους κανόνες της Νέας Κριτικής (της οποίας η Λώρα υπήρξε υπέρμαχος) εφόσον οι προθέσεις εδώ μοιάζουν σύμφυτες με το σώμα του κειμένου. Με λίγα λόγια, η μυθιστορία-ποίημά του αποτελεί -σε συνδυασμό και με το φωτογραφικό υλικό που χρησιμοποιεί- την αντανάκλαση του σπασμένου ειδώλου της Λώρας και της Μαίρης. Ο Χρυσόπουλος δεν αποκαλύπτει στοιχεία της βιογραφίας της σε πλήρη και γραμμική αφήγηση, ούτε προβαίνει σε προσωπικές συμπερασματικές αναλύσεις της απόπειρας αυτοχειρίας της (την οποία η ίδια αρνούμενη περιέγραψε ως απλό πήδημα από το παράθυρο), μήτε της ζωής της έξω από τις λέξεις (εφόσον ο δημιουργός δεν μπορεί να απαλλαγεί από δαύτες) μα φωτίζει κάποια στιγμιότυπα -σαν τη φωτιά της Γερτρούδη Στάιν- ενός βίου που αποσκοπούσε στον αυτο-αφανισμό του και στην αποσιώπηση της καλλιτεχνικής του υπόστασης. Εκείνο που επιτυγχάνει πλήρως είναι μια λεκτικά εικαστική εξύμνηση της Λώρας Ράιντινγκ, γνωστής για την αποκήρυξη της ποίησης το 1941. Αποτυπώνει σπαρακτικά την πάλη ενός ποιητή με τις λέξεις, την αρχική του πίστη σε αυτές και την τελική αποκήρυξή τους ως ανίκανες να ενσαρκώσουν την αλήθεια. Συμβολικά, το επίθετο Ράιντινγκ απουσιάζει από τον τίτλο του βιβλίου. Μπορεί και να είναι περιττό για κάποια γυναίκα που γίνεται στις δικές του λέξεις τώρα το ίδιο το ποίημα.

Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον είναι ένα βιβλίο «κατακερματισμένο» με μελέτη, εν τέλει θανάτου μελέτη και μια θυσία της λογοτεχνικής λογικής στο βωμό της λογοτεχνικής αλήθειας, με ένα ανελέητο πηγαινέλα στην κλινική «Κινγκς Κρος» της Λώρας και στη δικαιοσύνη των έμφυτων ανθρώπινων αντιφάσεων.     

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό βακχικόν (τεύχος 5)


[1] «Εγκλωβισμένη σε μια μισο-ειπωμένη ιστορία». Μετάφραση του Χρήστου Χρυσόπουλου (σ. 15) της αγγλικής φράσης «Stranded in a half-told tale», που ανήκει στη Λώρα Ράιντινγκ και μνημονεύεται στο ημερολόγιό της (Απρίλιος 1929).

[2] Επιλέγω τον όρο «μυθιστορία», την  ελληνική απόδοση του ευρέως αποδεκτού όρου στην Ευρώπη για το μυθιστόρημα «roman».

[3] M.H. Abrams, Λεξικό λογοτεχνικών όρων (Θεωρία, ιστορία, κριτική λογοτεχνίας), μετάφραση Γιάννα Δεληβοριά, Σοφία Χατζηιωάννου, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2005, σ. 297.

Advertisements