Ετικέτες

,

day

«ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ» / «Ο ΕΡΩΤΑΣ ΑΠΑΙΤΕΙ Τ’ ΑΔΥΝΑΤΟ» 

Ο Άλφρεντ Ντέι, εν έτει 1949, επιλέγει να επιστρέψει στον πόλεμο, αυτή τη φορά ως κομπάρσος σε πολεμική ταινία, μια εμπειρία που του ξυπνά άγριες μνήμες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ήταν εθελοντής πυροβολητής της Βρετανικής Αεροπορίας και είχε αιχμαλωτιστεί, βασανιστεί και υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου των συντρόφων του, μα και της βαναυσότητας και του παραλογισμού της απρόσωπης απανθρωπιάς. Ο πόλεμος για τον Άλφρεντ αποτελεί όντως-παραδόξως καταφύγιο· θέλει, παρά το τίμημα, να τον ξαναζήσει, για να δουλέψει πάνω σ’ όσα κομμάτια του λείπουν, ή για να γεμίσει τα κενά (72).

Τα πράγματα για τον ήρωα αποδεικνύονται διαφορετικά από εκείνο που περίμενε. Δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι. Δεν πρόκειται ούτε καν για μιαν ανασύσταση της γνώσης, αλλά για μια σκληρή δοκιμασία πρόσωπο με πρόσωπο, όπου δεν υποδύεται κάποιον αλλά είναι πρωταγωνιστής σε έναν ολόφρεσκο θίασο της μνήμης, με κοινό παρονομαστή τη φυγή: «Έμοιαζε εύκολο να σκεφτείς τη φυγή, χωρίς να χρειάζεται να συνεχίσεις, παρά τις αντιξοότητες» (71). Ο Άλφρεντ σκοντάφτει στο πρόσωπό του, που ολοένα του διαφεύγει.

Συμμετέχει στην ταινία για τους ίδιους λόγους που είχε καταταγεί στην εμπόλεμη ζώνη. Από ένα όραμα ηρωισμού, βαθιά χωνεμένο στο υποσυνείδητό του, μιαν ανάγκη να έρθει σε αντιπαράθεση με τη σφύζουσα από θηλυκά στοιχεία φύση του. Ένα κρυφό όραμα ν’ αποτελέσει πρότυπο ανδρικού ήρωα μυθιστορήματος, δίχως ακριβώς να είναι πλασμένος γι’ αυτό, όπως δείχνουν οι παιδικές του μνήμες αλλά και οι δοκιμασίες τόσο του πολέμου όσο και των γυρισμάτων που τον θέλουν μονίμως στη θέση της άμυνας. Το alter ego του Άλφρεντ, καλά συγκαλυμμένο στο μυθιστόρημα, μέχρι που ο αναγνώστης θα πλησιάσει στο τέλος, είναι ο Άιβορ (όνομα που αρχίζει από Α, όπως άλλωστε και του ήρωα αλλά και της συγγραφέως). Ο νοερός συμπρωταγωνιστής είναι ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου στο Λονδίνο, όπου ο Άλφρεντ, μετά τον πόλεμο και πριν την επιστροφή του στο γύρισμα, φαίνεται να εργαζόταν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα βιβλία αποτελούν το πρωταρχικό του εφόδιο, το αφανές του σύμπαν.

Πρόκειται για ένα σύμπαν που εκπροσωπεί το θάρρος και λειτουργεί ως αντίβαρο στη δειλία του Άλφρεντ. Η διαλεκτική ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, το εγώ και το υπερεγώ, τους φυσικούς περιορισμούς μα και τα καταπιεσμένα οράματα εκφράζεται στο μυθιστόρημα με αντιφάσεις εφιαλτικές και μόνιμες. Ο Άλφρεντ είναι ένας άνθρωπος που ρισκάρει τη ζωή του απλώς και μόνο για να εξουδετερώσει κάποιες πτυχές του εαυτού του, επειδή για τον ίδιο είναι αφόρητες όσο ο θάνατος. Εκεί που ο Άλφρεντ αισθάνεται περήφανος για το θάρρος του έρχεται ο Άιβορ, σε δεύτερο πρόσωπο και σε πλάγια στο κείμενο να τον διαψεύσει:

«Ο Άλφρεντ είχε αποφασίσει να υπηρετήσει προτού καν τον καλέσουν» (87). «Δεν προσευχήθηκες γι’ αυτήν, έτσι δεν είναι; Μόνο για την πάρτη σου. Ρώτησες το Θεό αν θα μπορούσε να σε κάνει δυνατό» (92).

«Ο Άλφρεντ είχε αποφασίσει να ξεκάνει τον πατέρα του» (88) «Ποτέ δε θα το ‘κανες αυτό, απ’ τη στιγμή που θα το περίμενε. Χτυπάς τον άντρα όταν κοιμάται, λιώμα απ’ το πιοτό. Στέκεσαι πάνω απ’ τ’ αρχίδια του όταν έχει πέσει ξερός απ’ τ’ αλκοόλ. Τον κλοτσάς όταν έχει πέσει κάτω, όταν είναι σ’ άλλο κόσμο και δε θα θυμάται» (124).

Ο συμπαθής μα αδύναμος Άλφρεντ, ένα από τα πολλά θύματα της ωμής πραγματικότητας, διεκδίκησε το όνειρο της προσωπικής του αξιοσύνης μέσα από αμφίβολες ατραπούς: την κατάταξη στη Βρετανική Αεροπορία και τη δολοφονία του πατέρα του, του οποίου η βιαιότητα, κατά τη γνώμη του, στοίχισε τη ζωή της μητέρας του (στην πραγματικότητα η μητέρα του ήταν ένα από τα πολλά θύματα των βομβαρδισμών) και τον ψυχολογικό ευνουχισμό του.

Σε μιαν άκρως παραληρηματική αφήγηση που εναντιώνεται στον συμβατικό χρόνο, φορτισμένη περισσότερο με ερωτήματα για τη ζωή από ό,τι με απαντήσεις, ο Άλφρεντ πασχίζει να συμφιλιώσει μέσα του, συγχωνεύοντας ποικίλες στιγμές-στιγμιότυπα, τη διπλή διάσταση της συνείδησής του που ενσαρκώνονται στο βιβλίο με δραματικό μονόλογο στο πρώτο και το δεύτερο πρόσωπο διακόπτοντας την κανονική ροή των γεγονότων που αφηγείται η συγγραφέας σε τρίτο πρόσωπο. Οι παρεμβολές της φωνής της συνείδησης του Άλφρεντ στο σώμα της ιστορίας, είτε ως αυτοκριτική είτε ως σχολιασμός ανθρωπίνων πράξεων και συμβάντων δεν προσδίδουν μόνο διαφορετική δυναμική στην πραγματικότητα, αλλά τη μεταπλάθουν φέρνοντας στην επιφάνεια μια διάτρητη και αθεράπευτη αμφιβολία∙ ο πόλεμος κρύβει μέσα του πολλούς πολέμους και η δικαιοσύνη δεν χωράει σε κανένα ισοζύγιο.

Γιατί μέσα στον πόλεμο είναι που καταφέρνει ο Άλφρεντ ν’ ανακαλύψει δύο από τις πιο συνταρακτικές και σπάνιες αξίες της ζωής, τη φιλία και τον έρωτα, που, ακόμη κι αν τον είχαν σημαδέψει, αποδεικνύονται ανίκανες συνολικά να κάνουν θαύματα. (Όταν οι άνθρωποι είναι εύθραυστοι τότε και οι αξίες αποβάλλουν το νόημά τους.) Το ενδεχόμενο μιας χαρμόσυνης ανατροπής που στηρίζεται στα περιθώρια επιλογής είναι ένα ερώτημα που τίθεται, όμως οι ήρωες της Κέννεντυ μοιάζουν εξαρχής πυρπολημένοι. Τι θα γινόταν αν ο Άλφρεντ διεκδικούσε τον απόλυτο λόγο να ζει, τη γυναίκα με το συμβολικό όνομα Τζόις (χαρά); Θα ξημέρωνε άραγε η ημέρα που θα γινόταν άξιος του ονόματός του («Day»);

Οι στιγμές τρυφερότητας αποτελούν φωτεινές αναλαμπές στο μυθιστόρημα, περιγράφονται με τέτοια λεπτομέρεια που συνεπαίρνει τον αναγνώστη θυμίζοντάς του τις απλές και αθώες χαρές, πείθοντας σχεδόν τελετουργικά πως η επιστροφή σε κάποιον παράδεισο μέσω της ανθρώπινης επαφής είναι το ίδιο εφικτή όσο και η κόλαση των ενστίκτων. Το θέμα είναι πως το αληθινό θάρρος και τον αληθινό ηρωισμό τον προαπαιτεί όχι ο πόλεμος μα η ειρήνη.

Η απόλυτη ενσάρκωση της ειρήνης στο Day είναι η Τζόις. Μια πραγματικά αθάνατη ηρωίδα εφόσον μέσα στο παραλήρημα της αφήγησης του Άλφρεντ ανάγεται σ’ ένα είδος θεότητας. Είναι εκείνη που επιλέγει να διαβάζει την Οδύσσεια του Ομήρου (όχι του Τζόις), αφοσιωμένη σαν Πηνελόπη σε έναν σύζυγο που επιστρέφει από τον πόλεμο όχι θριαμβικά όπως ο Οδυσσέας, μα σαν ταπεινωμένος αντιήρωας. Απαρνείται τον έρωτα για την αγάπη και την ανθρωπιά. Και το κάνει συνειδητά.

Ανατόμος της συνείδησης, χειρουργός της μνήμης, ακριβολόγος συναισθημάτων, μάστορας της ερωτικής συνεύρεσης και πάνω από όλα δεινή κολυμβήτρια στον Αχέροντα της ύπαρξης, η Α.Λ. Κέννεντυ ξεπερνά με το Day τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Αν στον Παράδεισο η Χάννα βιώνει έναν εξολοκλήρου προσωπικό πόλεμο με κοινωνικές προεκτάσεις που κεντρίζουν κυρίως υποσυνείδητα τον αναγνώστη, στο Day ο πόλεμος, έστω κι αν διαδραματίζεται στο σαλεμένο μυαλό του Άλφρεντ Ντέι, μοιάζει ν’ αποτελεί την αντανάκλαση μιας συλλογικής συνείδησης, το απείκασμα μιας ολόκληρης εποχής, που δεν είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αποκλειστικά. Τοποθετημένο χρονικά στην επαύριο του πολέμου, ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον (αυτό που ζει ο αναγνώστης ως παρόν) και ταυτοχρόνως φυγόκεντρο ως προς τη συμμόρφωση με το χωροχρόνο στο πλαίσιο μιας συγχωνεμένης στον εγκέφαλο του ήρωα πραγματικότητας, εστιάζει στις αφανείς συνέπειές του, στον τρόπο που οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν -σακατεμένοι από τα απροσπέλαστα τραύματά τους που πολλές φορές αγνοούν ή που περνάνε απαρατήρητα-, στο πώς τελικά στην αναπαράσταση της ιστορίας, καλούμενοι να επαναλάβουν το ρόλο τους, θα φανεί αν είχαν αξιοποιήσει το υλικό των ανομημάτων τους. Ή των διδακτικών ανομημάτων της ανθρωπότητας.

Η ενασχόληση της Κέννεντυ με το ζήτημα της βιαιότητας, του ρατσισμού, της επεκτατικής πολιτικής των κρατών και το ανεξάντλητο κεφάλαιο του συλλογικού φόβου αντιμετωπίζεται ως κάτι βαθύτερο: τον τρόπο που ένας «ήρωας» αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, την προβληματική σχέση με το ίδιο του το είναι. Πολλά γράφτηκαν για τον Χίτλερ, πολλά λέγονται για τους Αμερικανούς προέδρους, λιγότερα ωστόσο για τους εθελοντές στον πόλεμο, τον ετοιμόρροπο, δοτό ή εν πάση περιπτώσει επισφαλή πατριωτισμό τους.

Αν στο Day βλέπουμε μια τάση αποκέντρωσης, το ίδιο ισχύει και για το Σφαγείο Νούμερο 5 του Κερτ Βόνεγκατ (γραμμένο 40 χρόνια πριν ωστόσο), που πραγματεύεται τα γεγονότα της Δρέσδης, με τη διαφορά ότι εκφράζεται από άλλη σκοπιά: μέσω της σάτιρας, της έξαρσης του φαντασιακού στοιχείου από τον ήρωα που ως θύμα παρωδεί τον παραλογισμό ενός κούφιου πατριωτισμού. Τα δύο μυθιστορήματα διαβάζονται αλληλοσυμπληρωματικά, όπως θα ήταν θεμιτό να αντιμετωπίζονται τα λογοτεχνικά κινήματα του υπαρξισμού και του υπερρεαλισμού, που έχουν τη ρίζα τους στον πόλεμο.

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει. Πότε θα πάψει ο πόλεμος του πολέμου χωρίς πόλεμο;

Η Κέννεντυ αποδεικνύει πως το να κερδίζεις την αυτοεκτίμησή σου, μα και την ευτυχία, πηγάζει περισσότερο από μια διαδικασία εμβάθυνσης. Στο συγγραφικό πολεμικό πεδίο λοιπόν, η καταβύθισή της στο σκοτάδι μιας ανδρικής περσόνας είναι εντυπωσιακή· δεν χρειάζεται τα βιβλία να είναι μεταγραφές προσωπικών εμπειριών αλλά να μοιάζουν ως τέτοιες. Ο Άλφρεντ, από αυτή την άποψη, ένας ήρωας που μπερδεύει τον εαυτό του με τους μυθιστορηματικούς ήρωες των αναγνωσμάτων του, θα μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Ίσως έτσι θα μπορούσε να «επιβιώσει».

Ο μεταφραστής Δημήτρης Αθηνάκης μετέγραψε με θάρρος τον τρομερό ίλιγγο του Άλφρεντ Ντέι, φέρνοντας ένα από τα δύσβατα μυθιστορήματα της Α.Λ. Κέννεντυ κοντά στον Έλληνα αναγνώστη.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο νέο τεύχος των (δε)κάτων (17).

Advertisements