Ετικέτες

,

ta20oria20toy20labyrinuoyΓιώργος Λίλλης, Τα όρια του λαβύρινθου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, 75 σελ.

Το προηγούμενό του βιβλίο που κλείνει με το εκκωφαντικό «Και ξέρω. Οι λέξεις / δεν με σώζουν» (Στο σκοτάδι μετέωρος, Μελάνι 2003) δημιουργεί μια εύλογη σύγχυση, μετά την κυκλοφορία, έπειτα από πέντε ολόκληρα χρόνια, της τελευταίας του συλλογής Τα όρια του λαβύρινθου, εκτενούς καταρχάς και χειμαρρώδους έπειτα, η οποία όχι μόνο εκφράζει την αγωνία του ποιητή για τη ζωή, αλλά που, παρά τις εύλογες, όπως μπορώ να φανταστώ, ενστάσεις, φαίνεται να διεκδικεί την επανάκτησή της. 

Η οργή, ο σαρκασμός, η συναισθηματική ένταση, σε στρόβιλο εξωστρέφειας  σαρώνουν στο διάβα τους το ζόφο και το πένθος για το ρημαγμένο σπίτι. Του όχι πια μετέωρου ποιητή μπρος στα χαλάσματα. Του φοβισμένου μπορεί, αλλά του έτοιμου ν’ αναμετρηθεί με τους φόβους του. Αρκετός χρόνος ξοδεύτηκε στο μεταξύ και μας επιστράφηκε σπαταλημένος, με την «εξευγενισμένη μας μάσκα», την «εξευγενισμένη βαρβαρότητά» μας. Το κενό γύρω του τον έχει ρουφήξει και απομένει η βίαιη μονάχα έξοδός του από αυτό («Είμαστε ο σπαταλημένος χρόνος»).

Το στοίχημα, επί του παρόντος, βρίσκεται έξω, στον κόσμο. Η ποίηση, η μόνη ίσως φιλειρηνική αντίσταση, ξεχύνεται στους δρόμους, στον αντίποδα της λήθης ή της ψευδαίσθησης. Είναι σαφώς καταγγελτική, αδιαφορεί σχεδόν για την υπαινικτικότητα που «οφείλει» να την προσδιορίζει: «Η μέρα αρχίζει. Σε ξέρω καλά. Μέχρι να βάλεις / το κοστούμι, θα τα ‘χεις ξεχάσει όλα» («Συντριβή του ορθολογισμού»).

Η σύγχρονη ζωή, εγκλωβισμένη σε καλογυαλισμένες τετράγωνες επιφάνειες κτιρίων-θηρίων, ηδονισμένη από τις εστιάσεις του τρομολάγνου κουτιού των μίντια, τιμά το αίμα του Τσε Γκεβάρα σ’ ένα άψυχο μπλουζάκι και, ναρκωμένη από «αβυσσαλέα στήθη» και το πολύ αλκοόλ, βατεύει μέχρι θανάτου συναισθήματα και συνειδήσεις: «φονταμενταλισμός // σ’ αυτό το μεταμοντέρνο κελί / καταδύεται η ματαιότητα / ο ζωγραφισμένος με ανοιχτά χρώματα θάνατος / για να μην προκαλεί φόβο // εγχειρίδια ευθανασίας / υγιεινές τροφές / και / πρακτικές γιόγκα».      

Εγκλήματα συντελούνται -μυρίζουν μπαρούτι- όμως κανείς δεν τα παίρνει μυρωδιά. Η ποιητική φωνή είναι ωστόσο μάρτυρας πολλών γεγονότων, προτρέπει: «Μη βαδίζεις με τα μάτια δεμένα» («Σκίτσα για μετά την 11η Σεπτεμβρίου»). Έχει ως εφόδιο τη φιλοσοφική αναζήτηση, που είναι καίρια εδώ. Είναι μηδενιστική όπως μαρτυρεί και το μότο από τον Νίτσε στην πρώτη εκ των τριών ενότητα της συλλογής, που τιτλοφορείται «Speculum Magus». Γιατί το καλύτερο φως φαίνεται πως είναι αυτό που ξεχύνεται από το σκοτάδι. Το πρόσωπο που μιλά-γράφει έχει ξεπληρώσει τα χρέη της συνείδησής του, είναι κάποιος που έχει διανύσει τη φωτιά, τις στάχτες και τις αντηχήσεις της μνήμης και συναισθάνεται πως η μεγαλύτερη ήττα για τον άνθρωπο είναι το να ζει «Στην ενδοχώρα, όπου όλα έχουν σταματήσει να επεξηγούνται» («Καθρέφτης της φαινομενικότητας»).

Η δεύτερη ενότητα με τον τίτλο «Fayum» αποτελεί ένα είδος εσωτερικής ανασύστασης, έναν δραματικό μονόλογο, που ωθεί από τα φλογισμένα αισθήματα και συμπεράσματα, στο λίγο του ονείρου, στην προσγειωμένη, μα ρεαλιστική, απόφαση για πράξη. Άρα ο μηδενισμός (του χρόνου) υπήρξε γόνιμος: «Μην πενθείς για όσα χάθηκαν – υπάρχεις ακόμα». 

Η τρίτη και τελευταία ενότητα, που τιτλοφορείται «Esperanto», μας εισάγει σε ένα πιο εξομολογητικό και τρυφερό ποιητικό σύμπαν: «Αποχωρίζεσαι με πόνο το κουκούλι / υπακούοντας στωικά στη μέγκενη των ημερών, / μελετώντας τις διαστάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» («Η γνώση να ξεκλειδώνεις τις λέξεις»). Δεν είναι τυχαίο που εδώ βρίσκεται και το ομότιτλο της συλλογής ποίημα: «Σε συγχωρώ… Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω στη φιλόδοξη αυτή κιβωτό / που δεν έχει οριοθετηθεί / και οι τέσσερις πλευρές της φυλάσσονται από τον Εκκλησιαστή – / όχι, δεν μπορεί τα πάντα να είναι μάταια». Ο λαβύρινθος έχει όρια, μα αυτά δεν είναι οριστικά και αμετάκλητα καθορισμένα. Υπάρχει μια προοπτική, ονομάζεται (ποιητικός;) ρυθμός, γιατί «δεν υπάρχει η θάλασσα, μονάχα η μουσική της» («Διαίσθηση»). Υπάρχει και η ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας («Εξημέρωση») καθώς και ένα ιδιάζον, αποκωδικοποιημένο μα και άρρητο βλέμμα («Η γνώση να κλειδώνεις τις λέξεις»). Ένα άλλο είδος ποίησης.

Το πρώτο και το τελευταίο ποίημα της συλλογής, αν διαβαστούν αλληλοδιαδοχικά, μαρτυρούν ένα θαύμα. Το θαύμα της διαλεκτικής ανθρώπινης φύσης. Αυτό ανασκευάζει, αν δεν αναιρεί κιόλας, το επιχείρημα για τη ματαιότητα των λέξεων. Τόσο για τον αναγνώστη όσο (εύχομαι) και για τον ποιητή. 

 

Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 1).   

Advertisements