Ετικέτες

x-ray-kiss

Πρώτα της έτεινε το χέρι. Ήταν η μέρα ηλιόλουστη κι οι αντιστάσεις της έγιναν καπνός, ιερός καπνός. Πυθία. Ερχόταν —νόμιζε— ο έρωτας. Ή μάλλον ήταν έρωτας. Ή μάλλον ήταν ερωτευμένη. Ή μάλλον ήταν κάποια σαν τη Ζαν του Μοντιλιάνι. Θα θυσίαζε τα πάντα στο βωμό τού Έρωτος, στην ιδέα τού φτερωτού Έρωτος, τίποτ’ άλλο δεν θα ’ταν από ’νας σε κυοφορία αμνός, μονάχα ολίγον αυτόχειρ, ήταν βεβαίως ολίγον αυτόχειρ, γενναιόδωρη ωστόσο αυτόχειρ, τα πάντα θα τα θυσίαζε.

Το μεγαλύτερο ψέμα το ’χεις πει στον εαυτό σου.

Χέρι ταχυδακτυλουργού. Ιερή χειρονομία, ιερή αύρα που ξεπηδά λευκός καπνός απ’ το σκοτάδι, το δυσερμήνευτο ήταν, που μόνο κάποιος ποιητής της ζωής ή κάποιος ποιητής από ζωή μπορεί να αισθανθεί. Θέλω να πω, ο έρωτας είν’ αυτό που είναι, επειδή υπάρχει κάποιος άλλος, κάποιος σπουδαίος άλλος, να τ’ αναγνωρίσει, ο έρωτας δέσμιος, δέσμιος του βλέμματος, και ο έρωτας, όσο ηλίθια φευγάτος κι αν είναι, αυτό τουλάχιστον το γνωρίζει: είναι επιδειξιμανής και φαινομενολάτρης. (Εδώ, ολάκερος κόσμος είν’ ανύπαρκτος, αν δεν τον βλέπεις.) Όσο πιο ποιητικό το βλέμμα (ας πούμε πιο ιδεαλιστικό), τόσο πιο εύκολα αφήνεται στον έρωτα, στην ιδέα του, και τόσο ο έρωτάς του γίνεται ένθεη μανία: εστιάζει πολύ, πολύ σε κάτι, ώστε απ’ τον πολύ καπνό

Πια τίποτα δεν βλέπεις.                       .

Η Πυθία πιωμένη. Με κόρη ματιού που διαστέλλεται, είν’ έτοιμη να εκραγεί η κόρη, στομάχι χρήστη πάει να σκάσει. Έχεις σκάσει. «Έστι δίκης οφθαλμός ός τα Πανθ ’ορά». Σκασμένη, κροτίδα σκασμένη, η δικαιοσύνη: εισβολές, χρέη, ορφάνια, έγκλημα, δημόσια ελλείμματα, σπασμωδικές ανταρσίες μα συνολική απραγία, μικροπρεπείς ίντριγκες, σε μεγέθυνση το στήθος κτλ. κτλ. κτλ. Εμένα, το λοιπόν, η γλώσσα μου κολλάει. Θα ’ναι απ’ το πολύ το μαύρο. Εκείνος ο μαύρος. Κι έρχεται σκέτο σαρδόνιο σαρδάμ.

Καλέ μου Παλαιστίνιε, έχεις ένα χέρι, μου ζητάς και δεύτερο;

Ο έρωτας όμως τίποτα δεν ζητάει. Κρασοπότηρο κρατάει και σ’ το χαρίζει το χέρι ο έρωτας. Πρέπει να πεις το ναι, να πιεις το ναι, αλλιώς τα ’φαγες ή σ’ έφαγαν όλα τούτα τά «και τα λοιπά». Δεν ποθείς άραγε λάγνα ό,τι σε φέρνει σε κατάσταση ανεύθυνης αχρησίας; (Άπλωσε απλώς απρεπώς, απλανή αχρηστοχέρη, χέρι!) And keep walking, you dude keep flying, fly, Ζαν, αλά αραβιστάν κι αυτοπυρπολίσου, μια μαγεμένη είσαι μαγισσούλα, σαβουριασμένη είσαι από ’να σκουπόξυλο. Θα φάει, θα κοιμηθεί, θα ταξιδέψει — η φανταστική πραγματικότης ένα φλογερό Πανόραμα. Απ’ τον καπνό στις φλόγες, αλλιώς

Όπιο.

Επιεικής θρησκεία εναλλακτική εποχή New Age. Οι φυλακισμένοι αντιδρούν επιτέλους, επιτέλους τα παιδιά τούς κάδους καίνε, ο δικομματισμός επιτέλους γίνεται μονοκόμματος, επιτέλους επέρχεται στα φύλα ισότητα (αυτό δεν ήθελες;), επιτέλους, επιτέλους, θέλω να πω, όλοι τώρα θα δουλεύουμε και θα δουλευόμαστε ισόχρονα (και η ηλικία θνησιμότητας σταδιακά θα εξισωθεί). Τώρα πια κανείς δεν θα  καταναλώνει αλόγιστα μέσω Visa. Με όλη τη λογική του θα μπορεί να κατακάψει με Visma.

Δεν θα πάρεις, λες όχι;

Darling, «The New Age is only a Decrepit Old Age». Λοιπόν

Αφέσου, τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει.

Αφέσου σ’ όποιον σου τείνει ένα χέρι.

Το χέρι χάσκει εκκρεμές,                   σε υπνωτίζει.

Αφέσου στ’ αφιόνι.

Πρώτα σου το τείνει το χέρι. Αν δεν αυτοπυρποληθείς, το χέρι σε στραγγαλίζει.

Κατά βάθος, αγάπη μου, σε ήθελα από πάντα, πάντα στραγγαλισμένη.

Κάποιον εφιάλτη πρέπει να ζούμε εσύ κι εγώ. Στεκόμαστε μ’ εξαντλημένα επιχειρήματα και υποτροπιασμένο ύφος.

Έτσι είν’ οι σύγχρονοι ερωτευμένοι

επί του τέλους. Προτού το χέρι σου κοπεί, αυθαδιάζει, στην καλύτερη θ’ αυθαδιάσει, με το δίκιο τής πυγμής του: Όπως τον ηγέτη του ο λαός, έτσι κι εσύ εμένα είχες επιλέξει

λοιπόν, σκασμένε, τι κάνεις, τι κάνεις, έι σκασμένη, τι κάνεις επιτέλους

από Έρωτα;

«η σκλαβιά –σωστά- πίκρες οπόχει

ελάτε όλοι και κάντε

το σταυρό σας

(ένας σταυρός ποτέ

δεν πάει χαμένος)

κυττάξτε

αλλά κυττάχτε γρήγορα:

δύει το φεγγάρι»

Νίκος Εγγονόπουλος

Δημοσιευμένο στο τεύχος «Έρως» (αρ. 18) του περιοδικού (δε)κατα