Ετικέτες

drowning

Όταν ξαπλώνεις στο νερό αφουγκράζεσαι τον ήχο του κοχυλιού σε μεγέθυνση. Το χτύπο της καρδιάς σαν ξέφρενο ταμπούρλο και τις σκέψεις να δονούνται διευρυμένο ναρκοπέδιο. 

Είναι μια αλλόκοτη μάχη. Σαν τις άλλες δεν είναι δηλαδή. Γιατί είσαι πάντα ανάμεσα στο παιδικό σώμα που η μαμά κρατούσε μη και βυθιστεί και σε κάποιου πρωτόγονου πίνακα την ώριμη γυναίκα που αναζητά τους απογόνους της.

Η άνωση σ’ έκανε και επέπλεες. Τίποτα άλλο. Ένας ξερός φυσικός νόμος, κάποιος Θεός ξεψυχισμένος ή ανάποδα: το θαύμα. Όπως ο άνθρωπος που κάνει πως σε κρατά κι εκείνο που μένει είναι η ομορφιά μιας χειρονομίας.  

Στην αρχή αυτό που συνέβαινε ήταν κινητήρας σε στάση, πανικός: «Βυ-θί-ζο-μαι». Αλλά και παρηγοριά: «Η θάλασσα είναι ένα κοχύλι που ανασαίνει και μπορείς να πνιγείς στην ανάσα του».

Έτσι εσύ που με αγαπάς να μιλάς δεν φοβάσαι, γιατί η αγάπη είναι πάντα εκεί και σε λικνίζει στη φανταστική κούνια του νερουλού μυαλού μου.

Είναι σαν να έλεγε από πάντα «Δεν πρόκειται να βυθιστείς γιατί η μαμά σε αγαπάει, η μαμά δεν θα σ’ άφηνε ποτέ να βυθιστείς όταν δεν ξέρεις τον τρόπο να επιπλέεις». Κι εγώ ταραγμένος από τη γραμματική να φωνάζω «Μαμά, μην αλλάζεις το ρυθμό της ανάσας», γιατί «Η μαμά δεν θα σ’ άφηνε ποτέ, να βυθιστείς όταν δεν ξέρεις τον τρόπο να επιπλέεις».

Στην ουσία δεν υπάρχει νερό, παρά μόνο ο εφιάλτης του, καταπώς μια μέρα προχώρησα στο απέραντο της θάλασσας δίχως να γυρίσω, γιατί ήξερα πως τα τρανταχτά γέλια της οικογενείας στέκονταν πελώριο σύννεφο πάνω από την απουσία μου.

Ο πνιγμός είναι κάτι σαν θιγμένη μοναξιά που ψάχνει τις ανάσες της. Μετρώ εν-δυο-τρία, εν-δυο-τρία, αυτή τη φορά μετρώ δυνατά, μέτρα κι εσύ, ξανά και ξανά, και δώσε στον κακό τον καρχαρία άλλη μια ευκαιρία.

Advertisements