Ετικέτες

,

stairsΈκλαψα για τον Νίκολας Χιουζ.

Δεν είχα γνωρίσει ποτέ τον Δρ. Χιουζ, κι όμως είναι σαν να τον ξέρω καλά. Ήταν ο δευτερότοκος γιος της ποιήτριας Σύλβια Πλαθ, που αυτοκτόνησε με γκάζι στο φούρνο, όταν εκείνος ήταν νήπιο. Εγώ είμαι η πρωτότοκος κόρη της ποιήτριας Ανν Σέξτον, που αυτοκτόνησε με γκάζι στο αμάξι της, όταν εγώ ήμουν είκοσι ενός.

Ο Νίκολας Χιουζ κρεμάστηκε πριν δύο βδομάδες στην ηλικία των σαράντα εφτά. Και, παρά την πεποίθησή μου πως δεν θα κατέληγα ποτέ σαν τη μητέρα μου, προσπάθησα να αυτοκτονήσω —τρεις φορές— και θα τα κατάφερνα πολύ καλά εάν σε μια απ’ τις απόπειρές μου ένας αποφασισμένος αστυνομικός δεν είχε βαλθεί με το ζόρι ν’ ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου.

Είχα άραγε εκπλαγεί από την είδηση; Καθόλου. Όπως έγραψε η μητέρα μου σ’ ένα από τα διασημότερά της ποιήματα: «βγήκα, μάγισσα δαιμονισμένη … ένα έρημο πραγματάκι, με δώδεκα δάχτυλα, λησμονημένη / Μια γυναίκα τέτοια, γυναίκα ακριβώς δεν θα την πεις / Ανήκω στο είδος της».  Όλοι εμείς που κληρονομήσαμε αυτό το μελαγχολικό μονοπάτι —από την απόγνωση στην αυτοχειρία— ξέρουμε πολύ καλά πώς είναι να ανήκεις στο είδος της.

Η μητέρα του Νίκολας Χιουζ και η δική μου ενέδωσαν στην εξάντληση μιας ανένδοτης μελαγχολίας. Ήταν αυτοκαταστροφικές. Και μεγαλώσαμε έτσι στα συντρίμμια της καταστροφής τους. Ο θάνατός τους στέρησε από εκείνον και την αδερφή του Φρίντα, από εμένα και την αδερφή μου Τζόυς, την παρηγοριά της μητρικής αγάπης. Και, το χειρότερο, και οι τέσσερίς μας φαντάζομαι, ήμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε με την επίγνωση ότι οι μητέρες μας επέλεξαν να μας εγκαταλείψουν. Το να παραδέχεσαι όσο και ν’ αποδέχεσαι κάτι τέτοιο είναι σπαραξικάρδιο, μα είναι αναπόσπαστο και αναγκαίο στάδιο για την επούλωση των τραυμάτων. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω όμως έζησα, κι αυτό πιστοποιεί ό,τι ο Δρ. Χιουζ, όπως η μητέρα μου, μπορεί να ένιωσε — άλλος δρόμος δεν υπήρχε.

Έρευνες δείχνουν ότι κάποια είδη κατάθλιψης είναι κληρονομικά, και οι αυτοκτονίες οι ίδιες τείνουν να διατρέχουν ολόκληρες γενιές. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει γενετική συνιστώσα υπάρχει σίγουρα συναισθηματική. Όταν έκλεισα τα σαράντα πέντε, ηλικία που αυτοκτόνησε η μητέρα μου, η αυτοκτονία με έλκυε ως κάποια διέξοδος στον πόνο. Αυτή ήταν η κληρονομιά μου. Δεν ήμουν η μόνη, υπέθετα: εκατοντάδες χιλιάδες αφαιρούν τη ζωή τους κάθε χρόνο. Και εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες φθείρονται από έναν τέτοιο χαμό.

Φυσικά δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η αδερφή μου δεν θέλει να μιλά για τη μητέρα μας δημοσίως και δεν νιώθει πως ανήκει στο «είδος της». Μπορεί και η Φρίντα Χιουζ να είναι σαν την Τζόυς, μπορεί ο αδερφός της κάποτε να ήταν σαν κι αυτήν. Ή μπορεί να ήταν και οι δύο σαν κι εμένα, προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ό,τι συνέβηκε συζητώντας το. Η μητέρα μου έλεγε πάντα «να μιλάς ανοιχτά» και πιστεύω πως θεωρούσε, όπως κι εγώ, ότι είναι σημαντικό να μοιράζεσαι την εμπειρία της κατάθλιψης με ανθρώπους που υποφέρουν από το ίδιο πράγμα.

Πρέπει να κουβεντιάζουμε γι’ αυτά τα θέματα, για να βοηθούμε οικογένειες με καταθλιπτικά παιδιά, γονείς κι αδέρφια, και να παρεμβαίνουμε ώστε να σπάσουμε την αλυσίδα της αυτοχειρίας. Ακόμα ανησυχώ για τον εαυτό μου, μα πιο πολύ ανησυχώ για τα παιδιά μου. Παρότι ο μεγάλος μου γιος φέρει στους ώμους του τούτη την επίφοβη κληρονομιά και υποφέρει από κατάθλιψη, με ωθεί στο να γράφω συνέχεια για το θέμα, όπως έκανε η γιαγιά του.

Δυστυχώς δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσω τον Νίκολας Χιουζ. Ξέρω πως ήταν καθηγητής Ωκεανολογίας που ζούσε στα δάση της Αλάσκα. Ξέρω πως η αυτοχειρία δεν του άξιζε. Σε έναν επιμνημόσυνο λόγο, κάποιος φίλος έγραψε πως ήταν το είδος του άντρα που «θα έψαχνε για αγριόπευκο σε ένα δάσος με πικέες». Εύχομαι να τον έχει βρει.                           

 

 Μετάφραση: Ε.Π. / Δημοσιεύτηκε στα (δε)κατα, τεύχος 17 

Advertisements