Ετικέτες

camilleCamille Laurens,  Ο άντρας που δεν αγαπούσε τις γυναίκες (μετάφραση Λουίζα Μητσάκου, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 2009)

«… η τέχνη δημιουργεί ωραία τέρατα […] Γιατί δεν θέλετε να υπάρχει ένας δολοφόνος κάτω από τον Ποιητή;» (σ. 150)

«Τα έργα τέχνης είναι εγκλήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία· σκοτώνουμε ό,τι αγαπάμε για να μην πεθάνουμε εμείς […] Το έργο τέχνης είναι το μνήμα του έρωτα» (σ. 154)

«Θα πρέπει να υπάρχει ένα βιβλίο που να σου σώζει τη ζωή» (σ. 205)

«Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον ποιητή και τον ψυχαναλυτή είναι πως για τον πρώτο ο θάνατος είναι φυσιολογικός και υπόκειται στην αέναη κίνηση του χρόνου, ενώ για τον δεύτερο επιβάλλεται και επιταχύνεται από τον άλλον. Σύμφωνα με τον πρώτο, πεθαίνουμε. Σύμφωνα με τον δεύτερο, μας σκοτώνουν – ο θάνατος είναι ο άλλος» (σ. 228)

«Εγώ βαρέθηκα να δουλεύω. Αυτό που θέλω είναι να ζήσω. Να νιώσω τη ζωή να κυκλοφορεί μες στο σώμα μου, αντί να μηχανεύομαι τρόπους για να τη χώσω μέσα σε φράσεις, χωρίς να τα καταφέρνω πραγματικά» (σ. 249)

«Τα έργα τέχνης είναι αίθουσες αναμονής όπου κανένας δεν έρχεται ποτέ να μας γυρέψει (σ. 249)

«Η λογοτεχνία είναι η τέχνη του ασύλληπτου, του άγνωστου, εκείνου που δε θα μάθουμε ποτέ. Γράφουμε πως δεν ξέρουμε, γράφουμε πως δε ζούμε, πως περιμένουμε να ζήσουμε. Γράφουμε πως τίποτε δεν τσουλάει (σ. 250)

«Οι λέξεις βγαίνουν από ένα σώμα και πάνε μέσα σ’ ένα άλλο, γράφουμε μέσα σ’ αυτή την κίνηση, η γραφή είναι αυτή η κίνηση που γυρεύει ν’ αγγίξει τα σώματα, τα ζωντανεύει, τα διεγείρει, τα κινεί, αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει, που της είναι αδύνατον –και πόσες φορές θα πρέπει να το ξαναδοκιμάσω;–, δεν μπορεί να τα αναστήσει» (σ. 263)

Advertisements