Ετικέτες

,


Προσέξετε μην πάρετε κόκαλα ξένα

«…εκεί που κάτι σκεπτόμουν και κάπου μ’ έσερνε η φαντασία μου… κάτι παρουσιάστηκε· και μ’ αυτό έπεσα»

Το ερώτημα που επανέρχεται με την πρόσφατη ανθολόγηση «μαύρων διηγημάτων» είναι: Γιατί «πρέπει» να ξαναδιαβάσουμε τον Βουτυρά (1872-1958) σήμερα;

Κάποιες εύλογες απαντήσεις:  α) Ο Δημοσθένης Βουτυράς υπήρξε ο πιο δημοφιλής συγγραφέας του Μεσοπολέμου, ο πρώτος διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας συγγραφέας και ένας από τους εκπροσώπους του μοντερνισμού. β) Ήταν πολυγραφότατος (πάνω από 500 διηγήματα). γ) Αποτέλεσε αφορμή για λογοτεχνικές έριδες, δίχασε την ελληνική ιντελιγκέντσια, από το 1924, με «το πρόβλημα του Βουτυρά» που έθεσε ο «μηνυτής» του Κώστας Παρορίτης, ενώ στη συνέχεια, το ’50, η περίπτωσή του οδήγησε την όλο αντιφάσεις κριτική σε αμηχανία. δ) Οι Παλαμάς και Ξενόπουλος διείδαν το ταλέντο του στο πρώτο κιόλας δημοσιευμένο του διήγημα («Λαγκάς», 1903).

Στο γραμματολογικό-φιλολογικό ενδιαφέρον μπορεί να προστεθεί το ιδεολογικο-ρομαντικό, ανθρωπιστικο-κοινωνικό: ε) Θεωρείται εκπρόσωπος της φτωχολογιάς και του κοινωνικού περιθωρίου και αντιτάχθηκε με την ελευθερία του πνεύματός του στην κενότητα της εθνικοφροσύνης. στ) Αφότου χρεοκόπησε η εταιρεία τού κατόπιν αυτόχειρα πατέρα του, έζησε από τη γραφή, ήταν ένας γνήσιος εραστής της τέχνης (μάλιστα δίχως λογοτεχνική παιδεία).

Τα παραπάνω δεν αποτελούν επαρκή κίνητρα ανάγνωσης του έργου του, επαληθεύουν όμως την αξία του. Πέρα από τα εξωλογοτεχνικά ιστορικά στοιχεία ή τη γενική τοποθέτηση του συγγραφέα (κοινωνικοπολιτικές τάσεις και διαθέσεις έτσι όπως επηρεάζουν και το περιεχόμενο του έργου του), η ανάγνωση αποζητά ένα καταφύγιο από αμιγώς λογοτεχνική δίψα, την οποία προσφέρει η «αυτονομία» της τέχνης, που ο μοντερνισμός στην Ελλάδα προσπάθησε να εισαγάγει, και που τη δοκιμάζει φυσικά ο χρόνος.

Φέροντας όλα τα μειονεκτήματα και προτερήματα της ηλικίας μου, μικρότερης από τα χρόνια που μεσολάβησαν από τον θάνατο του Βουτυρά, εστιάζω στο ύφος, στη συναίσθηση, στην καταγραφή της ανάσας που ζωντανεύει σαν στέρηση από τις λέξεις του. Στο εν λόγω έργο, όπου η καλλιτεχνική αναζήτηση είναι καταρχήν εξωκοσμική και ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν κάποιος ανώνυμος ριγμένος σ’ έναν κόσμο γεμάτο αινίγματα, αυτό υπογραμμίζεται.

Οι ήρωες που παρελαύνουν στα σκοτεινά λεκτικά τοπία του –φίλοι, σύντροφοι, συγγενείς–, έχοντας το ένα πόδι στο κρύο χώμα της γης και το άλλο στο ανεξιχνίαστο υπερβατικό, βρίσκονται αίφνης αντιμέτωποι με τον εσώτατό τους δίδυμο, γίνονται μάρτυρες μιας εσωτερικής, ωστόσο απτής, φαντασμαγορικής αποκάλυψης, την οποία ο ταραγμένος τους νους δεν είναι σε θέση σχεδόν ποτέ να ξεδιαλύνει. Γι’ αυτό η κατανόηση της πραγματικότητας εδώ έχει λιγότερη σημασία από τις ανθρώπινες αντιδράσεις.

Ο αφηγητής του Βουτυρά γράφει με την αθωότητα αυτού που αγνοεί την ίδια του την εξιστόρηση ή που συμμετέχει τόσο πολύ σ’ εκείνη, ώστε την ξαναζεί. Πλεονεκτεί έναντι των ηρώων του: αποκρυπτογραφεί τα σύμβολα της ανάστατης φύσης, η οποία συμμετέχει μ’ ένα είδος «αντιμετάθεσης» στις ανθρώπινες εμπειρίες. Ο συχνά άγνωστος αφηγητής είναι ένα medium που ανακοινώνει, με τρεμάμενο μελάνι, τα κακά μαντάτα: την επικείμενη, φυσική σχάση του σώματος, τη ρωγμή του χρόνου, την αντίφαση των πραγμάτων. Στα (εσκεμμένα;) δεκατρία διηγήματα, δεν πρόκειται ποτέ να μάθουμε αν είμαστε μάρτυρες σε μια σκαιά λαϊκή δοξασία με κεριά, αν βιώνουμε με συμπόνια το πλάνεμα της ανθρώπινης συνείδησης κάποιου τρελού, αν πληροφορούμαστε για τον εφιάλτη που αργά ή γρήγορα θα ξημερώσει στον δικό μας ξύπνιο ή αν υπάρχει μια άλλη όψη της πραγματικότητας, στην οποία εθελοτυφλούμε. Ο ιδιότυπος καταληκτικός συμβολισμός των περισσότερων διηγημάτων μάς «απαγορεύει» κατά κάποιον τρόπο έστω και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε εγκεφαλικά τα τεκταινόμενα.

Εκείνο που διαφεντεύει είναι το ψυχογράφημα ενός πανικού περίκλειστου σε νεκροταφεία, νεκυιομαντείες, μυστικιστικές δολοφονίες ανθρώπων και ζώων και εφιαλτικές παραισθήσεις. Η ταραχή από τέτοιες γοτθικές ιστορίες αμβλύνεται στο πλαίσιο μιας σύγχρονης εποχής με κορεσμένη φαντασία αλλά και εξαιτίας της υπερβολής του Βουτυρά που μοιάζει ορισμένως να παρωδεί τα εξωκοσμικά οράματα. Ο σύγχρονος αναγνώστης προσλαμβάνει μαζί με τον τρόμο και το μαύρο χιούμορ, που είναι άλλωστε οικείο από την τριβή του με τον σύγχρονο κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Τροφή στο θάνατο», όπου ο βέβηλος θείος με «τιναγμένο» τον νου αντιμετωπίζεται με έγνοια και αγάπη από την οικογένειά του. Το μαύρο χιούμορ απογειώνεται στις «Αποσκευές των νεκρών», το καλύτερο της ανθολογίας, ένα αληθινό διήγημα φρίκης. Αν αλλάζαμε αμυδρά το φόντο, θα μπορούσαμε να δούμε μπρος στα μάτια μας πτώματα στρατιωτών στο Βιετνάμ.

Η σωματοποίηση της μεταφυσικής ανησυχίας ή και της τρέλας, μιας πανανθρώπινης κατάστασης ανάμεσα σ’ ονείρο και πραγματικότητα, προερχόμενη ίσως κι από τις «κρίσεις υπερευαισθησίας» του ίδιου του Βουτυρά, όπως αποκάλεσε ο Λεβάντας τις κρίσεις επιληψίας του, αποτελεί μάλλον το σημείο όπου συγγραφέας, ήρωες και αναγνώστες συναντώνται, όπου ο άνθρωπος πολλαπλασιάζεται αντιμέτωπος με το ανεξιχνίαστο, ανίερο φάντασμά του.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην Αυγή (15-12-09)

Advertisements