Ετικέτες

,

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Αλλά ο φόβος, ο φόβος για το σώμα και γενικότερα ο φόβος»

Το πένθος, ένα σπίτι ανάστατο που γίνεται. Κτηνώδες χέρι γίνεται. Κάποτε ανήκε σε άνθρωπο· λαχταρούσε μ’ απληστία τη θάλασσα και μέσα της όλο όρμαγε. Στ’ αυτί του το αλάτι. Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί. Ένα ποίημα. Είναι μες στο φόβο το ποίημα, φόβος ενός σώματος που χάθηκε σε μαύρη τρύπα απέραντη. Κοιτάει το νερό, δοκιμάζει με το πέλμα το νερό, όμως στην ξηρασία καλύτερα βολεύεται, που βολική δεν είναι. Το χέρι, ένα σκυλί που διψάει για ζωή, για καλοκαίρι.    

Πώς να γράψεις για ένα σώμα παραδομένο στα καλώδια; Για το καρδιογράφημα που μια μέρα σήμανε τελεσίδικα πάτο; Μελωδίες σαν το «Summer ’78» του Yann Tiersen, το «In the Mood for Love» του Michael Galasso ή το «Frédéric Chopin Prelude in A Minor» του Andrés Segovia θα ήταν αντιπροσωπευτικές. Η μουσική έχει την ιδιότητα να μιλάει σ’ όλους. Μα και η ποίηση, όταν κάνει τους φθόγγους των λέξεων μουσική και ξόρκι. Όταν θυμάται πόσο απάνθρωπη φαντάζει κάποτε η λογική.

Στο δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Αργύρη Παλούκα, το παράλογο θεριεύει μέσα στο παράλογο: «Κάποτε η βροχή έμπαινε μέσα κι η μητέρα έκανε πως μαντάρει κάλτσες. Στην πραγματικότητα μάνταρε συναισθήματα, κάτι κομμένα καλώδια γεμάτα επικίνδυνα λόγια» (σ. 22). Διαβάζουμε για τη διαιώνιση του θανάτου, ως αναπόσπαστου μέρους της ζωής. Κάτι ανάλογο είχαμε διαβάσει και στους «Επισκέπτες» στη συλλογή του Το ξέφτι (εκδόσεις Μανδραγόρας), μα εδώ, δυο χρόνια μετά, οι στίχοι μεταλλάσσονται σ’ ένα ενιαίο πεζο-ποίημα-θεριό που ξεχύνεται κλαίγοντας. Το υγρό στοιχείο είναι πάντα θάλασσα, είναι και βροχή. Βαραίνει τα φτιασίδια του σώματος η βροχή, βαραίνει τα ρούχα.

Το δάκρυ στον αναγνώστη, ασυγκράτητη συγκίνηση, σχεδόν αυτόματη ανθρώπινη αντίδραση: «Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί κι η χαρά μια τελειωμένη υπόθεση, όπως κι η Μαρία ήταν μια τελειωμένη υπόθεση, από την αρχή». Και είναι αυτό που σταματημό δεν έχει, και που δεν πρέπει στην τελική να έχει, αν θέλουμε να θυμόμαστε από πού ξεφυτρώσαμε και πού θα καταλήξουμε. Ο άνθρωπος είναι μια τελειωμένη υπόθεση που τελειωμό δεν έχει: είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι είναι από ανθρώπους και ανθρώπους φέρνουν, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι φεύγουν. Στις λέξεις διαφεντεύει το ύφος-καρδιά.  

Οι αισθητικές κατηγορίες εδώ σχήματα περιττά· αφού άφησε το «ξέφτι» τού ρούχου του να γίνει κόμπος, κόσμος-τρωκτικό να γίνει που κάθε φορά σπάει και τα δικά μας κόκαλα. Όταν χάνεται η χαρά γίνονται απ’ την Αρχή οι στίχοι, πραγματική παρηγοριά μέσα στην τσακισμένη αλήθεια τους. Να χάνεται ολόκληρη η χαρά αν είναι να επιστρέφεται θείο δώρο ολόκληρη, έστω κι αλλιώτικα. Η ποίηση ξέρει να απομονώνει την ασφυκτική νομοτέλεια της ζωής. Θρηνεί πρώτα, δοξάζει έπειτα. Ή και τα δύο αδιαίρετα μαζί. Στο ποίημα του Αργύρη Παλούκα ο θάνατος, μα και ο φόβος του θανάτου, έρχεται επίσημα, με το κουστούμι του. Αν του το αφαιρέσεις, είναι πάλι όλος φορεμένος φως.     

Πού πάει λοιπόν ο άνθρωπος όταν χάνεται; Απ’ τις πυκνές σελίδες του ποιητή, απομονώνω έναν καταιγισμό από «γιατί», θαρραλέες απαντήσεις στο μυστήριο της ζωής, εφόσον ο Παλούκας εξακολουθεί να βλέπει τον άνθρωπο γύρω του, μέσα από ’ναν εκστασιασμένο εξορκισμό του θανάτου: «Γιατί το χέρι της Μαρίας είναι του ανθρώπου η ανάσα και του ανθρώπου η ανάσα τίποτα δε ζητάει και κανέναν δεν πειράζει. Γιατί του ανθρώπου η ανάσα είναι του ανθρώπου η πατημασιά στην άμμο και του ανθρώπου τα έργα στην άμμο και είναι μια φωτογραφία που αύριο θα την κοιτάζουν, μια φωτογραφία μέσα σ’ ένα συρτάρι και κανέναν δεν ενοχλεί. Γιατί του ανθρώπου η ανάσα είν’ ο ιδρώτας πάνω στο χέρι κάτω απ’ τον ήλιο, ο ιδρώτας που βγαίνει από τους πόρους, ξεθυμαίνει και πάλι απ’ την αρχή» (σ. 26). Σε σχέση με ό,τι διδασκόμαστε παιδιόθεν, η αντίθεση με την ομηρική νέκυια εδώ είναι ευδιάκριτη ενώ παράλληλα αναφαίνεται μια ενδιαφέρουσα συνομιλία, ωστόσο εν είδει ανασκευής, με το «χαροποιόν πένθος» της ορθόδοξης παράδοσης∙ εδώ οι νεκροί δεν είναι ενοχλητικοί επισκέπτες που οφείλουμε με τύψεις να θυμόμαστε, οι νεκροί δεν ζητάνε από τους ζωντανούς «δικαίωση». Κατ’ επέκταση, η ποίηση δεν γράφεται με σκοπό την εξιλέωση. Τουναντίον, ως πένθιμο εμβατήριο εμμονικής λεξιμαγείας, ενσωματώνει τον άνθρωπο στη φύση –τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να τη ζήσει, τις χαρές να τις εξαντλήσει μία μία– απεκδύοντάς τον από τα ιμάτια της λογικής, είτε πρόκειται για καθαρή ποίηση είτε για κάποια θρησκευτικής φύσεως ενοχική κάθαρση.

Ο θάνατος είν’ το αλάτι πίσω από τ’ αυτί. Δεν ξεβγάζεται, με αυτόν ζούμε. Η ποίηση του Παλούκα επιδιώκει να χαρίσει στον άνθρωπο πίσω το θνητό του σώμα. Τη δυνατότητα να αναπνέει απ’ το αλατισμένο δέρμα του. Του επιστρέφει τα συναισθήματα και τις αισθήσεις, και επαναθεωρεί γόνιμα τη ζωή. Το χέρι του ποιητή είν’ αφή που ξανανοίγει την πόρτα στο βλέμμα. Κοιτά το φόβο της ψυχής, όταν εκείνη αναχωρεί σαν πεταλούδα. Το σφίξιμο στην καρδιά είναι φυσιολογικό, αυτός ο φόβος είναι ο μόνος φυσιολογικός, η μόνη απόδειξη αίματος. Ο φόβος του θανάτου είν’ το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, είναι αυτό το εκτόπλασμα που βυθίζεται στο δέρμα –όπως το ξέφτι κρέμεται φυσικά από το ρούχο–, έπειτα από χορτασμένο κολύμπι. Ανάποδα καλύτερα, ως διδαχή: το κολύμπι στα βαθιά νερά είναι η προϋπόθεση ενός βιώσιμου φόβου, ό,τι κάνει το θάνατο τον ίδιο αποδεκτό, το κάθε λεπτό που αναπόφευκτα αποχαιρετούμε πλήρες.        

Το χέρι της Μαρίας που δεν σώθηκε ήταν κάποτε μικρό, τώρα ωστόσο μεγαλώνει (με το χέρι του ποιητή) και σκάει λαμπερό σαν πυροτέχνημα (με τα μάτια της ποίησης). Στο μεταξύ, εμείς οι φτωχοί άνθρωποι, με τις μικρές μας φυσιολογικές ανησυχίες, με χειρονομίες καλαίσθητου θιάσου, φτιάχνουμε τους γιακάδες μας, καθαρίζουμε το σπίτι, ανάβουμε το ραδιόφωνο, ανηφορίζουμε προς την αναστάσιμη εκκλησία σαν καλοφροντισμένοι απ’ τη μαμά έφηβοι. Ορθώνουμε στην άμμο τον δικό μας νοσταλγικό ή ονειρικό πύργο.  

Αυτός ο πύργος, σταθερός στα θεμέλιά του, όχι, δεν πρόκειται να γκρεμιστεί.    

 

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix (τεύχος 2)

Advertisements