Ετικέτες

,

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν η τέχνη γίνεται ιστορία

«Η αγάπη τα πάντα νικά». Αυτό έγραφε ο φάκελος που εσώκλειε το Κίτρινο, το Μαύρο και το Κόκκινο τετράδιο. Πάνω από τη ρομαντική δήλωση, έγραφε, με χοντρά μεγάλα γράμματα: «Βιβλίο των ερωτήσεων». Ο φάκελος ανήκε στην Μπλανς Βιτμάν, τη «βασίλισσα των υστερικών», που η Ιστορία στρίμωξε σε μια παράγραφο της ιστορίας τής ιατρικής. Καθισμένη πια σ’ ένα ξύλινο κασόνι με ρόδες, προσπαθεί να καταγράψει ό,τι νομίζει πως συνέβηκε, με το μοναδικό της χέρι, ό,τι απέμεινε απ’ τον τριπλό της ακρωτηριασμό που προκάλεσε η επαφή της με τη γαλάζια λάμψη του ραδίου στο εργαστήρι της Μαρί Κιουρί, όπου δούλευε. «Μαρί, Μαρί», η βασίλισσα της επιστήμης. Η δεύτερη, σε αντίθεση με τη Μπλανς, τιμήθηκε από την Ιστορία με δύο βραβεία Νόμπελ.

Τις ιστορίες της Μπλανς και της Μαρί συνυφαίνει με το μυθιστόρημά του ο Per Olov Enquist, ο οποίος ξεδιαλέγει, αλλοιώνει και αναπτύσσει ως παρατηρητής-ερευνητής-αφηγητής, και εντέλει ως ήρωας του βιβλίου που επηρεάζει τα γεγονότα, τις σημειώσεις της Μπλανς, κατασκευάζοντας ένα κομψοτέχνημα που φλερτάρει συνειδητά με την ουτοπική αναζήτηση: στηρίζοντας το υλικό του στις αντιθετικές μορφές δυο διαφορετικών γυναικών που ανήκαν σε μια επίσης αντιφατική, από πολλές απόψεις, ιστορική περίοδο, το μεταίχμιο του 19ου με τον 20ό αιώνα, αιωρείται επικίνδυνα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική έρευνα, στο θεατρικό έργο και το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και εμβαθύνει σε ό,τι μπορεί να συνδέει την αγάπη, το ράδιο, την υστερία και το θάνατο, με φόντο το κλίμα δαιμονοληψίας και επιστημοσύνης της εποχής. Το κράμα των ειδών γραφής —δαιμόνιο και φαινομενικά ανέντιμο— είναι που καθιστά το βιβλίο ιδιαίτερο κατά το αισθητικό του άνοιγμα στον κόσμο· προκαλεί στον αναγνώστη ένα σφίξιμο στο στομάχι. Θα φταίει η ποιητική αλήθεια ή, αλλιώς, η εικαστική ενόραση που αναδύεται από τη φρίκη, συμπυκνωμένη σε 235 μόνο σελίδες.      

Παρότι το βιβλίο θίγει κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπως τον πιετισμό, το γιανσενισμό, το φεμινισμό και τις σουφραζέτες της Αγγλίας, τις μαζικές υστερίες και τα θανατηφόρα πειράματα για την υστερία, τον εβραϊσμό και τον ευρωπαϊσμό, ο συγγραφέας δεν στέκεται σ’ αυτά καθαυτά. Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν για να σκιαγραφήσουν μια εποχή αμφισβήτησης. Για ν’ αποτυπώσουν την αλήθεια τής αντίφασης, το σκεπτικισμό μετά την έρευνα. Το ταξίδι είναι γοητευτικό: μια εναισθητική εικασία της Ιστορίας πίσω από τις ιστορίες. Το σημείο όπου ο αφηγητής-ήρωας κατασκευάζει το ντελίριο της Μπλανς (το όραμα με το αγόρι) την ώρα της καταστολής μιας υστερικής της κρίσης μπρος στο κοινό και η σκηνή όπου φαντάζεται τον καταιγιστικό αντίκτυπο που είχε στη ζωή τής Μαρί το ερωτικό σκάνδαλό της με τον καθηγητή Λανζεβέν, ούσης βραβευμένης και συγχρόνως διωκόμενης, αποτελούν δύο από τα πιο συγκλονιστικά κομμάτια της αφήγησης.

Τι μένει από τις προσωπικές ιστορίες των δύο γυναικών; Σαν ριχτεί επάνω στο σώμα τους το φως είναι φανερό πως αποτέλεσαν κι οι δύο τόσο αντικείμενο βάναυσης έκθεσης στο μικροσκόπιο της επιστήμης όσο και λάγνας λαφυραγωγίας. Ενώ η Κιουρί μελετά με παγωμένη σύνεση τις ιδιότητες του πισσουρανίτη, η Βιτμάν παραδίδεται πυρωμένη από έρωτα στα φιλόδοξα χέρια του καθηγητή Σαρκό. Όταν ο Σαρκό πεθαίνει, η Βιτμάν καταλήγει στο εργαστήρι της Μαρί ασχολούμενη με την επιστήμη, που εντέλει την ακρωτηριάζει. Στο μεταξύ, η Κιουρί παραδίδει τα παραμορφωμένα από τον πισσουρανίτη χέρια της στο άλογο πάθος, ζει τα επώδυνα και μοναχικά κρυοπαγήματα της αγάπης. Με όλες αυτές τις αντιστροφές, τα όρια ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, στην επιστήμη και τη θρησκοληψία, στην ορθοφροσύνη και την εγκληματικότητα μοιάζουν δυσδιάκριτα στο αποτέλεσμά τους. Κοινός παρονομαστής είναι βέβαια η αγάπη.

Αυτό τον αναπόδραστο κλοιό ιχνηλατεί ο συγγραφέας, ακολουθώντας με συνέπεια την υπόθεση εργασίας της Μπλανς για τη «θεραπευτική εικόνα της φύσης της αγάπης». Η αγάπη η ψυχρή σαν το χιόνι, η αγάπη η ζεστή σαν τη φλόγα. Η αγάπη, η καταστροφική στην όποια απολυτότητά της, τα πάντα νικά. Η εξωτερική εικόνα της εκθαμβωτικής Μπλανς από τη μια, η εσωτερική εικόνα της Μαρί από την άλλη. Αν αλλάξουν θέσεις, η ιστορία αλλάζει πρόσωπα και εγκαταβιώνει στα διάστιχα της καταγραφής της.

Η Μπλανς του Enquist, σαν καβαφική «Καισαρίων», δεν έχει φωνή, είναι το σώμα της φωνής. Όσο αυτό το σώμα αναρωτιέται για την κατάστασή του, γίνεται κάτι παραπάνω απ’ την τρομακτική του κατάντια. Αντιστοίχως, τα ερωτήματα του «μυθιστορήματος» (όπως ο συγγραφέας επιμένει, διόλου τυχαία, στο τέλος του βιβλίου να το χαρακτηρίζει), με ιδιαίτερη μέριμνα για τη γυναικεία κατάσταση, γεμίζουν, σαν εξπρεσιονιστικό «αγγελικό και μαύρο φως», τις σελίδες, και μετατρέπουν αυτή την περίπλοκη «ιστορική» αφήγηση σε ένα ανοιχτό σ’ όλες τις πιθανές απαντήσεις «Βιβλίο των ερωτήσεων». Τότε είναι μάλλον που η τέχνη γίνεται ιστορία.    

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Index (τεύχος 36). 

Advertisements