Ετικέτες

,

Παρέλαση σε ένα χαρέμι

«Μήπως θυμάστε τον πατέρα του; Έντουαρντ Σαμ τον έλεγαν και φορούσε γυαλιά»

Ντανίλο Κις, Πρώιμα βάσανα, σ. 16

Βοϊβοντίνα, 1942, σύνορα Γιουγκοσλαβίας-Ουγγαρίας, όπου σφαγιάστηκαν Εβραίοι και Σέρβοι. Πρωτεύουσα, το Νόβι Σαντ, γενέτειρα του Ντανίλο Κις (1935-1989). Τα γεγονότα κι ο τόπος αποτελούν μονάχα το ιστορικό φόντο της Κλεψύδρας, το τελευταίο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του, με κεντρικό πρόσωπο τον Έντουαρντ Σαμ, τον πατέρα του συγγραφέα, ένα από τα θύματα στο Άουσβιτς το 1944.

Μήπως ο Κις επιλέγει τον πατέρα του ως πρωταγωνιστή επειδή εκείνος, που υπήρξε ο οριστικά κι αμετάκλητα μεγάλος απών, είχε «αποδείξει», όντας παντρεμένος με ορθόδοξη χριστιανή, τη μη-εβραϊκότητα των παιδιών του; Μάλλον ανεπαρκής εξήγηση.

Ο πατέρας του κατείχε ήδη σημαντική θέση στα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας. Η προσωπική εξιστόρηση στα Πρώιμα βάσανα (έκδ. 1970) από τη θέση του αθώου παιδιού που υφίσταται με άγνοια την ορφάνια του αναπτύχθηκε στον Κήπο, στάχτες (έκδ. 1965) με την αξιοζήλευτη εξομολογητικότητα ενός εφήβου, που παλεύει ενοχικά με το μύθο του ήρωα-πατέρα του. Παρέδωσε τελικά τη σκυτάλη στον ενήλικα αφηγητή της Κλεψύδρας (1972) ο οποίος φαίνεται να συναρτά την πατρότητα με τη λογοτεχνία, τονίζοντας τις οφειλές του συγγραφέα-γιου προς τον συγγραφέα-πατέρα, μ’ ένα βιβλίο-πρόκληση στην τεχνική εξισορρόπηση ηθικής και αισθητικής.

Ο Έντουαρτν Σαμ είναι κάποιος που γράφει ένα μυθιστόρημα με τους πιθανούς τίτλους: Παρέλαση σε ένα χαρέμι ή Η γιορτή του Πάσχα σε ένα εβραϊκό σπίτι ή Κλεψύδρα. Ο τελευταίος, τίτλος του μυθιστορήματος, είναι ο σηματοδότης σημείων ταύτισης πατέρα και γιου μέσω χειρογράφων, που καταργούν τον μοιραία λιγοστό χρόνο για την καταγραφή μιας αυτοβιογραφικής σχέσης. Τα χειρόγραφα του Σαμ, σπαράγματα μιας ανεξιχνίαστης ζωής για τον Κις, υπήρξαν αποκαλυπτικά μιας «άλλης» σχέσης, ενός ανεκπλήρωτου ονείρου, που συμπληρώνει με τις προσωπικές του ψηφίδες ο συγγραφέας έχοντας υπόψη πως η μνήμη εκδιπλώνεται τόσο ως μαρτυρία όσο και ως αποκάλυψη.

Ιδιαίτερη λοιπόν βαρύτητα στο βιβλίο έχουν οι «πρόχειρες» σημειώσεις που κρατά ο Σαμ στο περιθώριο της ψυχής του («Σημειώσεις ενός τρελού»): θρησκευτικά οράματα μα και διανοητικός στοχασμός κάτω από μια λάμπα (δωμάτιο συγγραφής) ή μουδιασμένα αισθαντικά αποφθέγματα καταγής του χιονιού (χώρος βασανισμού). Ο Σαμ είναι πατέρας επειδή είναι πρωτίστως ποιητής. Σκέφτεται μεταξύ άλλων: την πατάτα («το μοναδικό δημιούργημα στον κόσμο»), το νόμο της βαρύτητας («ο Νεύτωνας ανακάλυψε το νόμο της βαρύτητας χάρη στο περίττωμα»), την ψυχική του κατάσταση («Κύριοι δικαστές, η καρδιά μου έχει εμμηνόρροια. Βιολογική παρέκκλιση, ενσάρκωση της εβραϊκής, γυναικείας αρχής») και το θαύμα («Παννονικό χειμωνιάτικο παραμύθι — Να που έξω έπεφτε βροχή από ολόλευκα πούπουλα […] “Μη ζητάτε από τον ουρανό περισσότερα από όσα μπορεί να σας δώσει”»).

Στο πλαίσιο των συγγραφικών μεταμορφώσεων και προκλήσεων, η πατρική φιγούρα της Κλεψύδρας μεταμορφώνεται σε πανταχού παρόντα και πανανθρώπινο Πατέρα με ελαφρώς διαταραγμένο νου σαν κάθε σύγχρονο προφήτη. Οι νοητικές ακροβασίες του κατευθύνουν τον αναγνώστη –που χρειάζεται αρκετή υπομονή– σε μια αιχμηρή και τρυφερή ιστορία, μισοειπωμένη από την ανάποδη. Πρόκειται για τη ζωή ενός κατατρεγμένου από το ίδιο του το σόι, τη στιγμή που ο μεγάλος παράλογος πόλεμος της διαφορετικότητας μαινόταν.

Στο παγερό δωμάτιο των δύο ανακρίσεων του Σαμ πετυχαίνεται η απόλυτη σύγκλιση βιογραφίας και μύθου: εκείνος που λογοδοτεί για τον Σαμ είναι ο συγγραφέας (έτσι κατανοείται μάλλον η τριτοπρόσωπη αφήγηση εδώ), ο οποίος μέσα από ένα είδος κατήχησης ομολογεί τις αλλόκοτες ενέργειες του πατέρα του (σχέση που στο βιβλίο αποσιωπάται), αποδίδοντάς τους μάλιστα λογική πρόθεση· θα ήταν ωστόσο σε θέση να τις γνωρίζει μόνο εάν μιλούσε για τον εαυτό του σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Έντουαρντ Σαμ είναι ο Έντουαρντ Σαμ στα μάτια του Ντανίλο Κις.

Η ψυχολογική ταύτιση πατέρα και γιου γίνεται με κοινό παρονομαστή τις λέξεις και την επινόηση. Επαληθεύεται και μέσω του αφηγηματικού χρόνου που ενσωματώνει τόσο το γράμμα που γράφει ο Έντουαρντ Σαμ στην αδερφή του όσο και το εν λόγω βιβλίο του Ντανίλο Κις.

Πρόκειται για μια εύλογα αλλιώτικη (όχι κατανάγκην αναμενόμενη) διαχείριση οικογενειακών αρχείων-ντοκουμέντων, που ολοκληρώνει τρόπον τινά τη συμβολή του Κις στη μοίρα των κυνηγημένων, την προσωπική του επίσης μοίρα. Στην Κλεψύδρα αυτό επιτυγχάνεται με την κατασίγαση της δικαιοσύνης, που τοποθετείται, ως αδιαμφισβήτητα αξεδιάλυτο ζήτημα, εντός παρενθέσεων. Οι στιβαρές λέξεις, εμποτισμένες με τιμιότητα και ανθρωπιά, και με μια θρησκευτικότητα που μάλλον αντιφάσκει στη μη-εβραϊκότητα του συγγραφέα,  συναινούν κοντολογίς στην ελευθερία εκείνων που γράφουν: «Επιθυμούσα λοιπόν, κι ακόμα το επιθυμώ, να φύγω από τη ζωή με δείγματα ανθρώπων, χλωρίδας και πανίδας, να τα τοποθετήσω όλα στην καρδιά μου, όπως σε μια κιβωτό, να τα κλείσω κάτω από τα βλέφαρά μου όταν χαμηλώσουν για τελευταία φορά».

Αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα της έκφρασης είναι η «ευγένεια του μαρτυρίου», που τόσο επιζήτησε ο Κις στα Πρώιμα βάσανα, και που τελικά κατόρθωσε προτού κλείσει ο ίδιος τα μάτια. Συνοψίζεται στην ανασκευή του ρόλου του θύματος (μια αίσθηση που κουβαλούσε ο πατέρας του στον Κήπο, στάχτες) μα και σ’ έναν εντυπωσιακό κατακερματισμένο ύμνο στην πατρότητα, που στο τέλος ανακτά την ενότητά του, όπως ακριβώς η μεταμοντέρνα και προκλητική υπονόμευση της πλοκής σέβεται τον αναγνώστη, χαρίζοντάς του στο τέλος την κάθαρση.

Στην Κλεψύδρα το μεγάλο στοίχημα μοιάζει να είναι γένους αρσενικού, αλλά η άγνωστη γυναίκα στα μαύρα, με το κοριτσάκι της στο χέρι, πάνω σ’ ένα τρένο αβέβαιου προορισμού, αποτελεί σταθερό σύμβολο μιας ερωτικής ουτοπίας. Της γυναίκας, της μητέρας και της κόρης. Όλα αυτά, με την εκπληκτική απόδοση της μεταφράστριας.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην Αυγή (12/01/2010)