Ετικέτες

,

Είστε λοιπόν μουσικοί; Εννοώ επαγγελματίες μουσικοί;

Ο τίτλος Νυχτερινά (Πέντε ιστορίες της μουσικής και της νύχτας) τουΒρετανοϊάπωνα Καζούο Ισιγκούρο (γεν.: 1954) σε προδιαθέτει για μια αισθησιακή ανάταση και υπερβατικότητα. Ετοιμάζεσαι για μια ωραία φυγή, μια έξοδο ίσως από τον κλοιό της πραγματικότητας. Θα ήλπιζες να ταξίδευες με αερόστατο σε μιαν άγνωστη χώρα· είσαι όμως καθισμένος στο Millennium Wheel του Λονδίνου και κοιτάς πανοραμικά τον γκρίζο Τάμεση. Η μουσική που ακούς είναι ένα και μοναδικό νυχτερινό σε πέντε μέρη, που ως σώμα κειμένου ξετυλίγεται άλλοτε μελαγχολικά και κάποτε με εξάρσεις πικρού χιούμορ, παρά τις εκάστοτε μουσικές προτιμήσεις των ηρώων του για την τζαζ, τα μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ ή τη βρετανική mainstream. Το νυχτερινό, όπως δηλώνει τ’ όνομά του, είναι μουσική που αν δεν την έχει εμπνεύσει η νύχτα σίγουρα τη θυμίζει. Στο βιβλίο απλώνεται από την τουριστική Βενετία, στο επιχειρηματικό Λονδίνο, στα όμορφα βουνά της φυσικής Αγγλίας, στο «ινστιτούτο ομορφιάς» Μπέβερλι Χιλς και κάπου αλλού, σε μιαν απροσδιόριστη πλατεία, μέσω της οποίας επιστρέφει (μαζί με τους ήρωες) στον εαυτό της, στην πλατεία Αγίου Μάρκου ίσως, στο πρώτο διήγημα.

Ακόμη κι αν η μελωδία των λέξεων φαντάζει πολυταξιδεμένη, διαγράφει μια πορεία που μπορεί να συμπυκνωθεί σε δύο μόνο κινήσεις: από το κλειστό δωμάτιο στον έξω κόσμο και πάλι πίσω — εμπλουτισμένη με εικόνες που λειτουργούν ελαφρά αντιστικτικά στο βασικό της μοτίβο και δεν τη μεταμορφώνουν.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι ήρωες που θέτουν σε κίνηση της αφηγήσεις των Νυχτερινών είναι όμοιοι. Είναι μουσικοί (οργανοπαίχτες ή συνθέτες) ή μουσικόφιλοι που επιβιώνουν παίζοντας κατά παραγγελία ή κάνοντας διαφορετικές δουλειές. Σε κάθε περίπτωση, «χρησιμοποιούν» τις νότες που αγαπούν ως αποκούμπι για να περιθάλψουν ή να περισώσουν κάποιο πολύτιμο κομμάτι της μνήμης τους ή μια καλή εντύπωση για τον εαυτό τους. Γι’ αυτό βιώνουν τη ζωή τους παθητικά —με ηττοπάθεια;— και επεξεργάζονται τις εμπειρίες για να επιβεβαιώσουν τις αρχικές τους πεποιθήσεις. Υπερκαλύπτουν ασύνειδα ή συνειδητά το εσωτερικό τους ρήγμα, την ίδια τη σχάση ακόμη της ύπαρξης, με τη συνδρομή της ψευδαίσθησης («Νυχτερινό»: «Ίσως αυτή να είναι μια στιγμή-σταθμός για μένα και να με περιμένει στη γωνία η διασημότητα»), με το συμβιβασμό («Με ήλιο ή με βροχή»: «Ωστόσο, για μερικά λεπτά ακόμη, ήμασταν ασφαλείς και συνεχίσαμε να χορεύουμε κάτω από τον έναστρο ουρανό»), με την υποτίμηση των άλλων («Βιολοντσελίστες»: «“Βλάκας, σίγουρα”, είπε ο Ερνέστο. “Αλλά ρομαντικός βλάκας. Δεν τον πειράζει που ψωμολυσσάει, φτάνει μόνο να κάθεται στην πλατεία όλη μέρα”»). Παρότι ζουν «περιπέτειες» εξωτερικού χώρου και μάλιστα συχνά με αγνώστους («Μάλβερν Χιλς») ή με ινδάλματα («Ο τροβαδούρος της αγάπης»), δεν αξιοποιούν τις εμπειρίες δημιουργικά, δεν αλλάζουν πλεύση· το υλικό τους χωνεύεται ώστε να προσαρμοστεί στο αδρανές εσωτερικό περιβάλλον της συνείδησής τους.

Ο Ισιγκούρο επιλέγει να αφηγηθεί ήρωες που ανήκουν σε κάποιον «τύπο» ανθρώπου, κατασκευάζει σύγχρονους στερεοτυπικούς χαρακτήρες. Τους ήρωες συνδέουν, πέρα από τη μουσική, δύο άλλα πράγματα: Πρώτον είναι ενήλικες και νοσταλγούν ό,τι ονειρεύονταν κάποτε να γίνουν. Δεύτερον, κανείς τους, εξαιρουμένου ενός —που θέλει να βελτιώσει την αρχική του θέση, με το επιδερμικό  όμως μέσο της πλαστικής εγχείρησης («Νυχτερινό»)—, δεν είναι διατεθειμένος να απεγκλωβιστεί από τη μοίρα του ή την ώρα που προσπαθεί να το κάνει παραμένει δέσμιος της ψυχολογίας του αποτυχημένου.

Υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους γιατί η ζωή που επιθυμούν είναι ούτως ή άλλως ανέφικτη. Η ζούγκλα της μουσικής βιομηχανίας, το κυνήγι της επιτυχίας, τα «χαρίσματα» που οφείλει να έχει ένας μουσικός, εκτός του υπεραρκετού χαρίσματος της παραγωγής μουσικής, περιπλέκουν τις επιλογές των ηρώων και πλήττουν το θάρρος τους.

Ο Ισιγκούρο φροντίζει να υπογραμμίσει πως η μουσική διχάζεται ανάμεσα σε κείνη που είναι οραματιστική και εξευγενίζει τον άνθρωπο, χτίζοντας τα στοιχεία της μοναδικότητας του προσώπου του, και σε μιαν άλλη που επιβάλλει η κοινωνία και που είναι σκληρή, γειωμένη και υπηρετεί σκοπούς: το συρμό και το χρήμα. Οι μουσικοί που εμμένουν στο πρώτο είδος δύσκολα αναπτύσσουν τα εφόδια αντιμετώπισης του δεύτερου.

Συνεπώς τα μουσικά γούστα των ηρώων και ο μουσικός βίος που θέλουν να διάγουν έρχονται σε αντιπαράθεση με την αγριότητα της εμπορευματοποίησης. Και οδηγούν, μέσω διαλεκτικής, στον τρίτο δρόμο. Στο γλυκόπικρο «νυχτερινό» αίσθημα της ματαίωσης. Ο συγγραφέας το διοχετεύει ακαριαία στον ακροατή-αναγνώστη του δίχως διδακτισμό μεν, αλλά με μεγάλες δόσεις «ιαπωνικής συμπάθειας». Στον εντοπισμό αυτού του αισθήματος συμβάλλει το γεγονός ότι τα διηγήματά του είναι ισάξια καλλιτεχνικά και δουλεμένα με εμπρόθετη απλότητα.

Το στοίχημα του Ισιγκούρο στα Νυχτερινά μοιάζει να είναι το παιχνίδι με τον αναγνώστη του: Η δημιουργία μιας προσδοκίας και η άρση της, η μετάφραση αυτής της δυσαρέσκειας σε κοινωνικό προβληματισμό. Το ταξίδι στη νύχτα είναι ο δρόμος κατανόησης της πραγματικότητας, η λυπημένη καταβύθιση σ’ αυτήν και, εντέλει, η ήρεμη αποδοχή της.

Ο τόσο αναμενόμενος για ένα τέτοιο βιβλίο Έρωτας ανήκει σε έναν άλλο παράδεισο, όπου οι λέξεις κεντάνε με λογοτεχνικότητα απαρεγκλίτως κάποια υλοποιήσιμα όνειρα.

Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στην Αυγή (9/2/2010)

Advertisements