Ετικέτες

,

Το φως στα θερισμένα χωράφια

 

«Δεν εμπιστεύομαι την αλήθεια / των αναμνήσεων / αφού ό,τι μας εγκαταλείπει / αναχωρεί για πάντα // Υπάρχει ένα ρεύμα αυτού / του καθαγιασμένου ποταμού / όμως θέλω να μείνω πιστή / στα πρώτα μου ξαφνιάσματα»

Άννα Καμιένσκα, «Ένα μονοπάτι στα δάση», Ένα Νέο Όνομα, 1987

 

Έστω κι αν αγνοείς πολλά από το ιστορικό πλαίσιο κάποιων ποιημάτων, μπορείς να υποψιαστείς πως κάτι συνταρακτικό είχε προηγηθεί. Και τότε –έστω από ιδεαλισμό– θα ήθελες να ’χες ζήσει κι εσύ σε μια τέτοια εποχή, όταν η ποίηση ήταν πράγματι τόσο σημαντική ώστε να διώκεται, όταν αποτελούσε ένα χειροποίητο οπλοστάσιο, προσωπική και συλλογική άμυνα και επίθεση μαζί.

Η Άννα Καμιένσκα (1920-1986) είχε την τύχη και την ατυχία να ζήσει και να γράψει την περίοδο που ο Δεύτερος Παγκόσμιος μαινόταν, και η πατρίδα της Πολωνία βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή και στη συνέχεια κλυδωνιζόταν από τις μεταπολεμικές ταραχές και τα τραύματα. Παρότι, όπως χαρακτηριστικά έγραψε η ίδια, η δική της γενιά «δεν εμφανίστηκε στην ποίηση με φανφάρες από κριτικούς» αλλά έμαθε να γράφει «ανάμεσα στα ρατ-ρατ-ρατ από πυροβολισμούς στα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις εκρήξεις από βόμβες», άφησε πίσω της ένα έργο, την πατρότητα του οποίου κάποιος στις μέρες μας θα απέδιδε, λόγω εκπληκτικού όγκου, σε έναν σχολαστικό θεωρητικό.

Ωστόσο, από την πρώτη της συλλογή, με τον τίτλο Εκπαίδευση (1949), που εκδόθηκε μετά την εμπειρία της Καμιένσκα ως δασκάλας στα «κρυφά σχολειά» της πολωνικής αντίστασης, άρχισε να διαφαίνεται πως η γραφή της Πολωνής ποιήτριας θα ακολουθούσε τον ρου της ζωής της. Η ζωή θα ασκούσε αποφασιστικό ρόλο στις λέξεις της, που θα μεταπλάθονταν, όπως άλλωστε ο ψυχισμός της, σε μια νέα ολοζώντανη εμπειρία για τους απέξω. Έγραψε δεκαπέντε συλλογές ποίησης, δύο τόμους-σημειωματάρια, συλλογές με φιλολογικά δοκίμια, επιπλέον μετέφρασε κείμενα από τα βουλγαρικά, τα τσέχικα, τα σερβο-κροάτικα, τα γαλλικά και τα λατινικά. Συνέθεσε επίσης τρία μυθιστορήματα και αρκετά βιβλία για παιδιά.

Το έργο της δεν είναι ιδιαίτερο γνωστό στην Ελλάδα. Με το βιβλίο Ξαφνιάσματα, μια ανθολόγηση από το ποιητικό της έργο, δίνεται όμως η ευκαιρία στον Έλληνα αναγνώστη, γνωρίζοντας ένα μέρος του, να συναισθανθεί ένα μεγαλειώδες ποιητικό σύμπαν. Ο Βασίλης Καραβίτης, ποιητής και γνώστης της πολωνικής μεταπολεμικής γενιάς και μεταφραστής της νομπελίστριας (1996) Πολωνής Βισουάβα Σιμπόρσκα, απέδωσε ποιήματά της από τα αγγλικά τονίζοντας τους περιορισμούς μιας μετάφρασης, όπως σημειώνει, «από δεύτερο χέρι». Παράλληλα σημειώνεται από τους μεταφραστές της στα αγγλικά ότι στα Ξαφνιάσματα (Astonishments) τονίζονται τα ποιήματα εκείνα που ανήκουν στη μεταφυσική περίοδο γραφής της, όταν δηλαδή η Άννα Καμιένσκα είχε κάνει μια αποφασιστική και αμετάκλητη στροφή προς τον εβραιο-χριστιανικό Θεό. Η μεταστροφή αυτή ξεκίνησε όταν ο κύκλος του θανάτου αγαπημένων της προσώπων (γονέων, παππούδων) έκλεισε με το χαμό του συζύγου της ποιητή Γιαν Σπέβιακ, πατέρα των δύο της παιδιών, το 1967 από καρκίνο. Ήταν τότε που η πίστη της στην ποίηση άρχισε να δέχεται, εμφανώς πια, απανωτά πλήγματα:    

«Όλες οι λέξεις είναι ψέματα μπροστά στο θάνατο, γιατί όλες οι ελπίδες είναι ψέματα. Οι λέξεις είναι μάταιες ελπίδες. Το όμορφο σώμα της γης, η πέτρα, το πεινασμένο ξεχωριστό κομμάτι από πρασινάδα δεν ψεύδονται» (1968)

Τα πλήγματα της απώλειας δεν ήταν μοιραία:

«Γράφουμε τόσο λίγο για το ανθρώπινο σώμα, για το σώμα που χάνουμε» (1968)

Η Καμιένσκα συνέχισε να γράφει, συνέχισε να παλεύει με τις λέξεις, με τη διαφορά ότι πίστευε πια στη μυστικιστική τους δύναμη, ήθελε πια να αναδείξει όχι την ομιλία και την έκφραση αλλά τη σιωπή και την κατανόηση. Η μοναξιά, η απουσία, ο θάνατος, οι θύμησες και το οικείο πια πεπρωμένο του ανθρώπου να χάνεται σε έναν άγνωστο τόπο δώσανε άπλετο χώρο στη μετριασμένη απόγνωση, τη φιλοσοφημένη ανθρωπιά, και σε μια δίχως θυμό επιείκεια. Ήταν η ιώβεια εμπιστοσύνη σε μια αδιόρατη παρουσία, στην οποία προστρέχει ο φοβισμένος ίσως (και δεν είναι ντροπή) άνθρωπος ερημίτης. Μια αδογμάτιστη ένωση. Ένα γαλήνιο άλμα.         

Σε σχέση με τα κάπως αποστασιοποιημένα, με δόσεις στοχασμού και χιούμορ ποιήματά της, τα σημειωματάριά της (Σημειωματάρια 1965-1972, Σημειώματα 1973-1979), από όπου αντλήθηκαν τα παραπάνω αποσπάσματα, φωτίζουν με περισσή συγκινησιακή φόρτιση την εξέλιξη της ποιητικής της, σαν κάποιο εξομολογητικό με αντιστίξεις γράμμα προς νέους ποιητές.   

Η παραπάνω βιβλιοανάγνωση πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αυγή (16/03/2010)

Advertisements