Ετικέτες

,

Δουλειά του είναι οι λέξεις

Ο τίτλος της συλλογής χωρίσεμεις του Δημήτρη Αθηνάκη υπαινίσσεται και την  τεταμένη ατμόσφαιρα του βιβλίου, που οφείλεται στην αντιθετική σχέση ανάμεσα στα ασφυκτικά γεγονότα που περιγράφονται και τις φτερωμένες λέξεις που τα αποτυπώνουν. Από τη μια έχουμε στο προσκήνιο τον αφανισμό τού εμείς, που ο ιδεώδης έρωτας προϋποθέτει, ενώ από την άλλη οι λέξεις συνενώνονται μαχητικά για να εναντιωθούν στη διάσπαση, μεταμορφώνοντας τα ποιήματα σ’ ένα οπτικό πανόραμα. Η σχεδόν έμμονη επιβολή της ενότητας (όχι μόνο της ποίησης αλλά και του εαυτού) φαίνεται κι απ’ τη δομή. Τα είκοσι πλην ενός ποιήματα είναι κατανεμημένα με αριθμητικό υπολογισμό σε τέσσερις ενότητες, των οποίων ο τίτλος, αν διαβαστεί σε συνέχεια, σχηματίζει ένα στίχο με παράδοξη εικονοποιία: «Οι νύχτες…» (πρώτη ενότητα), «…όταν ζηλεύουν…» (δεύτερη ενότητα), «…σκύβουν στην πανσέληνο…» (τρίτη ενότητα) «…και λιώνουν» (τέταρτη ενότητα). Το εγχείρημα του Αθηνάκη δεν είναι όσο παιγνιώδες μπορεί να μοιάζει αρχικά. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως είναι δονκιχωτικό και, εφόσον μιλάμε για ποίηση σωτηριολογικού χαρακτήρα, υποδόρια επικίνδυνο.   

Ο έρωτας εν καμίνω, τα πάθη του ανελέητα και αδάμαστα, οι διδαχές σκληρές, και το χωρίσεμεις πραγματεύεται όχι τόσο τον έρωτα τον ίδιο μα το αξεδιάλυτο ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας, που προκύπτει από τη διαζευκτική σχέση ανάμεσα στην ανελευθερία τού εμείς και την έντρομη φυγή από αυτό με το τίμημα της μοναξιάς. Σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, τη συνειδητοποίηση της επώδυνης αντίφασης ανάμεσα στα πράγματα που επιμένουν, δηλαδή ό,τι εντάσσεται στην αθωότητα των ιδανικών, και στα πράγματα που απομένουν, αυτά που ανήκουν αναπόφευκτα στο ρεαλισμό των ματαιωμένων ονείρων. Έτσι, στις σελίδες ξεπηδάνε στίχοι-πίδακες μιας αλλόκοτης χαράς, όπως: «Να ζω ελεύθερος — άλλο δεν αντέχω / Φέρε τη χειροπέδα που μου ’ταξες» («Παραλήρημα»). «Χωρίσεμεις» πάει να πει χωρίς εμάς, σε μια πρώτη ανάγνωση. «Χωρίσεμεις» όμως σημαίνει κυρίως εμείς χωρίς.

Το τι λείπει απ’ τον σύγχρονο άνθρωπο θα το μάθει ο αναγνώστης εφόσον διαπεράσει, μες σ’ ένα νυχτερινό παραμύθι με λύκους, λάμες, πολεμιστές και σκιές, ένα σκοτεινό δάσος με βροχή. Πρέπει πρώτα να γίνει χορός, μύστης μιας δραματουργίας με εσωτερική διάρκεια. Η απόγνωση, το εφαλτήριο της μοναχικής γραφής, αποτελεί εδώ κριτήριο συλλογικής μέθεξης σε έναν αθωωμένο παράδεισο. Αυτός δεν είναι άλλος από τον καθαρτικό παράδεισο των λέξεων. Τον τραγικό και τον ευλογημένο.

Η πολυφωνική και πολυεπίπεδη αφήγηση στα ποιήματα του Αθηνάκη (που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως ένα ενιαίο ποίημα) σε συνδυασμό με το στοιχείο της εξομολόγησης μαρτυρεί μια ποίηση που αποζητά συνωμότες. Μπορεί με τις συνενοχικές διεκδικήσεις της να μοιάζει με ένα είδος εκδίκησης. Η αλήθεια είναι πως «Δεν είναι». Γιατί η μουσική των λέξεων, που ο ποιητής ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται, μπορεί εντέλει να δικαιώσει τα πράγματα.     

Η παραπάνω βιβλιο-ανάγνωση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 505, Μάρτιος 2010)

Advertisements