Ετικέτες

,

Όταν ο έρωτας γίνεται πράξη πολιτική

Η σχέση του Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι (1893-1930) και της Ρωσίδας εμιγκρέδας Τατιάνας Γιάκοβλεβα (1906-1991) άρχισε τον Οκτώβριο του 1928 στο Παρίσι ως καλοστημένο παιχνίδι τρίτων. Της Λίλιαν Μπρικ (του μεγαλύτερου, σύμφωνα πάντα με τις καταγραφές, έρωτα του Μαγιακόφσκι) και της αδερφής της Έλσας Τριολέ. Ο στόχος των ραδιούργων γυναικών να μη συνάψει ο Βλαντίμιρ ερωτική σχέση (τουλάχιστον όχι σοβαρή) ήταν αντίθετος από κείνο που τελικά συνέβη.

Τα γράμματα και τηλεγραφήματα που έστειλε ο Ρώσος ποιητής στην τελευταία του αγάπη, αλλά και τα γράμματα που έστειλε η Τατιάνα στη μητέρα της σχετικά με τον Μαγιακόφσκι δείχνουν έναν έρωτα βαθύ και καθοριστικό για τη ζωή του ποιητή. Έκανε πρόταση γάμου στην Τατιάνα μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο της γνωριμίας τους, όταν ένιωσε πως ο καιρός της μοναξιάς του είχε παρέλθει.

Τι έφερε τους δύο τόσο κοντά; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, η ποίηση. Ο Μαγιακόφσκι γοητευόταν από τις εξαιρετικές γνώσεις της Τατιάνας στη ρωσική ποίηση και η Τατιάνα γέμιζε ηδονή στην ιδέα ότι ήταν η αγαπημένη του διάσημου Ρώσου ποιητή, στίχους του οποίου είχε αποστηθίσει. Τα ποιήματα «Γράμμα στον σύντροφο Κοστρόφ από το Παρίσι για την ουσία του έρωτα» και «Γράμμα στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα» ήταν αφιερωμένα σ’ εκείνη. Τα ποιήματα αυτά, ειδικά στα μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, πρέπει να θεωρηθούν πολιτικά ασχέτως εάν αργά, μετά το 1991, αντικατέστησαν πατριωτικά ποιήματα του Μαγιακόφσκι στη σχολική ύλη. «Σ’ ανόητες κουβέντες / μη δίνεις βάση, / μη φοβάσαι / αυτόν τον κραδασμό· / εγώ δαμάζω, χαλιναγωγώ εγώ / τα αισθήματα / των βλαστών της αριστοκρατίας» (μτφρ. Στ. Αργυροπούλου).

Η Τατιάνα, ως γόνος διανοουμένων και αντικομμουνιστών, κάτοικος του Παρισιού και θαμώνας των λογοτεχνικών σαλονιών, έβλεπε τον Μαγιακόφσκι ως ήρωα, πατρίδα, Ρωσία. Η σεμνοτυφία που τη χαρακτήριζε όμως καθιστούσε δύσκολη την ένωσή της με τον ποιητή της Επανάστασης.

Οι επιστολές του Μαγιακόφσκι από τη Μόσχα αποτέλεσαν ερωτικές προτροπές για μια συνάντηση αιώνια κι απόλυτη, που ίσως και να τον έσωζε: «Όμως νιτσεβό (δε βαριέσαι)… τι σημασία έχουν τα μάτια μου, δεν θα τα χρειαστώ μέχρι να σε δω ξανά… γιατί εκτός από σένα δεν έχω άλλον να κοιτάξω», της έγραφε. Στο ίδιο γράμμα προσέθετε: «Δεν είσαι Παριζιάνα, είσαι προλετάρια […] Βαστάω το όνομά σου σαν σημαία στα κτίρια της πόλης μας».

Μετά τα δύο ταξίδια του Μαγιακόφσκι στο Παρίσι, επήλθε η απομόνωση από τη Δύση, οι απαγορεύσεις του Σταλινικού καθεστώτος. Δεν ξαναειδώθηκαν. Τα γράμματα όλο και αραίωναν.

Η Φρανσίν ντι Πλεσί Γκρέι, κόρη της Τατιάνας, που θεωρήθηκε λανθασμένα παιδί του Μαγιακόφσκι, καταθέτει με ανθρωπιά, σε μια ισορροπημένη, βασισμένη σε στοιχεία, αφήγηση, την περιπέτεια μιας μεγάλης και εντέλει ανολοκλήρωτης σχέσης. Το τέλος του ειδυλλίου, υποστηρίζει, το καθόρισε η εποχή. Πέρα από τον διχασμό ανάμεσα στις δύο Ρωσίες και την πιθανή λογοκρισία των μυστικών υπηρεσιών έπαιξαν ρόλο και οι παρεμβάσεις της Μπρικ. Υπέκλεπτε τις επιστολές της Τατιάνας, ώθησε τον Μαγιακόφσκι στην αγκαλιά της «ακίνδυνης» Νόρας, διέδωσε τον επικείμενο γάμο της Τατιάνας με τον Μπερτράν ντι Πλεσί και αντίστροφα γνωστοποίησε στην Τατιάνα τη σχέση του Μαγιακόφσκι με τη Νόρα.

Οι Ερωτικές επιστολές, σε φροντισμένη μετάφραση της Σοφίας Σκουλικάρη, αποκαλύπτουν αυτό το μπερδεμένο κουβάρι πολιτικών γεγονότων και προσωπικών προθέσεων που έπνιξε στον κλοιό του έναν ιδανικό έρωτα. Αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, που, μολονότι αποσπασματικό, γρονθοκοπεί φωνασκούσες βεβαιότητες. Οι επιστολές εγείρουν κι έναν γόνιμο προβληματισμό για τη φύση της τέχνης καθώς και για την επίδραση που πρέπει ή όχι να ασκεί στον κοινωνικοπολιτικό ιστό.

Επιστολές ερωτικές, μα και πολιτικές. Άραγε πόσο βάναυση είναι για την τέχνη η επιταγή οι ιδέες να προηγούνται των συναισθημάτων;

Η ποίηση του Μαγιακόφσκι χαρτογραφούσε μια ελεύθερη πατρίδα, αλλά τα σημάδια μιας ασφυκτικής αυτολογοκρισίας ήταν εμφανή. Στο τελευταίο του ποίημα, που έφερε τον τίτλο «Μ’ όλη μου τη φωνή», ο Ρώσος ποιητής το εξομολογείται: «Όμως εγώ δάμασα / τον ίδιο μου τον εαυτό / και πάνω στο λαιμό έχω πατήσει / των ίδιων μου / των τραγουδιών» (απόδ.: Γ. Ρίτσος). Αν τα στοιχήματα κρίνονται με βάση τη ζωή και τον θάνατο, ο Μαγιακόφσκι το έχασε.

Ο υπέρμαχος του φουτουρισμού, ο αρνητής της παράδοσης, ο πολεμιστής της ελευθερίας και «ο τυμπανιστής της Επανάστασης», μόνος πια και ματαιωμένος, βυθιζόταν στον «δημοσιοϋπαλληλικό» όπως τον ονόμαζε τρόπο ζωής. Μετά το 1929, τη Χρονιά της μεγάλης μεταστροφής, με την «Επανάσταση από τα πάνω» να στηρίζει την τέχνη της συντήρησης, προσχώρησε στη Ρώσικη Ένωση Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ), προσχώρησε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Όλοι οι αγώνες του μέσω της ποίησης, οι περιοδείες του ανά τον κόσμο τη δεκαετία του 1920 για τα επιτεύγματα της χώρας θα του φαίνονταν πια ανώφελα. Αποκλεισμένος από τους φίλους του, και με το ναυάγιο του έρωτα κατά κάποιον τρόπο να τον εκδικείται, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα τον Απρίλιο του 1930. Είχε προβλέψει το 1916-17 το θάνατό του: «κάτω από το τρίχωμα του γιλέκου μου / πάλλει / μια εξαίσια μικρή σφαίρα» («Η γέννηση του Μαγιακόβσκη», απόδ.: Γ. Ρίτσος). Ήταν η σφαίρα της αυτοχειρίας, και, φυσικά, της δημόσιας καταγγελίας. Τι τελικά είναι πράξη πολιτική;

Η αναβίωση της δημόσιας λατρείας του Μαγιακόφσκι επιτεύχθηκε μέσω της Λίλιαν Μπρικ το 1935.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή (4/5/2010)

Advertisements